«Να εργαστουμε με παθος κι αγαπη για να εχει το παιδικο βιβλιο τη θεση που του αξιζει»
Την συγγραφέα Κατερίνα Μουρίκη συναντήσαμε αμέσως μετά την εκδήλωση που διοργάνωσαν οι Παιδικοί Βρεφονηπιακοί Σταθμοί του Δήμου Κομοτηνής με αφορμή την παγκόσμια ημέρα βιβλίου, στην οποία ήταν και η βασική ομιλήτρια.
Η κ. Μουρίκη, επιτυχημένη σήμερα συγγραφέας βιβλίων για παιδιά, είναι πασίγνωστη στον κόσμο τους, από τα πολύ μικρά τους χρόνια, εφόσον αυτή είναι η δημιουργός της σειράς με ήρωα τον Πικεφί, τον οποίο αν μαζί τους συναναστρέφεστε είναι αδύνατο να μην τον γνωρίσετε…
Παρόλα αυτά, η κ. Μουρίκη μας έχει χαρίσει γύρω στα είκοσι, επιτυχέστατα σε εκδόσεις, βιβλία για παιδιά και η επίσκεψή της στην Κομοτηνή μας έδωσε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε εφ’ όλης της ύλης για την παιδική λογοτεχνία αλλά, κυρίως, για την ίδια και τη εικοσαετή πορεία της στο λογοτεχνικό χώρο, ξετυλίγοντας το νήμα απ’ την αρχή…
Από τότε που η κ. Μουρίκη, μοιάζοντας στη γιαγιά της, τη Μαρία, τη Χρυσόστομη, άρχισε να φτιάχνει παραμύθια για τα παιδιά της, ανακαλύπτοντας συνεχώς καινούριους ήρωες και, το κυριότερο, συναρπαστικούς, μαγευτικούς κόσμους…
ΠτΘ.: Κυρία Μουρίκη, στο σύντομο βιογραφικό σας που κυκλοφόρησε στην Κομοτηνή με αφορμή την εκδήλωση των παιδικών σταθμών του δήμου Κομοτηνής για το βιβλίο, κάποιος διαπιστώνει ότι η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή μετρά αρκετά χρόνια τώρα. Αποτέλεσμά της γύρω στα πόσα βιβλία, αν και για όλους είστε κυρίως η μαμά του Πικεφί…
Κατερίνα Μουρίκη: 21 χρόνια ασχολούμαι με τη συγγραφή. Συνολικά τα βιβλία μου, μαζί με τις Ανθολογίες στις οποίες έχω λάβει μέρος, είναι γύρω στα 40 και περιμένω το 41ο να κυκλοφορήσει τώρα. Τα βιβλία που είναι μόνο δικά μου είναι 19. Οι ηλικίες στις οποίες απευθύνονται τα βιβλία μου αρχίζουν από την προσχολική ηλικία με μια σειρά τις «Νεροσταγόνες Πικεφί», που πότε παίζει με τα σχήματα, πότε με τα γράμματα, τους αριθμούς ή τα χρώματα. Οι μεγαλύτερες ηλικίες στις οποίες απευθύνονται τα βιβλία μου φτάνουν μέχρι την πρώτη Γυμνασίου.
ΠτΘ.: Κυρία Μουρίκη ξεκινήσατε ως επιστήμων, παραλίγο δε όπως γράφετε στο βιογραφικό σας να γίνετε οικονομολόγος… Κάποια στιγμή αρχίζετε όμως την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, τη συγγραφή συγκεκριμένα παιδικής λογοτεχνίας, η οποία όμως θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο είδος, με μεγάλες απαιτήσεις και «πρέπει», ειδική γνώση. Ή τελικά και μόνον η κλίση σας, το ταλέντο μέτρησε στην απόφασή σας αυτή;
Κ.Μ.: Όχι βέβαια, το ταλέντο ίσως υπήρχε μέσα μου εν σπέρματι, μια και στην οικογένειά μας έχουμε συγγραφείς… Και η γιαγιά έγραφε και η αδελφή της μητέρας μου είναι δόκιμη συγγραφέας στο εξωτερικό με μεταφρασμένα βιβλία και στα Γαλλικά και στα Ελληνικά.
ΠτΘ.: Το όνομά της;
Κ.Μ.: Κατρίν Ζαν Σονέ. Εδώ τα βιβλία της στην Ελλάδα κυκλοφορούν με το πατρικό της όνομα, Κατερίνα Εξάρχου, από τις εκδόσεις «Εστία». Το ότι ασχολήθηκα εγώ με την λογοτεχνία, και μάλιστα με την παιδική λογοτεχνία, θα έλεγα ότι ήταν τυχαίο το γεγονός. Όταν ήμουν μαμά, έλεγα, όπως όλες οι μαμάδες, με τις ώρες παραμύθια στα παιδιά μου, επαναλάμβανα τα πρότυπα που είχα εισπράξει από τη γιαγιά μου, τη δασκάλα τη Μαρία, που έλεγε στα εγγόνια της πολλά παραμύθια, το ίδιο έκανε και η μαμά μου, δασκάλα κι εκείνη των αγγλικών. Έλεγα όμως κι εγώ πολλά παραμύθια στα παιδιά μου και, κάποια στιγμή, που αυτά βαριόντουσαν να ακούνε τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες, σκέφτηκα, μαζί με τα μικρά μου, να φτιάξω καινούρια παραμύθια. Κάθε μέρα για μας ήταν ένα παιχνίδι, να βρίσκουμε έναν ήρωα και να τον βάζουμε σε ένα διαφορετικό καμβά, να παλεύει για να φτιάξει τη ζωή του ή να απαλλαγεί από τις δυσκολίες του. Επειδή μου άρεσε αυτή η διαδικασία, όταν ήμουν μόνη καθόμουν και τα έγραφα και αργότερα άρχισα να τα «χτενίζω», όπως λέμε. Τα μορφοποίησα, λοιπόν, έτσι ώστε να είναι ολοκληρωμένες ιστορίες και τελείως τυχαία κάποια φίλη που τα διάβασε, μου συνέστησε να λάβω μέρος σε ένα διαγωνισμό λογοτεχνίας, το οποίο και έκανα, με αποτέλεσμα να πάρω κάποιες διακρίσεις και όλα τα άλλα ήρθαν μόνα τους.
ΠτΘ.: Αφού διδαχτήκατε από τις αφηγήσεις της γιαγιάς Μαρίας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μια από τις πηγές σας ήταν τα λαϊκά παραμύθια; Ποιας περιοχής;
Κ.Μ.: Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, στου Ζωγράφου. Εκεί γεννήθηκα, εκεί και μεγάλωσα, εκεί και η γιαγιά μου η Σμυρνιά, μού έλεγε παραμύθια.
Η γιαγιά ήταν μια από αυτές τις εξαιρετικές παραμυθούδες, καταπληκτική στην αφήγηση, ήταν η γιαγιά Μαρία η Χρυσόστομη, όπως την έλεγαν όλες οι φίλες και όσοι την άκουγαν να διηγείται. Εξάρχου το επίθετο, αλλά της είχαν κολλήσει το προσωνύμιο «χρυσόστομη», γιατί πραγματικά μόλις άνοιγε το στόμα της μόνον ο χτύπος της καρδιάς μας ακούγονταν.
ΠτΘ.: Αυτό το υλικό της μεγάλης παράδοσης του λαϊκού παραμυθιού, που ακούγατε από την γιαγιά σας ήταν η μαγιά για τα δικά σας παραμύθια; Αυτό σας αποκάλυψε τους κώδικες των παραμυθικών αφηγήσεων;
Κ.Μ.: Νομίζω ότι έχω πάρει από τη γιαγιά τον τρόπο που ονειρευόταν και τον τρόπο που μας ταξίδευε. Το υλικό που μου έλεγε η γιαγιά ήταν εν σπέρματι μέσα σε λαϊκά παραμύθια, τα λαϊκά παραμύθια του Πολίτη που όλοι ξέρουμε, τα οποία εκείνη διάνθιζε με δικά της στοιχεία. Έπαιρνε ένα απλό λαϊκό παραμύθι και το μετέτρεπε. Εν τούτοις, εγώ δεν ασχολήθηκα με το λαϊκό παραμύθι, γιατί νομίζω ότι θέλει πολλή μελέτη, αλλά και να πηγάζει από μέσα σου.
ΠτΘ.: Κι όμως και το βιβλίο για παιδιά θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο είδος. Κάθε ηλικία γνωρίζουμε πλέον ότι μαθαίνει με συγκεκριμένο τρόπο κι ένας συγγραφέας θα πρέπει να ξέρει τους μηχανισμούς μάθησης, τους τρόπους προσέλκυσης του παιδιού στην ανάγνωση και την απόλαυση της γραφής.
Κ.Μ.: Τα πρώτα μου γραπτά, τα πρωτόλεια, είχαν μόνο την εμπειρική γνώση, ήμουν απλά η μαμά που έλεγα παραμύθια στα παιδιά. Μετά την πρώτη έκδοση του πρώτου μου βιβλίου, μπήκα μέσα στο χορό και στο χώρο και άρχισα να παρακολουθώ τα σεμινάρια που παρακολουθούν όλοι οι λογοτέχνες. Είδα, λοιπόν, τι πρέπει να προσέχω ως προς τις δομές και ως προς την ανάπτυξη ενός θέματος που απευθύνεται στα παιδιά. Ανάλογα με την ηλικία, αλλάζει ο τρόπος ανάπτυξης, δεν μπορείς σ΄ ένα παιδί να πεις πολύπλοκα νοήματα, να βάλεις πολλούς ήρωες, να το κουράσεις με λεπτομέρειες που δεν έχουν στο κάτω – κάτω τη μεγάλη σημασία, που έχει η κύρια δομή και η εξέλιξη μιας ιστορίας απλοποιημένης, για να μπορέσει το παιδί να την καταλάβει και να την αφομοιώσει. Όσο προχωράμε στις μεγαλύτερες ηλικίες όμως, τα πράγματα γίνονται πιο απλά για μας γιατί, ξέρετε, ο συγγραφέας είναι δύσκολο να γράψει για μικρές ηλικίες. Για τις μεγαλύτερες, που είναι πιο κοντά στη δική του ψυχοσύνθεση και ψυχολογία, γίνονται πιο εύκολα τα πράγματα και πλησιάζουμε τις δομές του μυθιστορήματος και του αφηγήματος για ενήλικες.
ΠτΘ.: Στα βιβλία για τα παιδιά μικρών ηλικιών εξίσου σημαντικό ρόλο με την ιστορία παίζει και η εικονογράφηση. Τα καλύτερα μάλιστα βιβλία για παιδιά ήταν εκείνα που συγγραφέας και εικονογράφος «ανταμώθηκαν», ταίριαξαν. Την εικονογράφηση των δικών σας ιστοριών τη θεωρείτε επιτυχή; Σε όλα σας τα βιβλία;
Κ.Μ.: Άλλοτε είναι επιτυχής και άλλοτε όχι. Στην Ελλάδα ο συγγραφέας δεν έχει την τύχη να επιλέγει μόνος του τον εικονογράφο. Ο εικονογράφος είναι υπόθεση του εκδότη και στην επιλογή του παίζει ρόλο και ο οικονομικός παράγοντας. Από εκεί και μετά σε δεύτερο ρόλο έρχεται ο συγγραφέας και συμφωνεί ή διαφωνεί με τον εκδότη, αλλά και στην περίπτωση που διαφωνεί, κακά τα ψέματα δεν περνάει η δική του η άποψη. Με ρωτήσατε αν είχα την ευτυχία να συνεργαστώ με εικονογράφους και να δω το αισθητικό αποτέλεσμα που θα επιθυμούσα. Όντως υπάρχουν βιβλία μου που είχα τέτοιες πολύ ευτυχισμένες στιγμές και το κείμενο συμπληρώθηκε με μια καταπληκτική εικονογράφηση που έλκει το παιδί, συμπληρώνει το κείμενο και βοηθάει το παιδί να ταξιδέψει μέσα στο κείμενο πολύ πιο εύκολα, αλλά δεν ήταν πάντα οι στιγμές ευτυχείς. Έχω γράψει κείμενα, τα οποία ενώ θεματολογικά και από πλευράς ανάπτυξης, απευθύνονταν σε μικρή ηλικία, για λόγους οικονομίας ο εκδότης είτε επέλεξε να μην έχει εικονογράφηση, πράγμα που a priori κάνει το κείμενο εμπορικά να ναυαγήσει, ή να έχει μέσα μια πολύ λιτή ασπρόμαυρη εικονογράφηση, που δεν βοηθάει το παιδί σ΄ αυτό το θαυμαστό ταξίδι της εικόνας και του κειμένου ταυτόχρονα.
ΠτΘ.: Αυτή η μη σύμπλευση οράματος εκδότη – συγγραφέα δεν σας έχει πικράνει; Δεν αισθάνεστε έτσι ότι κάποια από τα «παιδιά σας», τα βιβλία σας έχουν αδικηθεί;
Κ.Μ.: Ναι, θεωρώ ότι κάποιο ή κάποια απ’ τα βιβλία μου έχουν αδικηθεί και ότι θα είχαν καλύτερη τύχη, αν ο εκδότης είχε βάλει το χέρι στην τσέπη λίγο πιο βαθιά. Όμως δεν αδικώ τους εκδότες και δεν πικραίνομαι, γιατί μετά από 20 χρόνια που βρίσκομαι στον εκδοτικό χώρο, έχω ζήσει από πολύ κοντά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εκδότες. Εξάλλου, το ένα επηρεάζει το άλλο. Η αναγνωστικότητα στην Ελλάδα είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ο εκδότης ρισκάρει αφού δαπανά χρήματα, και δεν είναι σίγουρος ότι θα τα πάρει πίσω. Ήμουν δυσαρεστημένη κάποιες στιγμές. Θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο έχω πονέσει να είχε πολύ καλή εικονογράφηση και όχι δυο εικόνες ασπρόμαυρες μέσα, και τότε θα πήγαινε και εμπορικά πολύ καλά. Αυτό το ξέρω. Το βιβλίο είχε πάρει και διάκριση. Εξάλλου, τώρα πλέον, μετά από 20 χρόνια που γράφω, μπορώ να κρίνω αποστασιοποιημένη από τη στιγμή που έγραφα το συγκεκριμένο βιβλίο. Και τα παιδιά στα σχολεία μου το λένε « κυρία να είχε λίγο χρώμα».
ΠτΘ.: Σήμερα η παιδική λογοτεχνία διδάσκεται ως γνωστικό αντικείμενο στις παιδαγωγικές σχολές. Οι σημερινοί παιδαγωγοί μάλλον γνωρίζουν περισσότερα για την αξία της και την ιδιαίτερη συμβολή της, από την παιδική ηλικία, στη συγκρότηση της προσωπικότητας του ατόμου. Εσείς, μας βρίσκεστε περισσότερο ευαισθητοποιημένους αλλά και ενημερωμένους ως γονείς ή παιδαγωγούς;
Κ.Μ.: Ο σημερινός γονιός είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές, με τον γονιό πριν τρεις γενιές, όμως έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε. Σίγουρα, η παραγωγή παιδικής λογοτεχνίας είναι καταιγιστική, είναι ραγδαία, γράφονται και εκδίδονται βιβλία τόσα πολλά που σου βάζουν και τη σκέψη μήπως δεν είναι όλα καλά. Εκεί λοιπόν χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ενημέρωση για να μπορέσουμε να επιλέξουμε. Μπορεί να έχουν ιδρυθεί έδρες στα πανεπιστήμια αλλά στα σχολεία δεν είναι όλοι οι δάσκαλοι ενημερωμένοι για την παιδική λογοτεχνία, δεν λειτουργούν επομένως οι παιδικές βιβλιοθήκες στα σχολεία όπως θα έπρεπε να λειτουργούν. Ούτε και οι βιβλιοθήκες των Δήμων λειτουργούν, δεν είναι ενεργές στα χέρια των παιδιών, χρειάζεται ακόμα πολύς δρόμος.
Ενημερωθήκαμε σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά μέχρι η ενημέρωση να γίνει πράξη απαιτείται προσπάθεια.
ΠτΘ.: Πώς αισθάνεστε συμπλέοντας με τις μεγάλες κυρίες της παιδικής λογοτεχνίας Ζωρζ Σαρρή, Αλκη Ζέη, Σοφία Ζαραμπούκα, και … και…;
Κ.Μ.: Διάβασα το έργο τους, γνωρίζω το έργο τους, είμαστε φίλες, διότι πλέον όπως οι δάσκαλοι και οι δημοσιογράφοι γνωρίζονται μεταξύ τους, έτσι και εμείς οι συγγραφείς γνωριζόμαστε και γινόμαστε φίλοι. Αποφεύγουμε να μιμηθούμε ο ένας τον άλλο, παίρνουμε τα δομικά στοιχεία ο ένας από τον άλλο, αλλά η έμπνευση είναι τελείως διαφορετική, ο ρυθμός που έχει ο καθένας και το στυλ είναι διαφορετικό από του άλλου. Και αν προσπαθήσεις να μιμηθείς, ήδη έχεις αποτύχει. Προσπάθησαν κάποιοι να μιμηθούν τον νέο αλλά πολύ μεγάλο Ευγένιο Τριβιζά, αλλά όλοι είπαμε ότι «τριβιζίζουν».
ΠτΘ.: Σας αρέσει αλήθεια ο Τριβιζάς, μεγάλη απόλαυση τα κείμενά του ακόμη και για μεγάλους…
Κ.Μ.: Ο Τριβιζάς μου αρέσει, είναι μία ιδιάζουσα, ιδιόμορφη περίπτωση στον τομέα της παιδικής λογοτεχνίας. Τελικά, ενώ όλοι λέμε ότι γράφει για παιδιά, νομίζω ότι από μόνο του κανένα παιδί δεν θα μπορέσει να συλλάβει τη μαγεία των λογοπαιγνίων, που κάνει ο Τριβιζάς, αν δίπλα του δεν έχει τον δάσκαλο ή τον γονιό.
Με τον Τριβιζά παίζουμε, δεν κάνουμε λογοτεχνία, είναι άλλο το ένα, άλλο το άλλο, αλλά είναι μια εξαιρετική μορφή στα γράμματα και δεν ξέρω αν θα επαναληφθεί ο Τριβιζάς. Είναι μοναδική περίπτωση.
ΠτΘ.: Να προχωρήσουμε όμως…Πριν από λίγα χρόνια οι ιστορίες, αλλά και η κριτική, για την παιδική λογοτεχνία ήταν σχεδόν άγνωστες πραγματικότητες. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και ιστορίες για τη λογοτεχνία για παιδιά υπάρχουν και ολοένα και περισσότερο διατυπώνεται συστηματικός κριτικός λόγος. Είστε ικανοποιημένη;
Κ.Μ.: Μα βέβαια, γίνονται διδακτορικά και διδακτορικά κάθε χρόνο γύρω από την παιδική λογοτεχνία, τα ελληνικά πανεπιστήμια όλα έχουν αποκτήσει έδρα παιδικής λογοτεχνίας. Αυτό και μόνο νομίζω ότι λέει πολλά, αρκεί να σκεφτείτε κάθε χρόνο πόσοι αποφοιτούν απ’ αυτά τα πανεπιστήμια και τις γνώσεις που έχουν πάρει γύρω από την παιδική λογοτεχνία. Αυτοί οι άνθρωποι θα είναι λαμπαδηδρόμοι, θα μεταλαμπαδεύσουν την φλόγα, το φως της γνώσης γύρω από την παιδική λογοτεχνία στους μαθητές τους, στα παιδιά τους, και πάει λέγοντας. Έχουμε δηλαδή μια γεωμετρική πρόοδο, που βαίνει αύξουσα και μπορούμε να ελπίζουμε.
ΠτΘ.: Και στη χώρα μας δηλαδή ευελπιστείτε ότι η λογοτεχνία για παιδιά θα φτάσει να χαίρει μεγάλης εκτιμήσεως, όπως αιώνες πριν συνέβαινε σε χώρες του εξωτερικού.
Κ.Μ.: Βέβαια και στο εξωτερικό χαίρει μεγάλης εκτίμησης και οι συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας θεωρούνται πλούσιοι άνθρωποι, αλλά αυτό έχει να κάνει και με την αναγνωστικότητα. Το θέμα δεν είναι μόνον το πόσο εκτιμάμε την παιδική λογοτεχνία, αλλά και το πόσο διαβάζει ο Έλληνας, γιατί και εδώ απαιτείται πολλή δουλειά, από όλους τους φορείς, από το κράτος, από τους δασκάλους, από τους τοπικούς άρχοντες, από μας τους συγγραφείς. Κι όλα αυτά για να είμαστε πιο ελκυστικοί στις θεματολογίες μας, να διαθέτουν οι εκδότες περισσότερα χρήματα, να κάνουν καλύτερες εικονογραφήσεις και καλύτερες εκδόσεις, πιο προσεγμένες, εφάμιλλες των ξένων. Ξέρετε είναι μια αλυσίδα, ένα δίχτυ θα έλεγα που απλώνεται σε πολλούς χώρους και πρέπει όλοι να δουλέψουμε με πολύ πάθος και αγάπη για να δώσουμε στο παιδικό βιβλίο την θέση που τελικά του αξίζει.
ΠτΘ: Διαβάζοντας το βιογραφικό σας κάποιος αντιλαμβάνεται ότι ασχολείστε συστηματικά και με τη διάδοση του βιβλίου. Και στο δήμο Ελευσίνας διοργανώνεται εκδηλώσεις για το βιβλίο και σχολεία επισκέφτεστε και στο ραδιόφωνο είχατε αναλάβει εκπομπές για την προβολή του παιδικού βιβλίου. Δεν θεωρήσατε ποτέ δαπάνη χρόνου αυτήν την ενασχόληση;
Κ.Μ.: Αντίθετα ήταν επένδυση αυτό για μένα, φροντιστήριο, γιατί έτσι μάθαινα καλύτερα το με ποιο τρόπο προσεγγίζει το παιδί το βιβλίο, με ποιο τρόπο μπορεί να δουλέψει ένας δάσκαλος με τα παιδιά για να φέρει πιο κοντά το παιδί στο βιβλίο και διδασκόμουν, ειλικρινά διδασκόμουν και μέχρι τώρα διδάσκομαι.
ΠτΘ: Θα γράψετε κάποτε και για μεγάλους; Κάποιοι συγγραφείς πέρασαν εξάλλου από το χώρο της παιδικής λογοτεχνίας και σε εκείνη για μεγάλους…
Κ.Μ.: Ήδη έχω γράψει για μεγάλους κάποια μυθιστορήματα, τα οποία κείτονται μέσα στο συρτάρι του γραφείου μου. Δεν ξέρω όμως αν θα τα δώσω να εκδοθούν. Ήδη έχω αρχίσει να κάνω ένα όνομα καλό στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, και σκέφτομαι καμία φορά μήπως είναι προδοσία να τον αφήσω και να κάνω κάτι άλλο, άσχετα αν κάποιοι συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας έκαναν το άλμα και πέρασαν στο χώρο της λογοτεχνίας για ενήλικες, ξαναγύρισαν πάλι πίσω ή τον εγκατέλειψαν τελείως.
Σκέφτομαι καμία φορά, αν μπω στον πειρασμό να τα εκδώσω, να βάλω άλλο όνομα, όχι ψευδώνυμο, το όνομα το πατρικό μου και κάπου σε κάποιο σημείο, σε μια γωνία του φύλλου, να πω ότι αυτό το όνομα είναι η Κατερίνα Μουρίκη. Προς το παρόν, μου αρέσει πάρα πολύ ο χώρος της παιδικής λογοτεχνίας, νιώθω ασφάλεια εκεί, μου αρέσουν τα χαμόγελα και τα βλέμματα των παιδιών που βλέπω και συναντάω όταν πηγαίνω στα σχολεία.
ΠτΘ: Από πού εμπνέεστε για να γράψετε; Από την καθημερινότητα;
Κ.Μ.: Από την καθημερινότητα, από το παρελθόν μου, έρχονται φαντάσματα μεταλλαγμένα σε άλλες εικόνες. Ο συγγραφέας, όπως κάθε καλλιτέχνης – δημιουργός έχει έναν παραμορφωτικό καθρέφτη μέσα του, η κάθε προσλαμβάνουσα ακτίνα, η κάθε προσπίπτουσα ακτίνα πάνω σ΄ αυτόν τον παραμορφωτικό καθρέφτη, μεταλλάσσεται, διαθλάται μεταλλαγμένη, γίνεται ο σπόρος που μετά αρχίζει και βασανίζει τον συγγραφέα. Καλεί τις μνήμες του και ανακαλεί από τις μνήμες του ή από τα καθημερινά γεγονότα που βιώνει άμεσα ή έμμεσα, και άλλα γεγονότα και τα παντρεύει με εκείνο τον σπόρο και κάποια στιγμή έρχεται η ώρα του να τον γεννήσει, έρχεται η ώρα του τοκετού. Η κυοφορία αυτή μπορεί να κρατήσει τρεις μέρες, μπορεί να κρατήσει τρία χρόνια, εξαρτάται.
ΠτΘ: Και το ποιο δύσκολο για σας στη συγγραφική διαδικασία;
Κ.Μ.: Το μέχρι να βρω την ιδέα και ν’ αρχίσω να την γράφω. Μέχρι να φτιάξω τον σκελετό, του τι θέλω να κάνω. Εύκολο είναι όταν αρχίζω να το γράφω. Μετά, ξαναρχίζουν τα δύσκολα, γιατί πρέπει να αποστασιοποιηθείς από αυτό που έγραψες, να το ξαναδιαβάσεις και να επέμβεις, να επέμβεις πλέον ως καλλιτέχνης και το δυσκολότερο από όλα είναι όταν δημιουργός καλείται να σβήσει κάποια κομμάτια του, να τα βγάλει, για να κάνει το έργο του κλαδεύοντας, καλύτερο, εκεί είναι η δυσκολία. Έχει δηλαδή όλη η διαδικασία και τις εύκολες και τις δύσκολες φάσεις της.
ΠτΘ: Γράφετε στο κομπιούτερ;
Κ.Μ.: Τα τελευταία 10 χρόνια γράφω στο κομπιούτερ.
ΠτΘ: Είστε επιτυχημένη συγγραφέας, σύζυγος και μητέρα. Ποιον από τους ρόλους σας θεωρείτε σπουδαιότερο;
Κ.Μ.: Όλους, ο ένας βοήθησε τον άλλον. Αν με ρωτούσατε πού θεωρώ ότι έχω πετύχει περισσότερο, θα σας έλεγα ως μητέρα. Την μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής μου την γνώρισα όταν έγινα μητέρα και κάθε μέρα από εκείνη τη στιγμή και μετά ήταν μια διαφορετική ευτυχία για μένα. Είναι τα παιδιά μου καλά, υπάρχει μια αμοιβαία σχέση αποδοχής και εμπιστοσύνης και αυτό είναι επιτυχία για μένα. Όταν ασχολήθηκα με όλα τα άλλα, είχα πάντα τη σύμφωνη γνώμη της οικογένειας, δεν έκανα ανταρσία σε τίποτα και όλα αυτά μαζί κάνουν την Κατερίνα Μουρίκη.
ΠτΘ: Είναι στις μέρες μας περίεργο. Είστε επιτυχημένη εν γένει, αλλά δεν έχετε ίχνος βεντετισμού και έπαρσης..
Κ.Μ.: Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να έχω την έπαρση της επιτυχίας, ποιας επιτυχίας; Αυτό που κατάφερα, μ’ αυτό που θα μπορούσα να είχα καταφέρει, είναι μικρό, ή αυτό που έχω καταφέρει, μπροστά σ΄ αυτό που κάνουν χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, είναι μικρό. Κάνω αυτό που μπορώ ελπίζοντας.
ΠτΘ: Κυρία Μουρίκη, για τη συζήτησή μας πολύ σας ευχαριστούμε.
Κ.Μ.: Κι εγώ. Στο επανιδείν.
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
