Με τα δωρα της ποιησης
Οι παγκόσμιες μέρες είναι μια υπενθύμιση των θεμάτων που αφορούν τους ανθρώπους όλου του κόσμου, τα οποία όμως τα ‘χουν ξεχασμένα γιατί οι προτεραιότητες δεν ακουμπούν ούτε στα προβλήματα του περιβάλλοντος ούτε των παιδιών όλου του κόσμου, ούτε της προστασίας των μεταναστών, ούτε των τεχνών.
Η παγκόσμια μέρα της ποίησης γιορτάστηκε πριν τρεις μέρες και δε θα μπορούσε παρά να περάσει στα «ψιλά» απέναντι στο μεγάλο θέμα της ανάφλεξης του Κοσσυφοπεδίου. Κι αν αυτό γινόταν πριν μερικές δεκαετίες μπορεί και των γεγονότων να ακολουθούσαν θέσεις από τη γραφίδα των ποιητών ή από το χρωστήρα του ζωγράφου. Η ποίηση εξάλλου δεν είναι μόνο χαρά της ζωής, έρωτας και ανάσταση, είναι και θάνατος, παραλήρημα, ανέλπιδα όνειρα και χάος.
Η ποίηση είναι και στίχοι που αγαπάμε κι αν τύχει και μελοποιηθούν ενίοτε τους σιγοτραγουδάμε…
Ο ΠτΘ αφιερώνει τις επόμενες μέρες του έτους στους αναγνώστες του με την ευχή για μεγαλύτερο κομμάτι ποίησης στη σκέψη μας και παρουσιάζει μια μικρή κατάθεση ψυχής από ανθρώπους που συνηθίσαμε με λιγότερο ποιητικές ιδιότητες.
Άρης Γιαννακίδης, Νομάρχης Ροδόπης
Επιλέγει ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη από τη συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» ένα ποίημα που έχει στην πρώτη του στροφή το «Όταν κατεβούμε τη σκάλα τι θα πούμε», που δανείζει και τον τίτλο στο ποίημα. Ένα ποίημα που έχει μελοποιηθεί από το Μάνο Λοίζο και το αγαπάει ιδιαίτερα είναι ο «Αρχηγός».
Ιμπράμ Ονσούνογλου, ποιητής, ψυχίατρος
«Η πόλις» του Κωνσταντίνου Καβάφη είναι το ποίημα που επιλέγει γιατί «συμβολίζει ένα αιώνιο ανθρώπινο πρόβλημα. Το αδιέξοδο της ανθρώπινης ζωής και τον εγκλωβισμό του ανθρώπου, όταν όλα θέλουμε να τ’ αλλάξουμε αλλά δε μπορούμε».
Τάσος Βαβατσικλής, Δήμαρχος Κομοτηνής
Αγαπημένο του ποίημα το «Ηρώδης Αττικός» του Κωνσταντίνου Καβάφη. «Έχει μια ιδιαίτερη σημασία ενόψει της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης πραγμάτων».
Χρύσα Μανωλιά, Βουλευτής Ροδόπης
Αγαπημένος της ποιητής επίσης ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ποίημα η διάσημη «Ιθάκη», που επηρέασαν κατά πολύ τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα.
«Είναι ωραίο να βάζεις στόχους και σημαντικό να παλεύεις να τους υλοποιήσεις. Όμως, σημασία δεν έχει μόνο η κατάκτηση του στόχου, αλλά και ο τρόπος και η όλη πορεία κατάκτησής του. Είναι η γοητεία του ‘ταξιδιού προς την Ιθάκη’.
Και μην επιτρέπεις, λέει ο ποιητής, να βρεις δικαιολογίες και προφάσεις να σταματήσεις το ταξίδι. Τις πιο πολλές φορές τους φόβους, τις αναστολές, τα κουβαλάμε μέσα μας. Ξεκίνα θετικά με πείσμα, με πίστη. Να αξία, αυταξία η κάθε σου ενέργεια, η κάθε σου σχέση, το κάθε σου βήμα, πέρα από την έτσι κι αλλιώς αξία κατάκτησης του στόχου».
Δώρα Κάσσα, Πρόεδρος Συνδέσμου Φιλολόγων Ροδόπης
Τον Κωνσταντίνο Καβάφη επιλέγει ως αγαπημένο ποιητή και η Δώρα Κάσσα και το ποίημα «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», γιατί «αποπνέει του ανθρώπου όταν χάνει σημαντικά πράγματα, όπως τα αγαπημένα του πρόσωπα, το κύρος του, τη δύναμη, το αξίωμά του, είτε επειδή το διεκδικούν άλλοι είτε επειδή έφτασε το πλήρωμα του χρόνου».
Σταύρος Καζάκης, Δήμαρχος Ιάσμου
Ο “Επιτάφιος” του Γιάννη Ρίτσου είναι το αγαπημένο του ποίημα, από τα φοιτητικά του ακόμη χρόνια. «Το ένιωθα μέσα μου από τότε κι όταν έκανα παιδιά κι άρχισα να λειτουργώ σαν παιδαγωγός γινόταν πιο έντονη η παρουσία του κι έπαιρνε άλλη διάσταση». Λατρεύει τις εικόνες που αναδύονται μέσα από τους στίχους και τον πολιτικό του βέβαια συμβολισμό.
Κώστας Βαρβάτος, Δήμαρχος Νέου Σιδηροχωρίου
Ένα παραδοσιακό τραγούδι που αναφέρεται στο Σαμακόβι επιλέγει ο Κώστας Βαρβάτος, ου του θυμίζει έντονα την παιδική του ηλικία κι έχει μια ιδιαίτερη συναισθηματική αξία. Όταν τελείωνε το δημοτικό το 1971 είχαν γίνει τα εγκαίνια του σχολείου κι εκείνος απήγγειλε «Σαμακόβι πανέμορφο χωριό μου σ’ εσένα τρέχει ο λογισμός μου» του γιατρού Γιάννη Καπίστρα.
Νίκος Φακιρίδης, Γραμματέας της ΝΕ του ΚΚΕ Ροδόπης
«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ πώς θα γίνουν τα σκοτάδια φως». Είναι ένας στίχος από το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ «Φωνάζω, φωνάζω». Ο λόγος προφανής. «Αυτή την περίοδο με εκφράζει ακόμη περισσότερο γιατί είναι μια κραυγή συμμετοχής στον ιμπεριαλιστικό αγώνα, στον αγώνα ενάντια στην αδικία την οποία επιβάλλουν τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα με θύματα τους λαούς».
Μουσταφά Μουσταφά, Γραμματέας της ΝΕ του Συνασπισμού Ροδόπης
Του Ναζίμ Χικμέτ «Το έπος του σείχη Μπετρεντίν». Ο κ. Μουσταφά εξηγεί ότι το «ποίημα γράφτηκε για ένα συντοπίτη μας από το Ανόβουνο του Έβρου, ο οποίος εναντιώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με τα συνθήματα για ισότητα και ελευθερία και κρεμάστηκε στην αγορά των Σερρών με διαταγή του σουλτάνου. Είχε μαζέψει χωρικούς του Αϊδηνίου, χριστιανούς ψαράδες από τις απέναντι ακτές και είχε προκαλέσει εξέγερση για την ελευθερία. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα εκτενές ποίημα, που έχει μεταφραστεί αρκετές φορές κι έχει μελοποιηθεί».
Σοφία Μενεσελίδου, Πρόεδρος της ΔΕΠΑΚ
Επιλέγει το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη, το οποίο θα παρουσιαστεί στα Ελευθέρια Θράκης με τη συνοδεία κλασσικής μουσικής. «Ίσως να είναι το καλύτερο ερωτικό ποίημα που έχει γραφτεί στην παγκόσμια λογοτεχνία».
Αλέξανδρος Καζαντζής, Πρόεδρος Παιδαγωγικής Εταιρίας Ροδόπης
«Αν μπορείς να ΄σαι ατάραχος όταν τριγύρω σου οι άλλοι σ’ εσένα ρίχνουν το άδικο μέσα στην παραζάλη, αν μπορείς όταν δισταγμούς για σε θα ΄χουν εκείνοι, να ΄χεις στη δύναμή σου εσύ τυφλή εμπιστοσύνη…» Το «Αν» του Κίπλιγκ δεν αφήνει ερωτηματικά. «Δείχνει τη δύναμη του ανθρώπου να αντεπεξέρχεται στις δύσκολες στιγμές, με θάρρος και αξιοπρέπεια». Για τον κ. Καζαντζή «είναι ένα δώρο για τα παιδιά μας».
Βέβαια, κάποιοι λένε ότι εκεί που τελειώνει η ποίηση αρχίζει η ζωή, αν και μερικές φορές εκεί που τελειώνει η ζωή αρχίζει η ποίηση…
Η πόλις
Είπες• «Θα πάγω σ άλλη γη, θα πάγω σ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ είν η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ όλην την γη την χάλασες.
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ, ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου•
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ έδωσε τ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Ηρώδης Αττικός
Ά του Ηρώδη του Αττικού τί δόξα είν αυτή.
Ο Αλέξανδρος της Σελευκείας, απ τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Αθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Αλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ εγώ.»-
Πόσα παιδιά στην Αλεξάνδρεια τώρα,
στην Αντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη –
ποιος άλλος σοφιστής τ αξιώθηκεν αυτά; –
κατά που θέλει και κατά που κάμνει
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν ακολουθούνε μόνο.
Όταν κατέβουμε τη σκάλα
Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτά τους χείλη;
…………………………………..
Αν έρθει κανείς την πλάκα να μας χτυπήση,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφίση χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ΄ναι της άμμου.
Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλλες του Posillipo θα δούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν κρίκετ οι οπαδοί σου.
Ρίτσος Γ.
“Επιτάφιος”
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω
………………………………………………………..
Πού πέταξε τ αγόρι μου πού πήγε που μ αφήνει
χωρίς πουλάκι το κλουβί χωρίς νερό η κρήνη.
Δεν έμενες, καρδούλα μου, στ’ άσπρο μικρούλι σπίτι,
να σ’ έχω σαν αφέντη μου να σ’ έχω σα σπουργίτι,
να ταΐζω σε στη φούχτα μου σπυρί σπυρί τη ζωή μου
και μες τον ίσκιο σου να ζω, καμαρωτό δεντρί μου.
Καμιάς κοπέλας θησαυρό δε στάθηκες να πάρεις
έφευγες πάντα εμπρός λαμπρός και πάντα καβαλάρης.
Κι ήταν χαρά σου να σκορπάς και δόξα σου να παίρνουν,
ν’ ανασηκώνεις απ’ τη γης τα όσα βογγούν και γέρνουν.
Κι όλα τα πλούτια σου γλυκέ, στον κόσμο εχάριζές τα
κι όλα τα χάρισες κι εμέ μ’ αφήκες δίχως ζέστα.
Γιε μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου να σκύβω, να σπαράζω,
για πρέπει όρθια μου να σταθώ να σε χιλιοδοξάζω.
Πότε τις χάρες σου, μια-μια τις παίζω κομπολόι
πότε ξανά λυγμό-λυγμό τις δένω μοιρολόι.
Μονόγραμμα
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα καί τό μυτερό, μ ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ ακούς
Ειμ εγώ, μ ακούς
Σ αγαπώ, μ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Το λευκό νυφικό της Όφηλίας, μ ακούς
Πού μ αφήνεις, πού πάς καί ποιος, μ ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω από τους κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί των ηφαιστείων οί λάβες
Θα ρθει μέρα, μ ακούς
Να μας θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
Στα νερά ένα-ένα, μ ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ ακούς
Μαρία Αμπατζή
Υ.Γ: Οι συμπτώσεις σε αγαπημένους ποιητές, είναι θεϊκές και δεν αναζητούμε τους λόγους.
Αν χάριζα μια ποιητή συλλογή θα ήταν οι «Μονόλογοι» του Μίλαν Κούντερα, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
