MΟΥΣΙΚΗ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΑΠO ΤΟ TRIO TRITONOUS

Από τον Γιώργο Τσομή, Επ. Καθηγητή του τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Τρία piano-trios των J. Haydn (Hoboken XV: 25 σε Σολ μείζονα), L. v. Beethoven (έργο 70, αρ.1 σε Ρε μείζονα) και D. Schostakovitsch (αρ. 2 σε μι ελάσσονα) ακούστηκαν την περασμένη Κυριακή, 28-02-2010 από το ελληνοαυστριακό Τrio Tritonous (Μαρία Μυλαράκη πιάνο, Kathrin Lenzenweger βιολί, Philipp Comploi τσέλο) στην αίθουσα εκδηλώσεων της Νομαρχίας Ροδόπης στην Κομοτηνή υπό την αιγίδα του πρεσβευτή της Αυστρίας στην Ελλάδα κυρίου Michael Linhart, ο οποίος παρακολούθησε την εκδήλωση.


Διόλου τυχαία προφανώς η επιλογή των έργων, γιατί εκτός από τη δεξιοτεχνία που απαιτούν παρουσιάζουν ιδιαίτερο μουσικολογικό ενδιαφέρον, μια και οι Haydn και Schostakovitsch παντρεύουν εδώ με τον καλύτερο τρόπο την έντεχνη με τη δημώδη μουσική, ενώ τα Largo μέρη των Beethoven και Schostakovitsch αποτελούν πρωτοποριακές μορφές έκφρασης.


Η συναυλία ξεκίνησε με το πιάνο τρίο του Beethoven έργο 70, αρ. 1 σε ρε μείζονα γνωστό και ως τρίο των πνευμάτων – ονομασία που πήρε από το το δεύτερο μέρος, το Largo. Πρόκειται για ένα τρίο, στο οποίο ο διάλογος μεταξύ του πιάνου και των δύο άλλων εγχόρδων πραγματοποιείται με πρωτοφανείς χρωματισμούς ανοίγοντας έτσι νέους δρόμους έκφρασης που τους συναντάμε κατά κύριο λόγο στη συμφωνική μουσική του συνθέτη. Το τρίο αρχίζει με ένα γεμάτο ενέργεια Αllegro vivace τραγουδισμένο ουνίσονο από όλα τα όργανα για να μεταπηδήσει εντελώς απρόσμενα στη δεσπόζουσα της Σι μείζονα. Μία τέτοια αρμονική αντιμετώπιση ξενίζει αρχικά τον ακροατή του Beethoven, προσδίδει όμως μία δραματική ένταση πλήρους ζοφερότητας, η οποία τονίζει τη λυρικότητα του θέματος, πράγμα που ίσως δεν φάνηκε τόσο έντονα από το Trio Tritonous. Το «dolce» όμως του τσέλου του Philipp Comploi μεταπήδησε με έξοχο τρόπο στο βιολί της Kathrin Lenzenweger και στη συνέχεια στο πιάνο της Μαρίας Μυλαράκη πετυχαίνοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον απώτερο στόχο του συνθέτη, τη δημιουργία δηλαδή της εντύπωσης ενός καινούργιου δευτερεύοντος θέματος που εδραιώνει το βασικό. Η τελική coda σε pp dolce έξοχα ερμηνευμένη και από τους τρεις κράτησε το βασικό μοτίβο ζωντανό.

 

Αυτό το Αllegro διαλύεται αμέσως με το δεύτερο μέρος του έργου Largo assai ed espressivo (πολύ αργά και εκφραστικά), το οποίο αποτελεί μία μελαγχολική ρομάντσα χωρίς ουσιαστική φόρμα, αφήνοντας όμως κάποιες φωτεινές διεξόδους με ιμπρεσσιονιστικούς χρωματισμούς. Η μοναδική μελωδική ανάπτυξη του θέματος που λειτούργησε αρχικά μυστηριωδώς με τα βαριά και ζοφερά ακόρντα και τρέμολα του πιάνου της Μαρίας Μυλαράκη άρχισε να περιφέρεται όπως ένα πνεύμα μέσα στο σκοτάδι μεταξύ βιολιού και τσέλου οδηγώντας σε έκσταση. Το Presto finale μας ξανάφερε το εκφραστικό Allegro του πρώτου μέρους, όπου συναντάται ξανά το αρχικό θέμα μέσα από πολλές αρμονικές αποκλίσεις, περισσότερες από το πρώτο μέρος.


Το πιάνο τρίο του Haydn Hoboken XV: 25 σε σολ μείζονα ανήκει στα τριο της όψιμης περιόδου, στα οποία το βιολί σε αντίθεση με τα πρώτα τρίο, όπου το πιάνο κυριαρχεί, έχει ηγετικό ρόλο, ενώ το τσέλο μένει καθηλωμένο στο ρόλο του μπάσου. Το έργο αρχίζει με ένα γοητευτικό Andante, του οποίου το αφελές και χαρωπό θέμα, φορτισμένο από συναίσθημα θα ηχήσει και πάλι στο ορατόριο του συνθέτη «Οι εποχές». Αρχικά παραπέμπει το μέρος αυτό σε μία τριμερή φόρμα Lied, η οποία γοητεύει ηχητικά κυρίως χάρη στην ξαφνική μετατροπία μέσω της σολ ελάσσονος σε Σι μείζονα, πραγματικά μοναδικής. Μέσω κάποιων μουσικών επεισοδίων ξαναγυρίζουμε στη σολ μείζονα, όπου ακολουθούν κάποιες παραλλαγές του θέματος με συνεχώς πλούσια και παραστατικά παιγνιδίσματα. Το Poco Adagio (Cantabile) είναι γεμάτο από ρομαντική διάθεση. Αυτό φάνηκε περισσότερο στη μελωδικότητα του βιολιού της Kathrin Lenzenweger. Το Finale Presto είναι ένα εντυπωσιακό ροντό al Ongarese με ένα χαρακτηριστικό ρεφραίν που δύσκολα ξεχνιέται. Απόλυτα συμφιλιωμένες η έντεχνη με τη δημώδη μουσική, όμορφα ερμηνευμένο το μέρος αυτό και από τους τρεις καλλιτέχνες.
 

Το δεύτερο πιάνο τρίο το έγραψε ο Shostakowitsch το καλοκαίρι του 1944 στο Ιβάνοβο. Αφιέρωσε το έργο στη μνήμη του φίλου του Ιβάν Σολλερτίνσκι, του οποίου ο θάνατος στις 11 Φεβρουαρίου 1944 τον είχε πραγματικά συγκλονίσει. Η πρώτη παγκόσμια εκτέλεση αυτού του πιάνο τρίο στις 14 Νοεμβρίου του 1944 στο ελεύθερο Λένιγκραντ με δύο μέλη του Beethoven Quartett και με τον ίδιο τον συνθέτη στο πιάνο στέφτηκε με μεγάλη επιτυχία. Το έργο αυτό συγκαταλέγεται στα πλέον πολυπαιγμένα έργα μουσικής δωματίου του συνθέτη σε αντίθεση με το πρώτο πιάνο τρίο.

 

Στο πρώτο μέρος το βιολί αρχίζει μία αργή μελωδία cantabile σε υψηλές νότες, την οποία παραλαμβάνει το τσέλο επίσης σε υψηλές νότες, ενώ το πιάνο απαντά με πολύ χαμηλά περάσματα. Ο ρυθμός συνεχώς επιταχύνεται. Μία αλυσίδα από παραλλαγές του αρχικού θέματος οδηγεί ολοένα σε ένα Αllegro. Αυτές οι παραλλαγές τελικά καθιστούν το ρυθμό πολύ δυναμικό που δεν θυμίζει καθόλου την αρχή του μέρους αυτού με χαρακτήρα αντρικής θα λέγαμε αποφασιστικότητας. Στο δεύτερο μέρος θριαμβευτικοί ήχοι που θυμίζουν λαϊκό άσμα προαναγγέλλουν το μικρής διάρκειας σκέρτσο, το οποίο ξεκινά με ένα χορευτικό θέμα και στη συνέχεια σιγά σιγά μετατρέπεται σε μία εκστατική μελωδική κίνηση που τονίζεται με τα πιτσικάτα, τα οποία εκτελέστηκαν από το Trio Tritonous πραγματικά με μία δεξιοτεχνική αγριότητα. Το τρίτο μέρος, το Largo αποτελεί το πιο συναισθηματικό μέρος του έργου. Βαριά ακόρντα του πιάνου προετοιμάζουν την είσοδο της μελωδίας τραγουδισμένης από το βιολί. Με εκφραστική δεξιοτεχνία ήχησε το βιολί της Kathrin Lenzenweger σαν ελεγειακό memento mori. Τη μελωδία παραλαμβάνει το τσέλο και έτσι αναπτύσσεται ένα μελωδικό ντουέτο μεταξύ βιολιού και τσέλου, το οποίο υποστηρίζεται σχεδόν μόνο με ακόρντα από το πιάνο. Έντονη εδώ η επίδραση του Μahler, τη μουσική του οποίου ο συνθέτης είχε γνωρίσει από τον φίλο του Ιβάν Σολλερτίνσκι. Δύο θέματα εξουσιάζουν το φλογερό φινάλε, το οποίο αντλεί την ενεργητικότητά του από ρωσικούς και εβραϊκούς δημοτικούς χορούς.

 

Το χορευτικό θέμα, το οποίο στην αρχή διακρίνεται για τα μικρά διαστήματα και στο τέλος για τις εβδόμες του μαζί με το ορμητικό ρουστικάλ θέμα σε ουνίσονο, το οποίο σφυροκοπείται από το πιάνο αποτέλεσε ίσως την ευτυχέστερη στιγμή του Trio Tritonous. Πρόκειται για έναν εβραϊκό χορό θανάτου, ο οποίος παραπέμπει στις εγκληματικές πράξεις των Ναζί εναντίον των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα ακόλουθα μοτίβα από το βιολί και το τσέλο με το πιάνο να τονίζει όλο και περισσότερο το ρυθμό με ορμητικές κινήσεις άρχισαν να απειλούν μέχρι που ανέκοψαν τη ζωντάνια και φαιδρότητα αυτού του μέρους, πάντα μέσα στο πνεύμα της σύνθεσης. Εμφανίζεται πάλι η αρχική μελωδία του πρώτου μέρους μαζί με τα βαριά ακόρντα του Largo. To χορευτικό θέμα γίνεται τώρα περισσότερο στοχαστικό, ο χορός καταλήγει στο θάνατο και το έργο κλείνει ήσυχα απαλά και συνάμα πένθιμα, όπως ακριβώς άρχισε. Το τελευταίο αυτό μέρος φανερώνει καθαρά την αγάπη του συνθέτη για την εβραϊκή μουσική αλλά και την ταύτισή του με τους εκτελεσθέντες Εβραίους, θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.


Το κοινό της Κομοτηνής απόλαυσε πραγματικά μία εντυπωσιακή συναυλία από ένα τρίο πολύ καλών μουσικών, άριστα προετοιμασμένων και δεμένων σαν σύνολο μεταξύ τους. Το πιάνο της Μαρίας Μυλαράκη αισθανόμενο με μεγάλη σιγουριά σε ποια σημεία όφειλε να προβληθεί δυναμικά και πού έπρεπε να υποχωρήσει, έδωσε τον απαραίτητο παλμό και έδεσε περισσότερο το σύνολο, ενώ η εκφραστικότητα και η σπινθηροβόλα διάθεση των Kathrin Lenzenweger και Philipp Comploi κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον των ακροατών. Πρόκειται για ένα πολλά υποσχόμενο τρίο στα αχνάρια του αξιόλογου Beaux Arts Τrio.

 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.