«Μουσουλμανες της Ανατολης»

Μπορούν και δικαιούνται οι μουσουλμάνες γυναίκες να συμπορευτούν στους αγώνες για τη γυναικεία χειραφέτηση με τον δυτικό φεμινισμό ή αναγκάζονται να ακολουθήσουν άλλους δρόμους και πώς;

Στο ερώτημα αυτό απαντούν τα κείμενα του τόμου τούτου, σε μια εποχή που τα φαινόμενα της φυσικής εξόντωσης μουσουλμανίδων από μέλη της οικογένειάς τους πληθαίνουν ακόμη και στην προοδευτική και ανεκτική Δύση. Οι λόγοι είναι καθαρά πολιτισμικοί και θρησκευτικοί και οι προεκτάσεις αυτών των φαινομένων συγκλονιστικές για τον σύγχρονο άνθρωπο. Στο συλλογικό αυτό τόμο περιλαμβάνονται ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες που αναζητούν τις παραμέτρους και τις συνθήκες καταγραφής της «μοίρας» των γυναικών σήμερα σε μουσουλμανικές χώρες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας. Οι αναλύσεις των εθνογραφικών περιπτώσεων που παρουσιάζονται εδώ στρέφονται γύρω από την κατασκευή του έμφυλου εαυτού, τη χρήση της σεξουαλικότητας, τις πολιτικές της θρησκείας και του κράτους, τη διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο. Η επιμέλεια του τόμου ανήκει στην Κομοτηναία Επιστημόνισσα, Φωτεινή Τσιμπιρίδου, Κοινωνική Ανθρωπολόγο, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Έχει πραγματοποιήσει συστηματικές έρευνες σε μουσουλμανικούς και μη πληθυσμούς της Θράκης και έχει δημοσιεύσει μελέτες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά γύρω από τα ζητήματα «πολιτικών ταυτότητας», πολιτισμού και διαχείρισης μειονοτικών και περιθωριακών καταστάσεων. Είναι συγγραφέας του βιβλίου, Les Pomak dans la Thrace grecque. Discours ethnique et pratiques socioculturelles, Paris, L’Harmattan 2000. Τελευταία ασχολείται με όψεις του Ισλάμ στην Τουρκία και τη Μέση Ανατολή.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πόσο ευθύνεται το Ισλάμ για τη διαφορετικότητα των ανθρώπων σε «Δύση και Ανατολή», εφόσον αποδεχθούμε ότι η διάκριση αυτή υφίσταται; Πώς σχετίζεται η διάκριση «Ανατολής/Δύσης» και πόσο το «Ισλάμ» με τη μοίρα των γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες; Μπορούν οι μουσουλμάνες γυναίκες να συμπορευτούν στους αγώνες για τη γυναικεία χειραφέτηση με τον δυτικό φεμινισμό ή θα πρέπει να ακολουθήσουν άλλους δρόμους; Μπορεί η εικόνα της «γυναίκας στο Ισλάμ» να αποτελέσει και σήμερα αναλυτική κατηγορία στις κοινωνικές επιστήμες ή θα πρέπει να επεκταθούμε στις κατασκευές του έμφυλου εαυτού, στη χρήση της σεξουαλικότητας, στις πολιτικές της θρησκείας και του κράτους, στη διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο γενικότερα; Πρόκειται για ορισμένα βασικά ερωτήματα στα οποία προσπαθούν να απαντήσουν οι ανθρωπολογικές κατά το πλείστον μελέτες αυτού του τόμου. Οι εθνογραφικές έρευνες στις μουσουλμανικές – και όχι μόνο – κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, ενδεικτικό δείγμα των οποίων δημοσιεύεται και σχολιάζεται στον παρόντα τόμο, μας οδηγούν στην διαπίστωση ότι το σώμα, και ιδιαίτερα το γυναικείο σώμα, είναι πολύπαθο και υφίσταται συνεχείς και αναπροσαρμοζόμενους ετερο- και αυτό – ελέγχους τουλάχιστον από την εποχή της Αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα. Αυτό διαπιστώνεται πολύ εύκολα αν εξετάσει κανείς τους λόγους που αρθρώνουν οι ενδιαφερόμενοι παρατηρητές και ερευνητές, οι οποίοι προέρχονται τόσο από το εσωτερικό αυτών των κοινωνιών, όσο και από τις χώρες της Δύσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο συνεχής λόγος «περί μαντίλας», η διαμάχη της οποίας ξεκινά από την εποχή της Αποικιοκρατίας και εμπλέκει σήμερα τους δύο κατασκευασμένους με διαχωριστικές γραμμές κόσμους της Ανατολής και της Δύσης. Οι φαινομενικά αντικρουόμενοι λόγοι για τη μαντίλα και κατ’ επέκταση για το ζήτημα της διαχείρισης του έμφυλου γυναικείου εαυτού φαίνεται να παράγουν πολλαπλά και συγκρουσιακά νοήματα αντιπαραβαλλόμενοι διαχρονικά. Από μια μεριά οι λόγοι περί μαντίλας αναδεικνύουν τις διαφορετικές προτεραιότητες των κοινωνικών υποκειμένων που τους εκφέρουν σε ό,τι αφορά τις αναπαραστάσεις και τις πολιτισμικές νοηματοδοτήσεις της. Στη συνέχεια η μαντίλα γίνεται σύμβολο που χρησιμοποιείται πολιτικά από κυρίαρχους και υποδεέστερους, από άνδρες και γυναίκες μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο δομών εξουσίας και πρακτικών ηγεμονίας.

Επειδή το ζήτημα της «μαντίλας» λειτουργεί μετωνυμικά για τη σχέση γυναίκας/Ισλάμ, θα σταθώ σε ενδεικτικά διαχρονικά παραδείγματα:

Θα ξεκινήσω με το λόγο ενός Αιγύπτιου εκσυγχρονιστή και φεμινιστή δημοσιογράφου που στα 1898 επισήμαινε ότι «στην Ανατολή καλύπτουμε με μαντίλα τη γυναίκα κάτω από το ζυγό του άνδρα και τον άνδρα κάτω από το ζυγό της κυβέρνησης. Εκεί όπου οι γυναίκες απολαμβάνουν τις ατομικές ελευθερίες τους οι άνδρες απολαμβάνουν τις πολιτικές ελευθερίες τους. Οι δύο περιπτώσεις είναι αλληλοεξαρτώμενες». Πρόκειται για θέση ομιλητή που επηρεασμένος από τις ιδέες περί προόδου του Διαφωτισμού στέκεται μεν κριτικά απέναντι στον αυταρχισμό της εξουσίας, προτάσσει ωστόσο ιεραρχικά την κοινωνική/πολιτική χειραφέτηση των ανδρών έναντι αυτής των γυναικών στη χώρα του, θεωρώντας «αυτονόητο» το γεγονός ότι ο πολιτικός/δημόσιος χώρος ανήκει στους άνδρες.

Έναν αιώνα αργότερα, στον αντίποδα του παραπάνω λόγου συνιστά κανείς μιαν εκπρόσωπο της «επανάστασης κάτω από το πέπλο» στο Ιράν. H Fatemeh Amini, θρησκευόμενη διαζευγμένη ισλαμίστρια, ιδρύτρια το 1972 της πρώτης θρησκευτικής σχολής για γυναίκες, η οποία σήμερα διευθύνει τη θρησκευτική σχολή Fatameh Zahra στην Τεχεράνη, ισχυρίζεται ότι οι «διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στη δεκαετία του 1990 συνεχίζονται ακόμη και μετά την επανάσταση, παρόλο που στο Κοράνι οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ίσοι (…)». Το πρόβλημα κατά τη γνώμη της εντοπίζεται στο γεγονός ότι δεν επιτρέπεται στις γυναίκες να ειδικεύονται στη θρησκευτική νομολογία και να εμβαθύνουν έτσι πάνω στα προβλήματα της καθημερινότητας που αντιμετωπίζει ο γυναικείος πληθυσμός: «Η κοινωνία έχει ανάγκη εξίσου από γυναίκες γιατρούς και μηχανικούς όπως και από γυναίκες Mojtahed (ειδικούς της θρησκευτικής νομολογίας), εντούτοις πολλά εμπόδια ανεγέρθηκαν μπροστά στις γυναίκες που θέλησαν να αποκτήσουν αυτό το βαθμό. Εάν δεν υπήρχαν αυτά τα εμπόδια, σήμερα θα μπορούσαμε να έχουμε ειδικευμένες γυναίκες στην ισλαμική νομολογία, ικανές να βρίσκουν λύσεις στα προβλήματα του γυναικείου πληθυσμού, όπως και στα κοινωνικά προβλήματα… Στόχος μας είναι να συμβάλουμε στη δημιουργικότητα των νέων κοριτσιών και να αυξήσουμε την εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους». Η δεύτερη αυτή άποψη διατυπώνεται στο είδος του εντόπιου ισλαμικού φεμινισμού που αναζητά τη θέση των γυναικών στον ήλιο του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν στη δεκαετία του 1990. Εδώ οι γυναίκες, πραγματοποιώντας την επανάστασή τους «κάτω από το πέπλο», επιζητούν ισότιμη συμμετοχή στον δημόσιο ανδροκρατούμενο χώρο, που βεβαίως βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα της θρησκείας. Οι γυναίκες αυτές διεκδικούν και πετυχαίνουν όπως θα δούμε στο μέτρο του δυνατού, χωρίς το ζήτημα της μαντίλας να αποτελεί για αυτές προτεραιότητα.

Την ίδια εποχή φεμινιστικές αναλύσεις επισημαίνουν ότι οι γυναίκες καταφεύγουν στη μαντίλα επειδή αυτοελέγχονται και θέλουν με τον τρόπο αυτό να εναντιωθούν στις καπιταλιστικές ανάγκες που χρησιμοποιούν το γυναικείο σώμα: «Στη Δύση ο έλεγχος έρχεται από τις καπιταλιστικές ανάγκες που χρησιμοποιεί το σώμα της γυναίκας για να τις προωθήσει, ενώ για να απορρίψουν αυτό το μοντέλο γυναίκας στη Μέση Ανατολή οι γυναίκες στρέφονται στον απόλυτο έλεγχο του γυναικείου σώματος». Οι φεμινιστικές αυτές θέσεις θεωρούν ότι «οι αστές της Μέσης Ανατολής προβαίνουν σε μια πράξη για την οποία κατηγορούν τις δυτικές, υποθέτοντας ότι με αυτό τον τρόπο μιλούν για λογαριασμό αυτών που δεν έχουν φωνή ή επιλογές για να καλύψουν ή όχι το κεφάλι τους». Οι φεμινίστριες αναρωτιούνται για το «τι είδους ελευθερία είναι αυτή που υιοθετεί τα σύμβολα του δυνάστη για να παραχθεί, αφού, μέσα από το δικαίωμα να φορούν τη μαντίλα χρησιμοποιούν ουσιοκρατικά τα δυτικά φιλελεύθερα επιχειρήματα για να εναντιωθούν στη Δύση» (βλ. το κείμενο της Carol Delaney στον παρόντα τόμο).

Δεν είναι η πρώτη φορά όμως που οι λόγοι της Δύσης επιμένουν τόσο πολύ στο ζήτημα της μαντίλας και της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος, ενώ τα μηνύματα από την πλευρά των μουσουλμάνων γυναικών της Ανατολής δείχνουν να τοποθετούν το ζήτημα της κάλυψης σαφώς σε δεύτερη μοίρα. Στον παραπάνω λόγο της φεμινίστριας ανθρωπολόγου θα μπορούσαμε να αντιπαραβάλουμε την εκδοχή μιας γνωστής νέου τύπου μουσουλμάνας, βοηθό Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου, η οποία χρησιμοποιεί πολιτικά το Ισλάμ ασκώντας κριτική τόσο στις δυτικές φεμινιστικές, όσο και στις ισλαμικές/φονταμενταλιστικές θέσεις. Το ζήτημα κατά τη γνώμη της έγκειται όχι στην αποδόμηση, αλλά στην «αναδόμηση του Ισλάμ», όπως λέει. Η θέση της είναι ότι το ζήτημα της μαντίλας που έχει γίνει έμμονη ιδέα στη Δύση σχετίζεται με μιαν αντίληψη διάκρισης του δημόσιου από τον ιδιωτικό χώρο, η οποία χαρακτηρίζει εξίσου τη δυτική νεωτερικότητα και τους ισλαμιστές, δεν υπάρχει όμως, όπως λέει, στις γραφές του Ισλάμ ούτε διακρίνει την κοινωνική οργάνωση των κοινωνιών στη Μέση Ανατολή, η οποία στρέφεται γύρω από την οικογένεια: «Βασικά αρνούμαι κατηγορηματικά τη διχοτομία «ιδιωτικού/δημόσιου», η οποία είναι κυρίαρχη τόσο στη Δυτική νεωτερικότητα, όσο και στη σκέψη των ισλαμιστών. Αυτή η διχοτομία δίνει προτεραιότητα ή όχι στην ιδιωτικότητα, όπως π.χ. στην οικογενειακή ζωή. Κατά τη γνώμη μου το Ισλάμ δεν εμπεριέχει τέτοιες πολωμένες αντιλήψεις. Το ιδιωτικό είναι πολιτικό όχι με την έννοια του επιθετικού φεμινισμού, αλλά υπό την έννοια της μουσουλμανικής αλληλεγγύης, τη σημασία της κοινωνικής υποδομής και τα θεμέλια της πολιτικής. Τα κοινωνικά κινήματα δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά σε ένα μουσουλμανικό κοινωνικό σύστημα χωρίς να αναλυθεί η εκτεταμένη οικογένεια ως πολιτική και οικονομική ενότητα. Η παλαιστινιακή Ιντιφάντα αποτελεί ένα παράδειγμα». […] Παρά τις διαφορετικές δομές και πολιτισμικές κληρονομιές του παρελθόντος σε Ανατολή και Δύση, η αποικιοκρατική επαφή κυρίως μετά τον 19ο αιώνα φαίνεται να δημιούργησε κοινές μορφές διαπαιδαγώγησης των κοινωνικών υποκειμένων. Από τα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται ότι οι διεκδικήσεις γύρω από τα ατομικά δικαιώματα και ο επαναστατικός χαρακτήρας του γαλλικού ή αμερικανικού φεμινισμού μετατρέπεται στην περίπτωση των γυναικών της Ανατολής σε προσφυγή στις γραφές του Ισλάμ για αναζήτηση Αλήθειας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Το ενδιαφέρον είναι ότι ενώ και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν παρόμοια εννοιολογικά εργαλεία, στις δυτικές θέσεις προτάσσονται τα ατομικά, ενώ στις ανατολικές θέσεις τα ευρύτερα συλλογικά και κοινωνικά δικαιώματα. Οι νέες μουσουλμάνες που υιοθετούν τη μαντίλα ως «επιλογή» φαίνεται με αυτό τον τρόπο να επαναστατούν όχι τόσο για τις αδικίες που διαπράττονται σε βάρος της Ανατολής. Παρόλο που σε τοπικό επίπεδο οι γυναίκες αυτές επωφελούνται απολαμβάνοντας την πρόσβαση στον δημόσιο χώρο χωρίς παρενοχλήσεις, οι σύγχρονες αυτές μουσουλμάνες μοιάζουν να επιφορτίζονται το άχθος των διακρίσεων της Δύσης επί της Ανατολής τόσο κατά το παρελθόν όσο και σήμερα. Οι γυναίκες αυτές φαίνεται να είναι προϊόντα αντιφάσεων σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, τα οποία γεννήθηκαν με την αποικιοκρατική επαφή. Πιο συγκεκριμένα, ο δημόσιος χώρος δημιουργήθηκε και συγκροτήθηκε από τις ανδροκρατούμενες δυτικές θέσεις που ήθελαν τη γυναίκα έγκλειστη στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού. Οι θέσεις αυτές συνομίλησαν, ωστόσο, με τις τοπικές οικογενειοκρατικές και πατριαρχικές αξίες σε βάρος των γυναικών. Παράλληλα οι ίδιες γυναίκες έναν αιώνα πριν κλήθηκαν να συγκροτήσουν την εικόνα ενός εκσυγχρονισμένου κατά τα δυτικά πρότυπα εθνικού κράτους πετώντας τη μαντίλα. Στη συνέχεια οι γυναίκες, ενώ μιμήθηκαν τον αστικό τρόπο ζωής των αποικιοκρατών και των εντόπιων συνεργατών τους παραμένοντας κλεισμένες στο σπίτι και στους ρόλους της μητέρας και της συζύγου, στερήθηκαν πολλά κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα τα οποία διεκδικούν σήμερα κάτω από την ισλαμική μαντίλα.

Μίμηση και αντίσταση, για να παραπέμψουμε στην κριτική των Μετααποικιακών Σπουδών, αποτελούν πρακτικές των υποδεέστερων κοινωνικών υποκειμένων της πρώην αποικιοκρατούμενης Ανατολής, οι οποίες χρησιμοποίησαν τη γυναίκα τόσο τις πολιτικές του εθνικισμού κατά το παρελθόν όσο και στις πολιτικές της αντίστασης στις δυτικές ηγεμονίες σήμερα, θέτοντάς τη παράλληλα σε νέες θέσεις υπαγωγής.

Οι σημερινές «επιλογές» ισλαμικής περιβολής των γυναικών μοιάζουν για τις ορθολογικές φεμινιστικές θέσεις ως θυσίες της αυτοδιάθεσης του εαυτού και του σώματός τους, ενώ οι ίδιες οι γυναίκες θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό δικαιώνονται κοινωνικά. Οι εμπειρίες των ερευνητών πεδίου, οι αυτοβιογραφίες, ο κινηματογράφος και κυρίως οι έρευνες που πραγματοποιούνται στα πλαίσια των Μετα-αποικιακών Σπουδών μας προμηθεύουν με δεδομένα συγκρουσιακού χαρακτήρα σε ό,τι αφορά τα βιώματα των γυναικών σε σχέση με τον εαυτό, το σώμα, το συναίσθημα, την αυτοεκτίμηση και τη χειραφέτηση γενικότερα. Το σκηνικό περιπλέκεται περισσότερο εφόσον η δυτικού τύπου «χειραφέτηση» (πρόσβαση στην αγορά εργασίας ως «δικαίωμα») καταλήγει να γίνεται «ανάγκη επιβίωσης» για τις γυναίκες όλου του κόσμου κατά την εποχή του ύστερου καπιταλισμού, που ορίζεται με τις αρχές του υπερκαταναλωτισμού.

Τα εθνογραφικά παραδείγματα που αναφέρονται σε αυτό τον τόμο αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα του ζητήματος της γυναικείας χειραφέτησης – παρόλο που το ζήτημα είναι γενικότερο – ειδικά για το χώρο της μουσουλμανικής Ανατολής. Ανδρική προτεραιότητα, αυταρχικό κράτος, οικογενειοκρατία, παιδεία και εθνικό κράτος, διαχωρισμός των δύο φύλων, διάκριση δημόσιου/ιδιωτικού, άνιση κατανομή εισοδημάτων κ.α. οδηγούν σε πολιτική χρήση της θρησκείας και της σεξουαλικότητας τόσο από μέρους των απλών κοινωνικών δραστών, όσο και από τις κυρίαρχες ελίτ. Σε ένα τέτοιο σκηνικό, όταν η κοινωνία δυσκολεύεται να αναπαράγει τις συμβάσεις της εξαιτίας εσωτερικών συγκρούσεων και εξωτερικών πιέσεων, ρόλο καταλύτη φαίνεται να αναλαμβάνει η θρησκεία, ενώ προκειμένω το Ισλάμ. Η φονταμενταλιστική εκδοχή της τελευταίας κινείται στα πλαίσια της «επιστροφής του Θεού» που απαιτεί αποστασιοποίηση/απεθισμό του σωστού μουσουλμάνου από το σύγχρονο προκλητικό περιβάλλον. Τραγική ειρωνεία ωστόσο αποτελεί το γεγονός ότι και οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ) αντλούν επιχειρήματα από την ίδια μισογυνική βιβλική παράδοση προκειμένου να ασκηθεί έλεγχος στο σώμα, στην απόλαυση και στη σεξουαλικότητα κυρίως των πιο ελεγχόμενων κοινωνικών υποκειμένων, δηλαδή των γυναικών. […] Το αφιέρωμα αυτού του τόμου στις «Μουσουλμάνες της Ανατολής» στοχεύει να αναδείξει εμπειρίες γυναικών μπροστά σε συγκεκριμένες βιοπολιτικές εξουσίας – «βιοπολιτική, ως πολιτική που συγκροτεί και προστατεύει το σώμα» – οι οποίες διαμορφώνονται σε βάρος των υποδεέστερων κοινωνικών υποκειμένων της μουσουλμανικής Ανατολής, δηλαδή τις γυναίκες, από την εποχή της Αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα. Σήμερα που τόσο η επιστημονική αυθεντία και η αντικειμενική Αλήθεια, όσο και ο ακραίος πολιτισμικός σχετικισμός αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό, η αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων παρουσίασης των δεδομένων τόσο υπό το πρίσμα της εντόπιας ηθικής όσο και υπό το πρίσμα της κριτικής/αναστοχαστικής στάσης του ερευνητή γίνεται επιτακτική ανάγκη. Ανοίγοντας το διάλογο πέρα από τους πληροφορητές και με τους εντόπιους δημιουργούς που στέκονται κριτικά απέναντι στην κοινωνία τους και αναστοχαστικά απέναντι στο έργο τους φαίνεται να μπορούμε να διευρύνουμε τις οπτικές κατανόησης σχετικά με την περιοχή της Ανατολής και τους ανθρώπους της.

– Τα κείμενα

• Συναρπαστικό όχι ως προς τον προκλητικό του χαρακτήρα αλλά ως προς τη δύναμη της επιτόπιας έρευνας και της διεισδυτικής ανθρωπολογικής ανάλυσης, το κείμενο της ανθρωπολόγου Boddy. Η συγγραφέας όχι μόνο μας οδηγεί στην κατανόηση αυτού που στα μάτια μας μοιάζει

παράλογο», αλλά, μέσα από μια συστηματική συμβολική/ερμηνευτική προσέγγιση, μας δείχνει τους δρόμους και τις γνωστικές κατηγορίες κοινωνικών που ακολουθούν την προ-λογική σκέψη. Η Boddy προβαίνοντας σε συσχετισμούς συμβολισμών του σώματος και του σπιτιού, της ξηρασίας και της υγρασίας, του περίκλειστου, του αγνού και του λευκού αφενός αποσυνδέει την πρακτική του ακρωτηριασμού από την κοσμοθεωρία του Ισλάμ – το οποίο προσπαθεί να απαλύνει αν όχι να προστατέψει τις γυναίκες από αυτή την πρακτική, καταφεύγοντας ωστόσο σε ελαφρότερα είδη περιτομής- αναδεικνύοντας τον αρχαϊκό χαρακτήρα των συμβόλων που παραπέμπουν τον αναγνώστη στην ψυχανάλυση, στα είδη της σύγχρονης τέχνης, στο σουρεαλισμό κ.λπ.

• Το κείμενο της Bauer, επικεντρώνοντας και αυτό το ζήτημα της διαχείρισης της σεξουαλικότητας, συζητά τους τρόπους διαπραγμάτευσης της γυναικείας ταυτότητας στο προεπαναστατικό Ιράν. Το κείμενο μεταξύ άλλων επιλέχθηκε προκειμένου να καταστήσει σαφές ότι για τον περιορισμό του γυναικείου σώματος δεν ευθύνεται μόνο η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, μια ευρέως διαδεδομένη στερεότυπη αντίληψη που συστηματικά διαδίδεται και επικρατεί στον δυτικό κόσμο.

• Η Abu-Lughod εξετάζει μια διαφορετική παράμετρο στο ζήτημα της διαχείρισης της σεξουαλικότητας που αφορά στους μηχανισμούς της εξουσίας και τους τρόπους με τους οποίους αυτή επιβάλλεται ηγεμονικά στις γυναίκες.

• Η Doumato στο κείμενό της μας παρέχει αναλυτικά ένα ακραίο παράδειγμα αντικειμενοποίησης και θυσίας των γυναικών στο βωμό της μοναρχίας, γεγονός που πραγματοποιείται στο όνομα του εθνικισμού που χρησιμοποιεί ως δεκανίκι τη θρησκεία. Εθνικισμός και ισλαμικός φεμινισμός αποτελούν δύο κινήματα που συνδέονται με τη θρησκεία, εμπλέκονται άμεσα με τις γυναίκες και καθορίζουν τη «μοίρα» των μουσουλμάνων γυναικών σήμερα. Το ακραίο παράδειγμα της Σαουδικής Αραβίας γίνεται κεντρικό διακύβευμα για ένθερμους υποστηρικτές και φανατικούς πολέμιους.

• Η Duval συζητά το ζήτημα του ισλαμικού φεμινισμού μεταφέροντάς μας στη σύγχρονη Αίγυπτο. Εδώ στις αρχές του αιώνα είχε ξεκινήσει το ισλαμικού τύπου φεμινιστικό κίνημα, το οποίο ενεργοποιήθηκε συστηματικά από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Η ανθρωπολόγος εντάσσει το κίνημα του ισλαμικού φεμινισμού στο γενικότερο πλαίσιο των ισλαμικών οργανώσεων διαμαρτυρίας απέναντι στα διεφθαρμένα δυτικότροπα καθεστώτα των μουσουλμανικών χωρών, επικεντρώνοντας την έρευνά της κυρίως στις «Αδελφές Μουσουλμάνες», γυναικείο τμήμα των «Αδελφών Μουσουλμάνων» της Αιγύπτου.

• H Tadjbakhsh συζητά το δίλημμα της επιλογής των γυναικών στο Τατζικιστάν μεταξύ κοσμικών κεκτημένων για τη χειραφέτηση του φύλου τους στη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου και εν μέσω εθνικής ιδεολογίας που τις χρησιμοποιεί πολιτικά ταυτίζοντάς τις με την παράδοση του Ισλάμ κατά τη μετασοσιαλιστική περίοδο. Εδώ έχουμε τη σύσταση ενός εθνικού κράτους στη μετασοβιετική περίοδο, διαδικασία η οποία φαίνεται να βιώνεται από τα κοινωνικά υποκείμενα με όρους απo-αποικιοποίησης από τη ρωσική ηγεμονία.

Ο τόμος κλείνει με το κείμενο της Delaney, το οποίο διαπραγματεύεται συνολικά τα επιμέρους ζητήματα αυτού του αφιερώματος από τη σκοπιά μιας φεμινιστικής σημειωτικής προσέγγισης. Με αφορμή το πάντα επίκαιρο και πολιτικό ζήτημα της κάλυψης της κεφαλής των γυναικών, η ανθρωπολόγος προβαίνει στην πολιτισμική ανάλυση των σημασιών που έχουν τα μαλλιά και το κεφάλι στο παράδειγμα μιας τοπικής κοινωνίας στην Τουρκία.

Επιλέγοντας να αναφέρουμε ότι στον τόμο φιλοξενούμε ακόμη κείμενα των ανθρωπολόγων Tassadit Yacine για τις σχέσεις των φύλων στην Αλγερία, καθώς και δύο εξαιρετικά κείμενα σε διάλογο, της επιμελήτριας του τόμου Φωτεινής Τσιμπιρίδου και της Deniz Kandiyoti, τα οποία πραγματεύονται τις «πατριαρχικές διαπραγματεύσεις» σε σχέση με την ασφάλεια ή την ανασφάλεια που γεννούν συγκροτημένες δομές επί αιώνες και στην γυναίκα του Ισλάμ.

Ένα ιδιαίτερα χρήσιμο για την μελέτη των ταυτοτήτων με βάση το φύλο, «τον έμφυλο εαυτό» και για τη Θράκη.

Αναζητείστε το.

Επιμέλεια: Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.