«Μουσουλμανικη Μειονοτητα»
Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Βάνιας στη Θεσσαλονίκη το βιβλίο της Δήμητρας Ακριτίδου, «Μουσουλμανική Μειονότητα».
Η Δ. Ακριτίδου είναι ειδικός επιστήμονας στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, δημοσιογράφος και εκπαιδευτικός, και με το σύγγραμμά της επιδιώκει – όπως δηλώνει στον πρόλογο – να «…δώσει μια πρώτη εικόνα για την ιστορική παρουσία στο συγκεκριμένο χώρο, τη δομή, την κοινωνική σύνθεση και ενσωμάτωση, τη θρησκευτική ιεραρχία, την πολιτική και πολιτιστική οργάνωση και την πρακτική καθημερινότητα της μουσουλμανικής μειονότητας στον ελλαδικό χώρο» (σ.12).
Το βιβλίο έχει μικρό σχήμα (14Χ21,5 cm), 160 σελίδες και τιμάται 9.5 ευρώ.
Έχει πρόλογο, 4 κεφάλαια, βιβλιογραφία και παράρτημα. Στο πρώτο κεφάλαιο η συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη ιστορία της Θράκης, αναφέρεται στη εμφάνιση των πρώτων μουσουλμάνων στη Θράκη, και επικεντρώνεται στον εξισλαμισμό Παυλικιανών και Βογομίλων, στην ονομασία των Πομάκων και στην ιστορία τους κατά τον 20ο αιώνα. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στη δομή της κοινωνίας της «μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης» εστιάζοντας κυρίως στη θρησκεία, την εκπαίδευση και την κατοικία. Στο τρίτο κεφάλαιο ασχολείται με τη συμμετοχή της μειονότητας στο πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι της περιοχής, ενώ στο τέταρτο κεφάλαιο παραθέτει κάποια γενικά στατιστικά στοιχεία για τη Θράκη, αναφέρεται στη μορφή της κατοικίας των μουσουλμάνων στη Θράκη και επικεντρώνεται στη Θρακιώτισσα μουσουλμάνα γυναίκα στην ενδυμασία της, στη θέση της στην οικογένεια και στην κοινωνία κλπ, παραθέτοντας αποσπάσματα από συνεντεύξεις με τρεις γυναίκες.
Το βιβλίο μου προξένησε σειρά δυσάρεστων εκπλήξεων κυρίως από τον αριθμό και το μέγεθος των ανακριβειών.
•Ξεκινάει με το σημαντικό λάθος να συμπεριλαμβάνει στη μουσουλμανική μειονότητα τους Τούρκους της Ρόδου (σελίδα 11) για τους οποίους δεν υπάρχει καμία αναφορά ούτε στη Συνθήκη της Λωζάνης ούτε στη Σύμβαση Aνταλλαγής των Eλληνικών και Tουρκικών Πληθυσμών (30/1/1923) που ουσιαστικά αποτελεί και την «ιδρυτική πράξη» της μειονότητας.
•Ισχυρίζεται ότι μειονοτικοί μαθητές μαθαίνουν την τουρκική γλώσσα στην παλιά και στην νέα γραφή (σ. 46) ενώ η παλαιά τουρκική γραφή έπαψε να διδάσκεται σε μειονοτικά σχολεία της Θράκης εδώ και 30 χρόνια.
•Ισχυρίζεται ότι η Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης όπου φοιτούν οι μειονοτικοί νέοι που πρόκειται να διδάξουν το τουρκόγλωσσο μέρος του προγράμματος στα μειονοτικά σχολεία λειτουργεί από το 1952 (σ. 45) ενώ αυτή ιδρύθηκε το 1968.
•Αναφέρεται στη « …νηστεία των πενήντα ημερών του ραμαζανιού» !!! (σ. 36) ενώ ισχυρίζεται ότι « … κανένας άγιος του Ισλάμ δεν προέρχεται από τη Ροδόπη. Στην περιοχή δε βρίσκουμε στην ιστορική της διαδρομή μουσουλμανικά μοναστήρια, ούτε ποτέ υπήρξε στη Ροδόπη μυστικιστική μουσουλμανική ζωή». (σ. 60) Προφανώς αγνοεί ότι από τις Θέρμες (Ίλιτζα) της Ξάνθης μέχρι το Μικρό Δέριο (Κιουτσούκ Νερμπέντ) στον Έβρο η περιοχή βρίθει από τάφους ανωνύμων και επωνύμων μουσουλμάνων αγίων (μπαμπά), ενώ στη Ρούσα (Ουρσανλάρ) του Έβρου ο ξακουστός μπεκτασικός τεκκές του Κιζίλ Ντελή αποτέλεσε για αιώνες – και στις ψυχές και τα μυαλά κάποιων εξακολουθεί να αποτελεί – το σημαντικότερο μυστικιστικό ισλαμικό κέντρο της Βαλκανικής.
Στο βιβλίο της Δ. Ακριτίδου με έκπληξη (ξανα)διάβασα ότι οι «τουρκογενείς έχουν χρώμα προσώπου σκούρο καστανό προς το σταχτί» και «πόδια κοντά και όχι ίσια» (σ. 65) ενώ η μέγιστη έκπληξη με κατέλαβε όταν πληροφορήθηκα ότι οι Πομάκοι έχουν «κόγχη ματιών βαθουλωμένη, όπως εμφανίζεται στις απεικονίσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου» (σ. 63) και «χρώμα μαλλιών ξανθό, καστανό, κόκκινο ή μαύρο» (σ. 63) και όχι ας πούμε πράσινο ή μπλε όπως θα περίμενε ο μέσος αναγνώστης!
Επίσης εντυπωσιάστηκα από την πληροφορία ότι «Τα σπίτια των τουρκογενών έχουν γύρω κτισμένες ψηλές μάντρες … (ενώ) στα σπίτια των Πομάκων και των χριστιανών δεν υπάρχουν μαντρότοιχοι …» (σ. 69) και σκέφτηκα ότι οι μαντρότοιχοι που βλέπω στα σπίτια του χωριού Μυρτίσκη (Μούσατζικ) , π. χ. κοντά στα βουλγαρικά σύνορα είναι μάλλον οφθαλμαπάτη εκτός εάν οι (σλαβόφωνοι μουσουλμάνοι, δηλαδή Πομάκοι) κάτοικοι της Μυρτίσκης μυστηριωδώς και άγνωστο πότε μετατράπηκαν σε «Τουρκογενείς» – αλλαγή που προφανώς έγινε στο γονιδίωμα (μετάλλαξη) και επηρέασε άμεσα την αισθητική.
Εντυπωσιάστηκα όταν είδα τη συγγραφέα να δηλώνει – στη βιβλιογραφία, χωρίς να παραθέτει στο κείμενο – ότι έχει μελετήσει ορισμένους μεγάλους θεωρητικούς τους εθνικισμού (Gelner, Anderson) και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί την ανυπόστατη αναλυτική κατηγορία «φυλή» (σ.11, 31, 47, 48). Εντυπωσιάστηκα ακόμη από την χρήση του όρου “τουρκογενείς” που είναι και πραγματολογικά ανεπαρκής και μεθοδολογικά λανθασμένος. Ποιος άραγε γνωρίζει ακριβώς και πλήρως τα συστατικά του τουρκικού “γένους” ώστε να εντάξει με ασφάλεια κάποια άτομα σε αυτή την συγκεκριμένη ομάδα. Και έπειτα, ακόμα και αν επιλεγεί για την κατηγοριοποίηση το – έστω και λανθασμένο – κριτήριο του γένους, πώς αυτό θα εφαρμοστεί στις άλλες ομάδες; θα έχουμε πομακογενείς ή μήπως σλαβογενείς (ή ελληνογενείς !) ή τι άλλο. Και με τους λεγόμενους Tσιγγάνους τι γίνεται; Για να μη σχολιάσω τη σχέση μεταξύ γένους και γενετικού υλικού που σαφώς υπονοεί σχέση μεταξύ γονιδιώματος και πολιτισμού.
Η συγγραφέας προφανώς δεν έχει συνολική εποπτεία του θέματος – παρά το ότι, όπως δηλώνει (σ. 89) έχει ζήσει πολλά χρόνια στη Θράκη. Στον κατάλογο των τουρκόφωνων εφημερίδων που εκδίδονται στη Θράκη (σ. 40) και περιλαμβάνει την Ακίν, που σταμάτησε να εκδίδεται το 1993, και δεν αναφέρει την Γκιουντέμ που εκδίδεται από το 1996.
Η συγγραφέας έχει ύφος άλλοτε διαγγελτικό – ωσάν κρατικός αξιωματούχος – και άλλοτε καταγγελτικό ωσάν ακτιβίστρια, χωρίς όμως να κάνει σαφές για ποιών τα δίκια παλεύει. Συχνά προβαίνει σε άκριτη αναπαραγωγή πορισμάτων «εθνικής επιστήμης» της δεκαετίας του 1970 ενώ, προφανώς, αγνοεί όλη την πρόσφατη έρευνα πάνω στη μειονότητα, καθώς η βιβλιογραφική της ενημέρωση σταματάει στο 1995, δηλαδή σε υλικό που συγκεντρώθηκε και μελετήθηκε τουλάχιστον προ δεκαετίας.
Η προσέγγιση της συγγραφέως στο ζήτημα δεν είναι ούτε θετικιστική, όπου την εγκυρότητα των ευρημάτων της θα διασφάλιζε η παράθεση υποθέσεων εργασίας, μεθόδων έρευνας, δείγματος και τρόπου επιλογής του, τρόπου επεξεργασίας στοιχείων, πορισμάτων κλπ, ούτε ερμηνευτική, όπου την εγκυρότητα των ευρημάτων θα εγγυόταν η εκτενής περιγραφή της θεώρησης δηλαδή της ιδεολογίας και τελικά της υποκειμενικότητας της ερευνήτριας.
Από το βιβλίο «Μουσουλμανική μειονότητα» δεν έμαθα τίποτα καινούργιο. Έχω την αίσθηση ότι η Δήμητρα Ακριτιδου συναντά το στόχο που θέτει στον πρόλογο του βιβλίου της – να δώσει μια πρώτη εικόνα για τη μειονότητα – όμως η εικόνα που δίνει είναι στρεβλή και αποσπασματική.
Εκτιμώ ότι το βιβλίο της Δ. Ακριτίδου «Μουσουλμανική μειονότητα» δε συμβάλει στην οικοδόμηση νέας γνώσης. Αντίθετα θολώνει το τοπίο και συμβάλλει στη δημιουργία και στην αναπαραγωγή αρνητικών στερεοτύπων δεν φωτίζει τον αμύητο και εμποδίζει τους ήδη εμπλεκόμενους – και άρα σε κάποιους βαθμούς γνώστες – να εντοπίσουν τα προβλήματα και να σχεδιάσουν λύσεις.
Γιώργος Μαυρομμάτης
Κομοτηνή, 29/10/2004
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
