«Μεσα απο κρισεις η Ε.Ε. βρισκει τους δρομους για την ολοκληρωση της»
Η καταψήφιση του Ευρωσυντάγματος από δύο ιδρυτικά μέλη και το «ναυάγιο» όπως αποκαλέσθηκε η Σύνοδος των Βρυξελλών έχουν προκαλέσει εύλογες ανησυχίες για οπισθοδρόμηση της Ε.Ε. Προσέγγιση του θέματος επιχειρεί σήμερα ο ΠτΘ συζητώντας με τον Γρηγόρη Καλαβρό, αναπληρωτή καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο ΔΠΘ, διευθυντή του Τομέα Διεθνών Σπουδών. Ο κ. Καλαβρός αναλύοντας την αρνητική στάση των Ολλανδών και Γάλλων απέναντι στο Ευρωσύνταγμα χαρακτηρίζει μύθο τα όσα υποστηρίζονται που δυσκολεύουν τη σωστή προσέγγιση του προβλήματος, τονίζει δε ότι είναι ανάγκη η κοινοτική Ευρώπη ανταποκρινόμενη στις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης να καταστεί περισσότερο ανταγωνιστική χωρίς όμως να χάσει τον κοινωνικό της χαρακτήρα και αυτό θα το καταφέρει με την υιοθέτηση του σουηδικού μοντέλου ανάπτυξης. Τέλος εκφράζει την αισιοδοξία του για την πορεία, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης γιατί όπως ισχυρίζεται η Κοινοτική Ευρώπη «μέσα από κρίσεις βρίσκει την πορεία τους δρόμους για την ολοκλήρωσή της».
ΠτΘ:κ. Καλαβρέ, η καταψήφιση του Ευρωσυντάγματος και η διαφαινόμενη κατάρρευση της διαδικασίας επικύρωσης προκαλούν ανησυχίες για οπισθοδρόμηση της Ε.Ε. Μπορεί με αυτούς τους όρους η Ε.Ε. να προχωρήσει;
Γ.Κ.:Κατ’ αρχήν να καταθέσω κάποιες διευκρινίσεις, διότι στην υπόθεση της διαδικασίας επικύρωσης της ευρωπαϊκής συνθήκης για ένα σύνταγμα για την Ευρώπη, έχουν δημιουργηθεί ορισμένοι μύθοι και ορισμένες συγχύσεις οι οποίες δυσκολεύουν τη σωστή προσέγγιση του προβλήματος. Πρώτα έχει δημιουργηθεί ο μύθος ότι το όχι των Γάλλων και των Ολλανδών στρέφεται κατά του σχεδίου της ευρωπαϊκής συνθήκης με την οποία προχωρεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση περαιτέρω, με την καθιέρωση ενός ευρωπαϊκού συντάγματος, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, μολονότι δεν πρόκειται περί συντάγματος. Αυτό είναι μύθος, διότι ούτε τα κράτη-μέλη τα οποία δια της κοινοβουλευτικής οδού ή μέσω δημοψηφισμάτων ψήφισαν “ναι” και επικύρωσαν το ψήφισμα είχαν πραγματική επαφή με το σχέδιο συντάγματος, ούτε εκείνοι οι οποίοι το κατεψήφησαν, και συγκεκριμένα οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί. Ο λόγος είναι απλός. Το ευρωπαϊκό σύνταγμα είναι ένα τεχνικό κείμενο, το οποίο για να το καταλάβει κανείς όχι μόνο πρέπει να είναι ειδικός, αλλά πρέπει να έχει υπόψη του και να γνωρίζει όλα τα προϊσχύσαντα κείμενα από τις δύο συνθήκες, της Ρώμης και των Παρισίων, με τις οποίες ιδρύθηκαν στην δεκαετία του ‘60 οι δύο Ευρωπαϊκές Κοινότητες, όπως επίσης πρέπει να είναι ειδικός για να μπορεί να προσδιορίσει πώς επιταχύνεται η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με το σχέδιο για το ευρωπαϊκό σύνταγμα. Εκείνοι οι οποίοι καταψήφισαν το σύνταγμα όχι απλώς δεν το είχαν διαβάσει, αλλά και αν το είχαν διαβάσει δεν ήταν σε θέση να το καταλάβουν. Απλώς χρησιμοποίησαν την οδό του δημοψηφίσματος για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στην εσωτερική πολιτική των κυβερνήσεών τους. Το δεύτερο λάθος είναι ότι τα δημοψηφίσματα έγιναν σε διαφορετική ημέρα. Εάν είχε αποφασιστεί από το ευρωπαϊκό συμβούλιο να προταθεί στα κράτη-μέλη και λέω να προταθεί διότι ο τρόπος επικύρωσης των διεθνών συνθηκών αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους μέλους και των κρατών γενικώς κατά το διεθνές δίκαιο, και συνεπώς τα κράτη-μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν είτε την κοινοβουλευτική οδό είτε το δημοψήφισμα, να προχωρήσουν μέσω δημοψηφισμάτων στην επικύρωση της συνθήκης. Θα έπρεπε τα δημοψηφίσματα λοιπόν να γίνουν ταυτόχρονα την ίδια μέρα, για να μην επηρεάζεται δηλαδή ο ένας λαός από το τι ψήφισε ο άλλος. Αυτό είναι το πρώτο πολιτικό λάθος του Ευρωπαϊκού συμβουλίου, δηλαδή πρακτικά των κρατών-μελών. Θέλω να σημειώσω ότι είναι μη πρακτική και χρήσιμη οδός το δημοψήφισμα, όταν πρόκειται να ζητηθεί η άποψη του εκλογικού σώματος για σύνθετα τεχνικά ζητήματα, όπως είναι η έγκριση ή η απόρριψη ενός νομοθετικού κειμένου. Μπορείς δηλαδή να υποβάλλεις σε δημοψήφισμα το ερώτημα αν θέλει ο λαός ενός υποψηφίου κράτους να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Έωση και στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες με ένα ναι ή ένα όχι, αλλά δεν μπορείς να ρωτάς την άποψή του για νομοθετικά κείμενα, να του θέτεις δηλαδή σύνθετα τεχνικά ζητήματα, η επαφή με τα οποία είναι δυσχερής, όχι μόνο για τον λαό αλλά και για τους ειδικούς. Το “όχι” των δύο κρατών μελών του δημοψηφίσματος της Γαλλίας και της Ολλανδίας δεν εστρέφετο πράγματι επ’ ουδενί λόγω κατά του σχεδίου ευρωπαϊκού συντάγματος. Υπό αυτή την έννοια τεχνικώς είναι μύθος και λάθος να θεωρείται ότι το σχέδιο της ευρωπαϊκής συνθήκης έχει καταδικαστεί. Ούτε νομικά, ούτε πολιτικά το σχέδιο είναι καταδικασμένο. Η ορθή διαδικασία η οποία πρέπει να ακολουθηθεί, και φαίνεται ότι θα ακολουθηθεί, είναι η συνέχιση της διαδικασίας των επικυρώσεων όπως άρχισε, είτε δια της κοινοβουλευτικής οδού, είτε μέσω δημοψηφισμάτων από εννέα κράτη-μέλη και στο τέλος θα δούμε τι θα γίνει. Ο δεύτερος μύθος, η δεύτερη σύγχυση αφορά στο συμπέρασμα που εξάγεται από το όχι των Γάλλων και των Ολλανδών, ότι οι λαοί της Ευρώπης ζητούν μια διαφορετική Ευρώπη, ζητούν μια διαφορετική πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ζητούν μεταβολή των δομών. Διατυπώνεται δηλαδή μία ασαφής και αόριστη πολιτική επιχειρηματολογία η οποία δεν διευκρινίζει ποιες είναι οι δομές που πρέπει να αλλαχθούν και δεν διευκρινίζει επίσης τι ήθελε ο λαός με την άρνηση που εξέφρασε. Ο λαός δεν ζήτησε τίποτε, διότι δεν ξέρει ποια είναι η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, γεγονός όμως που δεν πρέπει να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη και ο κόσμος ολόκληρος σήμερα δεν βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή των διεθνών σχέσεων και της παγκόσμιας οικονομίας.
ΠτΘ: Η Ευρώπη θα μπορέσει με βάση τα σημερινά δεδομένα να αντιμετωπίσει τις παγκόσμιες προκλήσεις και συγχρόνως να διατηρήσει τις αρχές του κοινωνικού κράτους;
Γ.Κ.: Τα 4-5 τελευταία χρόνια και ίσως και λίγο νωρίτερα αμφισβητείται έντονα το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο γι’ αυτό γίνεται ένας αγώνας παγκοσμίως ανάμεσα στα κράτη, και όχι μόνο τα προηγμένα κράτη της G8, αλλά σε όλα κράτη του κόσμου, αφενός μεν για να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και αφετέρου να μειωθεί η ανεργία. Και στις μεν Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το κοινωνικό κράτος είναι ανύπαρκτο, η πορεία αυτή έχει αναληφθεί και εξελίσσεται κατά τρόπο εξαιρετικά επιτυχή, δηλαδή η μεν ανταγωνιστικότητα της Αμερικανικής οικονομίας έχει αυξηθεί κατακόρυφα, το δολάριο είναι εξαιρετικά ισχυρό σε σχέση με το γιεν και σε σχέση με το ευρώ, η δε ανεργία έχει σχεδόν μηδενιστεί. Παρόμοια πορεία έχει ακολουθήσει τα πέντε τελευταία χρόνια και η Μεγάλη Βρετανία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μία εργατική κυβέρνηση κατάφερε μία οικονομία που βρισκόταν σε δεινή κατάσταση, – η οποία επεβίωνε χάρη στις κοινοτικές επιστροφές, αυτές υπέρ των οποίων τώρα αγωνίζεται ο Τόνι Μπλερ, – να την καταστήσει σε πέντε χρόνια ανταγωνιστική και να μηδενίσει σχεδόν την ανεργία ακολουθώντας αν και εργατική κυβέρνηση, φιλελεύθερο μοντέλο. Βεβαίως δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη αποτελεί στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Είναι εγγενές στοιχείο των παραδοσιακών ευρωπαϊκών οικονομιών η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους. Η Κοινοτική Ευρώπη υπό την διαρκώς αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση, δηλαδή υπό την αυξανόμενη φιλελευθεροποίηση του παγκόσμιου εμπορίου και των διεθνών οικονομικών σχέσεων είναι υποχρεωμένη να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και ταυτόχρονα να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό και την ανεργία, η οποία σε ορισμένες χώρες όπως στη Γαλλία, στη Γερμανία, -για ειδικούς λόγους λόγω της Ανατολικής Γερμανίας έχει φτάσει στο 10%-, και στην Ελλάδα είναι υψηλή. Η Κοινοτική Ευρώπη που είναι μια παγκόσμια οικονομική δύναμη είναι υποχρεωμένη να ανταποκριθεί στις ανάγκες της φιλελευθεροποίησης του παγκόσμιου εμπορίου και της αύξησης της ανταγωνιστικότητάς της, που είναι μία δυναμική που δεν αναστρέφεται, είναι μία δυναμική που άρχισε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η οποία συνεχίζεται και επιταχύνεται και έχει κορυφωθεί την τελευταία 5ετία
ΠτΘ: κ. Καλαβρέ αύξηση όμως της ανταγωνιστικότητας δεν σημαίνει και μείωση του κοινωνικού κράτους;
Γ.Κ.: Αύξηση της ανταγωνιστικότητας σημαίνει πρώτα – πρώτα μείωση του κοινωνικού κράτος. Αυτό δημιουργεί προβλήματα στην Κοινοτική Ευρώπη διότι το κράτος πρόνοιας είναι στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είναι η ειδοποιός διαφορά από την Αμερικανική οδό για την ανάπτυξη. Εκείνοι οι οποίοι πέτυχαν να συνδυάσουν υψηλή ανταγωνιστικότητα και χαμηλή ανεργία χωρίς μείωση ταυτόχρονα του κράτους πρόνοιας δηλαδή του κοινωνικού κράτους ήταν οι Σουηδοί. Δεν είναι τυχαίο ότι συζητείται αυτή την εποχή η προσέγγιση στο Σουηδικό μοντέλο, στη σουηδική οδό για τη σύγχρονη ανάπτυξη της οικονομίας με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, τη μείωση της ανεργίας χωρίς ταυτόχρονη μείωση του κράτους πρόνοιας. Και όταν λέω κοινωνικό κράτος για την κοινοτική Ευρώπη εννοώ την πολιτική των επιδοτήσεων των γεωργικών προϊόντων, που είναι εγγενής με την ίδρυση των ευρωπαϊκών κοινοτήτων, και τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, το Ταμείο Συνοχής τα οποία είναι κατακτήσεις των φτωχότερων ευρωπαϊκών κρατών-μελών της τελευταίας 15ετίας. Η Κοινοτική Ευρώπη είναι υποχρεωμένη από τη μια πλευρά να ανταποκριθεί στις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της φιλελευθεροποίησης του παγκόσμιου εμπορίου, για να καταστήσει περισσότερο ανταγωνιστική την οικονομία της στα πλαίσια μιας διαρκώς φιλελευθεροποιούμενης παγκόσμιας οικονομίας, αλλά από την άλλη πλευρά είναι υποχρεωμένη, διότι αυτό συνδέεται με την ίδια την φύση της Κοινοτικής Ευρώπης, να εφαρμόσει τις πολιτικές δηλαδή τις επιδοτήσεις, τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, να εφαρμόσει τις σύγχρονες μορφές του κοινωνικού κράτους, όπως τις αντιλαμβάνεται. Και αυτό είναι το δεύτερο θέμα ως προς το οποίο δεν υπάρχει σαφής εικόνα.
ΠτΘ:Πιστεύετε ότι το Ευρωσύνταγμα, το οποίο δεν γοήτευσε τις ευρωπαϊκές μάζες και για το οποίο όπως είπατε είναι ένα τεχνικό κείμενο αν είχε τεθεί στην κρίση των λαών μετά από διάλογο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό;
Γ.Κ.: Όχι, δεν θα άλλαζε τίποτα για τον απλούστατο λόγο ότι ο πολύς κόσμος ούτε είναι σε θέση ούτε ενδιαφέρεται να καταλάβει τι σημαίνει το ευρωπαϊκό σύνταγμα. Αυτό ενδιαφέρει μόνο τους ειδικούς. Ως ειδικός θα σας απαντήσω. Αρχικά ήμουνα αντίθετος και είχα πει ότι η κοινοτική Ευρώπη δεν χρειάζεται μία καινούρια συνταγματική συνθήκη με αυτό το περιεχόμενο και πολύ περισσότερο δεν χρειάζεται να την πει ευρωπαϊκό σύνταγμα για πολλούς και ποικίλους λόγους. Πρώτον διότι η λέξη σύνταγμα εγείρει τον ευρωσκεπτικισμό και την ευρωφοβία. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι χωρίς να ξέρουν τι προβλέπει και χωρίς να το έχουν διαβάσει, είτε από ένστικτο είτε από γενικό φόβο, είτε γιατί παρασύρονται από κάποιους άλλους, είτε γιατί είναι αντίθετοι προς οποιαδήποτε αλλαγή, αντιτίθενται σε αυτό. Επί της ουσίας τώρα το ευρωπαϊκό σύνταγμα και μιλάω ως καθηγητής του κοινοτικού Δικαίου, πρώτα -πρώτα συντάσσεται με τις ανάγκες της περαιτέρω εξέλιξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στα πλαίσια μιας Ευρώπης των 25, η οποία είναι πάρα πολύ μεγάλη για να μπορεί να αποφασίζει μέσα στα κοινοτικά όργανα, όπως αποφάσιζε όταν αποτελείτο από τα έξι ιδρυτικά μέλη. Άρα το Ευροσύνταγμα είναι προσαρμοσμένο στην αρχή της διεύρυνσης. Πρώτον λοιπόν διευκολύνει τη λειτουργία μιας κοινοτικής Ευρώπης των 25, δεύτερον, και είναι σημαντικό και ενδεχομένως κανένας δεν το ξέρει, ενσωματώνει το Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Νίκαιας, ο οποίος Χάρτης ήταν μη δεσμευτικός. Ενσωματώνοντας το Χάρτη μέσα στο σχέδιο συνθήκης η Κοινοτική Ευρώπη καθιστά την προστασία των δικαιωμάτων, τα οποία μέχρι τώρα προστατεύονταν με βάση την συνθήκη της Ρώμης του 1950, υποχρεωτική με αποτέλεσμα να έχουμε και ένα δεύτερο επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων, όχι μόνο εκείνων που προστατεύονταν από τη συνθήκη της Ρώμης αλλά και νέων σύγχρονων ανθρώπινων δικαιωμάτων 3ης και 4ης γενιάς. Η ενσωμάτωση του Χάρτη της Νίκαιας είναι ευνοϊκή εξέλιξη. Άλλα σημεία κατά τα οποία το σύνταγμα διευκολύνει τη λειτουργία και την πορεία της Ε.Ε. είναι ότι συγκεντρώνει τις ρυθμίσεις μεγάλου αριθμού διεθνών συνθηκών. Το κοινοτικό κεκτημένο στηρίζεται στις δύο συνθήκες της Ρώμης και των Παρισίων της δεκαετίας του 60, εν συνεχεία υπέστη αλλεπάλληλες τροποποιήσεις χωρίς όμως να καταργεί κάθε νέα τροποποίηση την προηγούμενη συνθήκη με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μέχρι σήμερα μια χιονοστιβάδα κοινοτικών κανόνων τους οποίους είναι δύσκολο να προσεγγίσει κανείς, να τους ερμηνεύσει και να τους εφαρμόσει μέσα στον κυκεώνα τον διεθνών συνθηκών του πρωτογενούς δικαίου που διέπουν τη ζωή της Κοινοτικής Ευρώπης. Αυτό το φαινόμενο το καταργεί το σύνταγμα, ,διότι συγκεντρώνει τις ρυθμίσεις όλες σε ενιαίο κείμενο και διευκολύνει την ερμηνεία και την επαφή με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό εκτός από τεχνική βελτίωση είναι και ουσιαστική βελτίωση, διότι όσο περισσότερο προσιτό και εύληπτο είναι ένα νομοθετικό σύστημα τόσο περισσότερο διαφανές και λειτουργικό είναι. Τρίτον και κύριο ενισχύει την κοινοτική Ευρώπη μέσα στο παγκόσμιο παιχνίδι των διεθνών σχέσεων. Δηλαδή με το ευρωπαϊκό σύνταγμα η Κοινοτική Ευρώπη βγαίνει περισσότερο ενισχυμένη απέναντι και σε εκείνους οι οποίοι αποτελούν τους ευρωσκεπτικιστές, τους ευρωφοβικούς μέσα στην Ευρώπη, και εννοώ την Βρετανία, για την είσοδο της οποίας στην ΕΟΚ τη δεκαετία του 70 είχαν διατυπωθεί αντιρρήσεις από την πλευρά της Γαλλίας και μετά το δημοψήφισμα που οδήγησε σε παραίτηση του Ντε Γκολ πέτυχε η Βρετανία την είσοδό της στην Κοινοτική Ευρώπη με την 4η προσπάθεια. Ενισχύεται η Κοινοτική Ευρώπη απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός σημαντικό, το οποίο αγνοούν εκείνοι οι οποίοι υποτίθεται ότι αντιμάχονται την μονοκρατορία της μιας υπερδύναμης. Το ευρωπαϊκό σύνταγμα απαντάει στο ερώτημα αν χρειάζεται στις διεθνείς σχέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο η μονοκρατορία της μίας υπερδύναμης ή είναι αναγκαίος και ένας δεύτερος πόλος εξουσίας. Και επειδή η Κίνα θα αργήσει σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο να φτάσει στο σημείο να καταστεί διάδοχος κατάσταση της εξαφανισθείσης Σοβιετικής Ένωσης ώστε να αποτελέσει το αντίπαλο δέος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, άρα εκείνη η δύναμη η οποία και την οικονομική επιρροή διαθέτει στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις και ελέγχει το 45% του παγκόσμιου εμπορίου είναι η Κοινοτική Ευρώπη η οποία θα μπορούσε ενισχυόμενη με το σύνταγμα να καταστεί ο δεύτερος πόλος στις διεθνείς σχέσεις για να μην υπάρχει η μονοκρατορία της μιας υπερδύναμης με ό,τι αυτό συνεπάγεται και βλέπουμε καθημερινά στις διεθνείς σχέσεις. Αυτοί οι οποίοι μάχονται δήθεν τη μονοκρατορία των Ηνωμένων Πολιτειών ήτανε εκείνοι οι οποίοι βγήκαν και τάχθηκαν υπέρ του “όχι”. Μα ο Μπους και οι Βρετανοί τρίβουν τα χέρια τους και γελάνε με το “όχι” των Γάλλων και των Ολλανδών και δεν μιλάνε καθόλου τώρα αυτοί που έλεγαν όχι προηγουμένως. Θέλω να πω τα θέματα τα ευρωπαϊκά, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στα υπόλοιπα κράτη-μέλη, θεωρούνται απόμακρα και όχι αμέσου ενδιαφέροντος για την κοινή γνώμη και για αυτό έχουν δημιουργηθεί μύθοι και προκληθεί συγχύσεις οι οποίες εμποδίζουν τη νηφάλια προσέγγιση των ευρωπαϊκών εξελίξεων.
ΠτΘ: Πολλοί ισχυρίζονται ότι μετά τη Σύνοδο των Βρυξελλών η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση και μάλιστα γίνεται λόγος για ευρωπαϊκό εμφύλιο. Ποια είναι η άποψή σας;
Γ.Κ.: Ακούγεται ότι η Ευρώπη περνά μεγάλη κρίση και ότι κανείς δεν ξέρει ποιο είναι το μέλλον και συνεπώς και η Ελλάδα βρίσκεται σε αναζήτηση νέων συμμαχιών και δεν ξέρουμε τι πολιτική θα ακολουθήσουμε, διότι μέχρι τώρα είμαστε προσδεδεμένοι στο γαλλογερμανικό άξονα, αν θα πρέπει να στραφούμε προς την Βρετανία ή πρέπει να περιμένουμε τις εξελίξεις. Και αυτό είναι μύθος. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βασίζεται στην εκούσια συμμετοχή των κρατών σε ένα σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης, όχι μόνο της οικονομίας, όπως ήθελε η Βρετανία, η οποία ενώ δια του Τσόρτσιλ το 1948 πρότεινε στην Ευρώπη να οικοδομήσει το μέλλον της με μία κοινή προσπάθεια, τελικά η ίδια δεν μπήκε αλλά άφησε την υπόλοιπη Ευρώπη να προχωρήσει στο δικό της δρόμο, εν αντιθέσει με την ηπειρωτική Ευρώπη η οποία ήθελε την Ευρώπη των κοινών πολιτικών, του κράτους πρόνοιας και των σύγχρονων μορφών εκδήλωσής, που ήταν οι επιδοτήσεις.
Είναι μύθος να θεωρείται ότι η Ευρώπη βρίσκεται αυτή την στιγμή σε μία κρίση, ότι έχει μπει σε μία αδιέξοδη διαδικασία εξέλιξης από την οποία κανείς δεν ξέρει αν, πότε και πώς θα βγει. Εγώ μπορώ να διαβεβαιώσω ως ειδικός ότι από το 1964 η Κοινοτική Ευρώπη προχωρά συνεχώς μέσα από κρίσεις, μέσα από τις οποίες βρίσκει τους δρόμους της κοινής πορείας για την ολοκλήρωσή της. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι μετά από κάθε κρίση βγαίνει και ενισχυμένη. Συνεπώς δεν με φοβίζει καθόλου η παρούσα δυσχερής θέση απλώς θεωρώ, και είναι σωστό, η παρούσα φάση της ζωής της Κοινοτικής Ευρώπης, επειδή συμπίπτει με ορισμένες εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας, ότι πρέπει να αποτελέσει αφορμή για ένα γενικότερο προβληματισμό ο οποίος είναι άσχετος με το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης και πολύ περισσότερο δεν έχει καμία σχέση με τη συνείδηση και τη σκέψη των δύο λαών που ψήφισαν για αυτή.
ΠτΘ:Πόσο εφικτή κ. Καλαβρέ είναι η προσέγγιση του κοινωνικού κράτους με το νεοφιλελευθερισμό;
Γ.Κ.: Υπάρχει δρόμος μεταξύ του νεοφιλελευθερισμού, της άκρατης απελευθέρωσης της αγοράς, της κατάργησης όλων των κοινωνικής φύσεως περιορισμών στις εργασιακές σχέσεις, που αποβλέπει να δυναμώσει τη θέση των ασθενεστέρων κοινωνικών εταίρων, που είναι οι εργαζόμενοι, με τις ανάγκες αύξησης της ανταγωνιστικότητας και τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους. Η απάντηση είναι το Σουηδικό μοντέλο. Οι Σουηδοί έχουν συνδυάσει και υψηλή ανταγωνιστικότητα, και υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και μηδενική ανεργία, και κοινωνικό κράτος. Έχω την αίσθηση ότι η Ευρώπη, η οποία έχει προχωρήσει σωστά στον τομέα αυτό μέχρι τώρα, δηλαδή έχει συνδυάσει και ανταγωνιστικότητα σε μεγάλο βαθμό και κοινωνικό κράτος αλλά δυστυχώς με χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού και υψηλή ανεργία, πρέπει να κινηθεί προς πολιτικές μεγαλύτερου εξορθολογισμού του κοινωνικού κράτους για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο παιχνίδι των αναγκών της παγκόσμιας οικονομίας στη σημερινή φάση χωρίς όμως να θυσιάσει το κοινωνικό κράτος, που δεν μπορεί να το κάνει γιατί είναι στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
ΠτΘ:κ. Καλαβρέ πιστεύετε ότι η Ε.Ε. δεν πρόλαβε να οικοδομήσει εκείνους τους υπερεθνικούς κοινοτικούς θεσμούς οι οποίοι σε ένα δεύτερο βήμα θα δημιουργούσαν μία πολιτική πάνω από το έθνος –κράτος;
Γ.Κ.: Χρησιμοποιήσατε τον όρο δεν πρόλαβε. Εγώ θα σας απαντήσω ότι η κοινοτική Ευρώπη ούτε ήταν ούτε απέβλεψε ποτέ να γίνει ομοσπονδιακό κράτος. Η κοινοτική Ευρώπη είναι μία σύγχρονη μορφή συνεργασίας κρατών, είναι ένωση, είναι ένα μοντέλο το οποίο εμφανίζεται στις διεθνείς σχέσεις μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, έχει υπερεθνικούς θεσμούς οι οποίοι λειτουργούν δημοκρατικότερα και καλύτερα απ’ όσο λειτουργούν οι δημοκρατίες μέσα στα ίδια τα κράτη-μέλη. Επειδή ακούγεται συχνά το επιχείρημα ότι υπάρχουν όργανα τα οποία έχουν έλλειμμα δημοκρατίας, έλλειμμα νομιμοποίησης ελλείψει δημοκρατικότητος λόγω του ότι δεν εκλέγονται ευθέως, θα σας απαντήσω ότι δεν υπάρχει νομοθετικό κείμενο, δεν υπάρχει κανόνας κοινοτικός, ο οποίος να ψηφίζεται σε μία νύχτα, να περνάει σε μία ώρα, να ψηφίζεται από ανθρώπους που δεν ξέρουν τι ψηφίζουν. Όλοι οι κοινοτικοί κανόνες προέρχονται από μία μακρά νομοπαρασκευαστική διαδικασία η οποία πολλές φορές κρατάει και 4-5χρόνια, -δηλαδή προηγείται μία διαδικασία διαβουλεύσεων, ενοποίησης, συγκερασμού απόψεων με τα κράτη-μέλη και ύστερα από 4-5χρόνια οδηγούμεθα σε ένα σχέδιο οδηγίας το οποίο ψηφίζεται από το συμβούλιο ή από το κοινοβούλιο. Αν αυτή η διαδικασία δεν είναι δημοκρατική και είναι δημοκρατικότερο να ψηφίζεται μία τροπολογία μέσα σε μια νύχτα από πέντε ανθρώπους που κοιμούνται και δεν ξέρουν τι ψηφίζουν, τότε να το παραδεχτώ ότι έχουν δημοκρατικό έλλειμμα τα κοινοτικά όργανα.
ΠτΘ:Πιστεύετε ότι η ιδέα του έθνους-κράτους εξακολουθεί να υφίσταται στην Ευρώπη;
Γ.Κ.: Βεβαίως, εξακολουθεί να υφίσταται. Τα κράτη-μέλη έχουν έντονη ποιοτικά και ποσοτικά παρουσία στην καθημερινή λειτουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σχεδόν όλα τα όργανα αποφασίζουν πρώτα -πρώτα με διαφάνεια. Για να πάρεις ένα έγγραφο δημόσιο στην Ελλάδα πρέπει να αποδείξεις στον εισαγγελέα ότι έχεις έννομο συμφέρον. Στην κοινοτική Ευρώπη η αρχή της διαφάνειας είναι πλήρης, μπορείς από το ίντερνετ να έχεις πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο, και προπαρασκευαστικό ακόμα, μιας απόφασης που αφορά στην κοινοτική καθημερινότητα. Η αρχή της διαφάνειας είναι αυτονόητη αρχή της κοινοτικής ζωής και της κοινοτικής πραγματικότητας.
ΠτΘ: Το ναυάγιο της Συνόδου των Βρυξελλών είναι απόδειξη της έλλειψης ενότητας μεταξύ των Ευρωπαίων ή σύγκρουση δύο διαφορετικών οραμάτων;
Γ.Κ.: Δεν είναι τίποτα από αυτά. Είναι απλώς ένα κοινό διπλωματικό παιχνίδι. Τέτοια διπλωματικά παιχνίδια συμβαίνουν συνεχώς και πολύ περισσότερο συμβαίνουν όταν συζητείται ο κοινοτικός προϋπολογισμός, για τον οποίο δεν είναι η πρώτη φορά που δεν καταλήγουν σε απόφαση, όπως επίσης δεν είναι η πρώτη φορά που δεν καταλήγουν σε απόφαση για το τι μέλλει γενέσθαι για την περαιτέρω πορεία της ένωσης, αν δηλαδή πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία ή αν δεν πρέπει.
ΠτΘ:Πολλοί όμως κ. Καλαβρέ υποστηρίζουν ότι θα καθυστερήσουν τρία σημαντικά θέματα, και συγκεκριμένα του ευρωσυντάγματος, της επόμενης διεύρυνσης και του δημοσιονομικού σχεδίου. Τι πιστεύετε εσείς;
Γ.Κ.: Καταρχήν αυτή τη στιγμή θέμα κοινοτικού προϋπολογισμού δεν υφίσταται με την έννοια ότι ισχύει το Γ΄ ΚΠΣ το οποίο τελειώνει στις 31 Δεκεμβρίου του 2006 και στις 1-1-2007 θα τεθεί θέμα για το Δ΄ ΚΠΣ. Μέχρι τότε υπάρχει όλος ο χρόνος να γίνουν οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις και να ληφθεί έγκαιρα μία απόφαση, ώστε οι όποιες δεσμεύσεις αναληφθούν από τα κράτη-μέλη να περιληφθούν στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Όσον αφορά στο θέμα του ευρωσυντάγματος δεν έχει αλλάξει τίποτα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα σχέδιο συντάγματος που θα αρχίσει να ισχύει στις 1 Νοεμβρίου του 2006, έχουμε βέβαια μία σιωπηρή παράταση κατά ένα χρόνο της έναρξης, αλλά δεν έχουμε καμία απόφαση ουσίας ως προς τα περαιτέρω. Και διερωτάται κανείς πώς είναι δυνατόν να σταματήσει μία διαδικασία επικύρωσης μιας διεθνούς συνθήκης υπέρ της οποίας έχουνε εκφραστεί εννέα κράτη -μέλη, επειδή δύο, οσοδήποτε σπουδαία και αν είναι αυτά, εξεφράσθησαν αρνητικά και χωρίς ακόμη να έχουν εκφραστεί και οι επόμενοι. Σε ένα χρόνο περίπου θα έχουμε εξελίξεις στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης. Σε ένα χρόνο ο Σιράκ δεν θα είναι κατά πάσα πιθανότητα πρόεδρος της Γαλλίας. Στη Γερμανία την εξουσία θα αναλάβουν οι χριστιανοδημοκράτες και οι χριστιανοκοινωνιστές και οι ελεύθεροι δημοκράτες οι οποίοι είναι υπέρ του Συντάγματος αλλά έχουν μία διαφοροποιημένη άποψη στο θέμα της Τουρκίας και όχι γενικά της διεύρυνσης την οποία επεδίωξαν όλοι οι Γερμανοί. Από την άλλη στην Ιταλία στις εκλογές, που θα διεξαχθούν σε ένα χρόνο, με μεγάλη πιθανότητα θα εκλεγεί κεντροαριστερή κυβέρνηση με τον Μπρόντι. Άρα όλοι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές οι οποίοι πρωτοστάτησαν στο να παρεμβάλλουν εμπόδια σε αυτές τις εξελίξεις θα έχουν αποσυρθεί. Βεβαίως υπάρχει ένα ερωτηματικό που αφορά στη στάση που θα τηρήσουν τα καινούργια κράτη. στα οποία περιλαμβάνω και την αμφιρέπουσα πολιτική της Ισπανίας, τα οποία συνηθισμένα από την θαλπωρή της Σοβιετικής αγκάλης μόλις μπήκαν στην κοινότητα το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν πόσα χρήματα θα πάρουν και να εξασφαλίσουν προστασία. Προσανατολίσθηκαν λοιπόν τα ισχυρότερα από τα νέα κράτη προς τη Βρετανία η οποία αποτελεί τον εκφραστή των αμερικανικών απόψεων μέσα στην Ε.Ε. Τώρα όμως που η Βρετανική προεδρία θα κληθεί να πληρώσει το λογαριασμό θα έχουμε διαφοροποιήσεις στη στάση των νέων κρατών. Δηλαδή η Πολωνία, η Τσεχία, η Ισπανία και τα Σκανδιναβικά κράτη που σχημάτισαν την ετερόκλιτη πλειοψηφία των πέντε που κατεψήφισε την πρόταση της προεδρίας υπέρ της οποίας είχαν ταχθεί 16 κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, θα διαφοροποιηθούν. Πιστεύω ότι μέσα στο εξάμηνο θα έχουμε διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά στις προοπτικές της Ευρωπαικής ολοκλήρωσης και του κοινοτικού προϋπολογισμού και στο θέμα της συμμετοχής της Ευρώπης στις διεθνείς εξελίξεις, όπως στο θέμα του Ιράκ, του Αφγανιστάν καθώς και στο θέμα της διαδικασίας του εκσυγχρονισμού των Ηνωμένων Εθνών.
ΠτΘ: κ. Καλαβρέ σας ευχαριστούμε πολύ.
Γ.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
