«Με τα 100χρονα του «Χατζειου» πετω στον ουρανο σαν αγγελακι»

Για πρώτη φορά έμαθε για την Μαρωνείτικη καταγωγή του πριν δεκαπέντε μέρες, όταν ο Μιχάλης Μοσχίδης και η γυναίκα του Νικολέτα Πετκίδου του τηλεφώνησαν και του ζήτησαν να παραστεί στην εκδήλωση για τα εκατό χρόνια του σχολείου. Ο Γιάννης Ζενγκίνογλου αγνοούσε τις ρίζες του, γιατί έτσι τα έφερε η ζωή. Ρωτώντας επιβεβαίωσε αυτό που έμαθε και με τη γυναίκα του, Αλεξάνδρα, και την κόρη του, Χριστίνα, βρέθηκαν για τρεις ημέρες στη Μαρώνεια.

Τους συνάντησα την Δευτέρα το απόγευμα στην πλατεία της Κομοτηνής και μίλησα μαζί τους. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης δεν ήταν λίγες οι φορές που η φωνή του Γιάννη Ζενγκίνογλου έσπασε από τη συγκίνηση. Συγκίνηση για τον παππού και τη γιαγιά, για τη μητέρα που έχασε νωρίς, για τις ρίζες που δεν γνώριζε. Πάνω απ’ όλα όμως συγκίνηση για τους κατοίκους της Μαρώνειας που τον αγκάλιασαν και για τρεις ημέρες του πρόσφεραν απλόχερα τη φιλοξενία τους. Τιμώντας στο πρόσωπό του καθώς και του αδελφού του τους ευεργέτες αδελφούς Χατζέα…

ΠτΘ: κ. Ζενγκίνογλου, έρχεστε για πρώτη φορά στην περιοχή μας; Πώς αισθανθήκατε όταν λάβατε την πρόσκληση να παραστείτε στην εκδήλωση για τα εκατό χρόνια του σχολείου Μαρώνειας;

Γ.Τ.:
Ήρθα για πρώτη φορά στη Μαρώνεια. Πριν από δεκαπέντε ημέρες ο κ. Μιχάλης και η γυναίκα του κ. Νικολέτα με πήραν τηλέφωνο ψάχνοντας τον Ζενγκίνογλου. Το όνομά μου είναι Γιάννης Ζενγκίνογλου. Μου είπαν ότι θα γιορτάσουν τα εκατό χρόνια του σχολείου. Ρώτησα σε ποιο σχολείο αναφέρονται. Μου είπαν ότι ο παππούς μου πριν εκατό χρόνια έδωκε κάτι λεφτά για να φτιάξουν σχολείο. Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι με κορόιδευαν.

ΠτΘ: Δεν γνωρίζατε κάτι;

Γ.Τ.:
Δεν γνώριζα ότι οι παππούδες μου ήταν από εδώ.

ΠτΘ: Ήταν δηλαδή η πρώτη επαφή με τις ρίζες σας;

Γ.Τ.:
Ήταν η πρώτη φορά. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήταν 32 χρονών. Εγώ ήμουν επτά ετών. Έμεινε η γιαγιά μου. Μέναμε στην Κωνσταντινούπολη στο Μακρυχώρι. Ο μπαμπάς μου, όταν πέθανε η μαμά μου, πήρε εμένα και τον αδελφό μου, ο οποίος ήταν δύο ετών, και αποφάσισε εγώ να μείνω δίπλα στη θεία μου, η οποία δεν είχε παιδιά και τον αδελφό μου να τον μεγαλώσει η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου. Η μητέρα μου πέθανε το 1956. Η γιαγιά μου έμεινε άλλα τρία χρόνια μαζί μας. Το σπίτι μας θυμάμαι ήταν κτισμένο σε ένα μεγάλο οικόπεδο και επειδή της γιαγιάς μου η ξαδέλφη ήταν ελληνίδα υπήκοος δεν μπορούσαμε να το πουλήσουμε. Ξεκινήσαμε δικαστικά, αλλά η δουλειά τελείωσε. Η μητέρα μου είχε έναν ακόμη αδελφό που ονομάζονταν Νίκος Πίντζας, του οποίου ο γιος είναι γιατρός μεγάλος και ο οποίος έμενε στην Αθήνα. Έτσι μετά από τρία χρόνια διαμονής μαζί μας βάλαμε τη γιαγιά στο αεροπλάνο και έφυγε στην Αθήνα. Πέθανε περίπου το 1982.

ΠτΘ: Δεν ρωτήσατε τη γιαγιά σας ποτέ για τις ρίζες σας;

Γ.Τ.:
Εγώ, μετά το στρατιωτικό μου, την επισκέφθηκα στην Ελλάδα, αλλά ποτέ δεν μου εξήγησε τις ρίζες του πατέρα της. Τώρα, όπως έμαθα και ρωτώντας τον κ. Μιχάλη πού βρήκαν το τηλέφωνο, μου απάντησε από τον αδελφό μου. Ο αδελφός μου ονομάζεται Ζενγκίνογλου και το τηλέφωνά μας βρέθηκαν από τον εξάδελφό μας τον Πίντζα.

ΠτΘ: Ο παππού σας ήταν τέσσερα αδέρφια και δύο αδελφές. Δεν είχατε σχέσεις με κάποιους συγγενείς;

Γ.Τ.:
Δεν γνώρισα κανέναν, μόνο τη γιαγιά μου γνώρισα, την Ιουλία. Ήμουν τόσο μικρός. Όταν πέθανε η μητέρα μου σας είπα ήμουν εφτά χρονών. Για δύο χρόνια ταλαιπωρήθηκε άρρωστη. Θυμάμαι ορισμένα πράγματα όπως το σπίτι μας που ήταν πολύ μεγάλο, είχαμε τρεις υπηρέτριες στο σπίτι, δύο αυτοκίνητα μεγάλα με οδηγούς και όλα αυτά χάθηκαν σε μια νύκτα. Όταν πέθανε η μαμά μου όλα χάθηκαν. Ο μπαμπάς μου δεν ήξερε τι έκανε. Όλα πήγαν ανάποδα στη ζωή του, παρόλο που και ο ίδιος είχε περιουσία. Έμεινε με δύο παιδιά και δεν ήξερε τι έκανε. Εγώ πήγαινα στο Ζωγράφειο Σχολείο. Με κοίταζε η γιαγιά μου, η οποία ήταν 85 χρονών και από τα υπάρχοντά της δεν έμεινε ούτε ένα γρόσι. Δεν θέλω να ρωτήσω τον πατέρα μου τι έγινε. Όταν το σκέφτομαι τρελαίνομαι. Όταν ήμουν ένδεκα χρονών όλη η τάξη μάζεψε χρήματα για να μου πάρει παπούτσια. Από εκεί και ύστερα δεν ήθελα να πάω σχολείο.

ΠτΘ: Με τους συγγενείς σας στην Ελλάδα είχατε σχέσεις;

Γ.Τ:
Είχα πάρα πολλούς συγγενείς. Γνωρίζω μόνο τον ξάδελφό μου τον Πίντζα από τον αδελφό της μητέρας μου. Ο θείος μου πέθανε πριν ένα χρόνο. Από της μητέρας μου το σόι κανέναν δεν έχω. Αν πάτε στο Μακρυχώρι στον Άγιο Γεώργιο θα δείτε ότι ευεργέτης είναι ο Πίντζας. Ο παππούς μου, της Ιουλίας ο άνδρας, είχε τρία εργοστάσια που έκαναν εξαγωγή δερμάτων. Όταν το 1942 βγήκε ο νόμος Varlik Bergisi (φόρος περιουσίας), του τα πήραν από το χέρι. Όλα τα χάσαμε. Όταν τα ακούω αυτά, δεν μπορώ να τα πιστέψω. Ακούω ότι ο παππούς μου άφησε περιουσία εδώ για το χωριό. Έμαθα ότι έκανε βρύσες, ότι άφησε λεφτά για να παντρευτούν άπορα κορίτσια, περιουσία που διαχειρίζεται ο δήμος και η μητρόπολη.

Θα επαναλάβω πως από ό,τι υπάρχει δεν θέλω τίποτα, αλλά για την ψυχή των τεσσάρων αδελφών ό,τι μπορούν από αυτά που παίρνουν να τα δώσουν στο χωριό. Σήμερα ήμουν με το δήμαρχο και του είπα αυτά που νοικιάζουν να τα ξοδέψουν προς όφελος του χωριού. Και γι’ αυτά θα πολεμήσω.

ΠτΘ: Πώς αντιδράσατε όταν σας μίλησαν για την ιστορία του παππού σας;

Γ.Τ.:
Στην αρχή δεν το πίστεψα. Ρώτησα δεξιά αριστερά και έτσι έμαθα ότι λένε αλήθεια και ήρθα. Συγκινήθηκα πάρα πολύ, ακόμη και εδώ, και τώρα όταν το σκέφτομαι. Ευχαριστώ αυτούς τους ανθρώπους που τίμησαν τον παππού μου και εμένα για τρεις ημέρες. Τους ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα αυτά που έκαναν για την οικογένεια του παππού μου.

ΠτΘ: Συγκεντρώσατε στοιχεία για τον παππού σας;

Γ.Τ.:
Έμαθα πως ο παππούς μου έχει εδώ περιουσία. Από αυτήν την περιουσία δεν θέλω τίποτα. Έμαθα ότι έχει κτήματα. Θέλω την υπάρχουσα περιουσία να τη διαθέσουν στο χωριό του παππού μου.

ΠτΘ: Θα ξανάρθετε;

Γ.Τ.:
Θέλω να ξανάρθω. Ζήτησα να αγοράσω ένα μικρό οικόπεδο για να θυμάμαι. Δεν θέλω τίποτα. Βασίζομαι στους ανθρώπους που γνώρισα όπως το Γιώργο Βολουδάκη, το Μιχάλη Μοσχίδη. Από τους φορείς άκουσα ότι θα κάνουν πολλά. Ο δήμαρχος μου είπε ότι υπάρχει ένα ολόκληρο κτήμα το οποίο νοικιάζουν προς 500 ευρώ το μήνα. Αυτό το κτήμα το υπολογίζουν σε πολλές χιλιάδες ευρώ. Όταν τον ρώτησα πού τα διαθέτει τα χρήματα, μου απάντησε ότι τα δίνουν για τη θέρμανση του σχολείου. Θέλω τα χρήματα να ξοδεύονται για το σχολείο, γιατί είναι του παππού μου. Να ξοδεύονται για το χωριό.

ΠτΘ: Θα κάνετε έρευνες για την περιουσία του παππού σας;

Γ.Τ.:
Μόλις επιστρέψω στην Κωνσταντινούπολη θα ερευνήσω. Θα πάω στο Πατριαρχείο, στη Θεολογική Σχολή, στις ενορίες κι από τους λίγους που έμειναν θα τα μάθω. Ό,τι μπορέσω θα το κάνω. Θέλω για την ψυχή των συγγενών μου να δοθούν τα χρήματα. Δεν θέλω λεφτά. Για μένα ήταν ένα όνειρο. Η γυναίκα μου έκλαιγε. Νομίζω ότι πετώ στον ουρανό σαν αγγελάκι. Τη ρίζα μου την ξέρω, γιατί εφτά χρόνια την έζησα. Μια γριούλα με φίλησε και μου είπε ότι ο παππούς μου άφησε λεφτά σε μια τράπεζα για να βοηθούν τους άπορους. Χαμπάρι δεν είχα εγώ. Δεν ήρθα για να πάρω. Με καλέσατε και ήρθα. Δεν ήρθα για να ανακατώσω δουλειές. Θέλω οι παππούδες μου να δικαιωθούν για το σχολείο και για το χωριό.

ΠτΘ: κ. Ζενγκίνογλου, εσείς με τι ασχολείσθε;

Γ.Τ.:
Κάνω εξαγωγές. Ο μπαμπάς μου ήταν τοκμετζής (είχε χυτήριο). Ήμουν συνέταιρος σε μία επιχείρηση και κάναμε κλειδαριές και πόμολα. Τρία τέσσερα χρόνια άφησα την εργασία αυτή. Τώρα έχω έναν γνωστό στην Αθήνα και κάνουμε εμπόριο.

ΠτΘ: Θα ξανάρθετε;

Γ.Τ.:
Θέλω να έρθω, είμαστε πάρα πολύ κοντά.

ΠτΘ: κ. Ζενγκίνογλου, σας ευχαριστούμε πολύ.

Γ.Τ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.