Μυθοι και αληθειες για τις ελληνοτουρκικες σχεσεις
Τριάντα έξι αναλύσεις είκοσι δύο Τούρκων ακαδημαϊκών περιλαμβάνει το βιβλίο «Μύθος και πραγματικότητα», ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, οι δύο τόμοι του οποίου παρουσιάστηκαν την Τετάρτη στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης από την εφημερίδα «Αντιφωνητής» και τον φοιτητικό σύλλογο «Ηρόδοτο» του τμήματος Ιστορίας-Εθνολογίας του Δ.Π.Θ.
Η επιμέλεια του πρωτότυπου κειμένου είναι του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων του πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, Φαρούκ Σονμέζογλου, και στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις «Ινφογνώμων» σε μετάφραση του Χρήστου Τσιβιτζίογλου.
Το θέμα του βιβλίου εκ των πραγμάτων προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, η αίθουσα ήταν γεμάτη, και εκείνοι που κλήθηκαν να το παρουσιάσουν, ο βουλευτής της Ν.Δ., Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο πρώην νομάρχης Έβρου, Γιώργος Ντόλιος και ο καθηγητής του Δ.Π.Θ., Ευστάθιος Κεκρίδης, δεν απέφυγαν τον πειρασμό, ειδικότερα οι δύο πολιτικοί, να σχολιάσουν και να αναλύσουν όλο το φάσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ξεπερνώντας το πλαίσιο της απλής παρουσίασης όσων καταγράφονται στο βιβλίο.
Ο κ. Στυλιανίδης αν και γνώριζε ότι είχε απέναντι του ένα κοινό το οποίο δεν έτρεφε και την καλύτερη άποψη για την ελληνική εξωτερική πολιτική σε σχέση με την Τουρκία, αλλά και για την ελληνοτουρκική προσέγγιση, δεν δίστασε να τοποθετηθεί σε πολλά και κρίσιμα σημεία υπέρ του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας αλλά και να συμφωνήσει με την πολιτική προσέγγισης με την γείτονα που ακολουθεί εδώ και τέσσερα χρόνια το υπουργείο Εξωτερικών.
Όπως επεσήμανε ο κ. Στυλιανίδης το συγκεκριμένο βιβλίο «μας δίνει να καταλάβουμε, πως πολλές φορές διαμορφώνεται η τουρκική εξωτερική πολιτική, γεγονός απαραίτητο για να γνωρίζουμε ποιος είναι ο έγκυρος συνομιλητής μας από την άλλη πλευρά» και αναγνώρισε την αναγκαιότητα για την παρουσίαση ενός αντίστοιχου βιβλίου που θα παρουσιάζει την ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας. Όπως είπε ο βουλευτής της Ν.Δ., «το βιβλίο αυτό ρίχνει τα τείχη και σκοτώνει τις προκαταλήψεις και επομένως διευκολύνει μια πιο καθαρή και ειλικρινή προσέγγιση». Το βιβλίο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, «είναι διδακτικό, γιατί μας δείχνει κάποια στοιχεία επιτυχούς βυζαντινής πολιτικής που έχει κληρονομήσει το σύγχρονο τουρκικό κράτος, τα οποία συμπυκνώνονται στη συνέχεια που παρουσιάζει η τουρκική πολιτική, στη συνέπεια της, θέτοντας στόχους τους οποίους επίμονα υπηρετεί από γενιά προς γενιά, και εμφανιζόμενη παράλληλα με ισχυρά στοιχεία αποτελεσματικότητας». Αναγνώρισε, επίσης την ύπαρξη στρατηγικής πίσω από κάθε κίνηση της Τουρκίας, απέφυγε, όμως, να προβεί σε μυθοποιήσεις και τις συνήθεις υπερβολές που ακούγονται στην ελληνική πολιτική σκηνή, λέγοντας ότι «υπάρχουν θετικά και αρνητικά στοιχεία στην εξωτερική πολιτική και της μιας και της άλλης πλευράς».
Το βασικό συμπέρασμα κατά τον κ. Στυλιανίδη, είναι ότι «στην εξωτερική πολιτική δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι, αλλά συμφέροντα που είτε συγκρούονται είτε συνασπίζονται. Εάν έχουμε στο μυαλό μας αυτό, αφήνουμε στην άκρη τα συναισθήματα και βλέπουμε πως μπορούμε να συνδυάσουμε τα συμφέροντα ώστε σε καμιά περίπτωση να μην θιγούν και τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα και ο ρόλος μας στην περιοχή». Τόνισε, μάλιστα, ότι υπάρχουν σημεία που μπορούν να «τα βρούνε», Ελλάδα και Τουρκία, αρκεί η άλλη πλευρά σε ορισμένα σημεία να αναθεωρήσει τη στάση της.
Ο αναπληρωτής τομεάρχης εξωτερικών του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επέμεινε ότι η Ελλάδα «δεν έχει την πολυτέλεια να προσχωρήσει στη λογική της σύγκρουσης με την Τουρκία, γιατί αυτή την πολιτική την πλήρωσε κατά το παρελθόν πολύ ακριβά», χωρίς, όμως, να γίνονται εκπτώσεις σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα ή τα μειονοτικά δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Πόλη ή της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη.
«Η οριστική λύση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα δοθεί μέσα από την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας», υποστήριξε, και για να γίνει αυτό απαραίτητη προϋπόθεση είναι να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ελλάδα, η οποία μπορεί να παίξει ένα ρόλο χρήσιμο και δημιουργικό προς αυτήν την κατεύθυνση. Διευκρίνισε, όμως, ότι η Τουρκία δεν μπορεί να γίνει δεκτή στην Ε.Ε. «με εκπτώσεις στο ευρωπαϊκό κεκτημένο». Δεν απέκλεισε, μάλιστα, να υπάρξουν και επώδυνοι συμβιβασμοί προκειμένου να ξεπεραστούν τα εμπόδια του παρελθόντος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, «αρκεί να μην υπάρχει ενδοτικότητα και να γίνονται υποχωρήσεις άνευ περιεχόμενου».
Ο κ. Στυλιανίδης αναγνώρισε δημοσίως την επιτυχία της πολιτικής Ισονομίας και Ισοπολιτείας που ασκήθηκε από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έναντι της μειονότητας, τονίζοντας ότι «η Θράκη τα τελευταία χρόνια έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα, και αυτό την καθιστά γέφυρα συνεργασίας και φιλίας μεταξύ των δύο κρατών και των δύο λαών».
Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι έκανε αναφορά για την ύπαρξη ενός μοντέλου, «όχι απλής ειρηνικής συνύπαρξης και συμβίωσης, αλλά συνδυασμένης και δημιουργικής συμβίωσης». Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι ενώ βρισκόταν ανάμεσα σε εκπρόσωπους διάφορων «εθνικά ευαίσθητων» συλλόγων που δραστηριοποιούνται στη Θράκη και τα μέλη τους ως επί το πλείστον βρίσκονται ιδεολογικά εγγύτερα στη Ν.Δ., αισθάνθηκε την ανάγκη να τους στείλει σαφές μήνυμα τονίζοντας ότι «υπάρχει ανάγκη να βάλουμε στην άκρη διάφορα εθνικιστικά ή άλλα κέντρα που προσπαθούν να δηλητηριάσουν τις σχέσεις μας και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις χειραγώγησης της μειονότητας από τη μια, και διατάραξης της ομαλής συμβίωσης από την άλλη, καθώς και εκείνους που εκμεταλλεύθηκαν τη δεσπόζουσα θέση τους στη διοίκηση, όχι για να υπηρετήσουν κάποια εθνική πολιτική, αλλά έχοντας ιδιοτελείς σκοπούς, εξέθεσαν με τη συμπεριφορά τους την ελληνική διοίκηση»…
Από την πλευρά του ο κ. Ντόλιος σημείωσε ότι «αν και οι πολιτικές μέθοδοι διαφέρουν, υπάρχει ένας κοινός τόπος στις ενέργειες αυτών που διαχειρίζονται την εξωτερική πολιτική στην Τουρκία».
Για την παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, είπε, ότι είναι αποτέλεσμα των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λοζάννης με την οποία εξαιρέθηκε από την ανταλλαγή με αντιστάθμισμα την εξαίρεση των ελλήνων της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου και πρόσθεσε ότι « η Τουρκία επιχείρησε να αξιοποιήσει την παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου στην περιοχή και να περάσει την πολιτική της, ενώ η Ελλάδα από την πλευρά της, απέναντι στη μειονότητα υπήρξε συχνά αμφιθυμική και επιζήμια. Η επί σειρά ετών επιβολή περιοριστικών μέτρων εις βάρος της μειονότητας, υπήρξε περισσότερο απόηχος των ανησυχιών και συναισθηματικής φόρτισης που προκαλούσε στο χριστιανικό πληθυσμό η δράση της Τουρκίας και δεν εντάσσονταν σε μια συστηματική και εμπεριστατωμένη μελέτη του προβλήματος, ούτε και υιοθετούσε μια μακροπρόθεσμη και αξιόπιστη πολιτική, στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης στρατηγικής», κατέληξε.
Στάθηκε, επίσης στην αλλαγή της πολιτικής έναντι της μειονότητας για την οποία είπε ότι είχε δύο θετικά αποτελέσματα: «κατάργησε μια αναχρονιστική και αναποτελεσματική πολιτική και τοποθέτησε τις βάσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας στις σχέσεις των δύο σύνοικων πληθυσμιακών στοιχείων της Θράκης».
Για την Τουρκία, τέλος, σημείωσε, ότι έφτασε η ώρα για να πάρει αποφάσεις σε σχέση με τους συμμάχους που θα επιλέξει να έχει στο προσεχές μέλλον, διαπιστώνοντας ότι ακόμα και η παράμετρος των αμερικανοτουρκικών σχέσεων βρίσκεται σε φάση αναθεώρησης, ενώ η Ε.Ε. μπορεί να αποτελέσει κατά τον κύριο Ντόλιο, «λύση για την γειτονική χώρα», που έχει ισχυρή οικονομία και τεράστια αγορά και μπορεί να εξασφαλίσει την επιρροή της Ευρώπης στην εγγύς ανατολή, μέχρι και τα σύνορα της Κίνας. Παράλληλα, ο κοσμικός χαραχτήρας του κράτους μπορεί να λειτουργήσει, κατά τον ίδιο, ως πρότυπο για τις άλλες ισλαμικές χώρες, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις αλλαγές που οφείλει να κάνει η Τουρκία στο πολιτικό της σύστημα προκειμένου να γίνει δεκτή στην Ε.Ε.
Να σημειωθεί, τέλος, ότι τη συζήτηση συντόνισε ο συντάκτης του «Αντιφωνητή», καθηγητής κύριος Κώστας Καραϊσκος.
Δ.Δ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
