«Ματωμενος Γαμος» στο Νταμαρι της Μαρωνειας
Ο «Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα είναι μια τραγωδία. Μια τραγωδία που ακουμπά την αρχαία ελληνική δραματουργία και τα μεσογειακά νεότερα ήθη και τις παραδόσεις. Πρόκειται για μια τομή στο σύγχρονο ποιητικό θέατρο, με μία συμβολική γλώσσα απόλυτα εκφραστική και μουσική, ένα κείμενο που, αν μη τι άλλο, σε συνεπαίρνει όπως και να έχει.
Ούτως ή άλλως το λογοτεχνικό έργο του Λόρκα ασχολείται με δύο σημαντικά θέματα, με τη δύναμη της μοίρας επάνω στον άνθρωπο και με την παρουσία του θανάτου. Με ποιητικό και μουσικό λόγο, ο Λόρκα ασχολείται με τα αισθήματα και τις συγκρούσεις του ανθρώπου, τη σχέση μεταξύ του ονείρου και της πραγματικότητας. Ο λόγος του λυρικός, συχνά υπερρεαλιστικός, ρομαντικός, γεμάτος πρωτότυπες ποιητικές μεταφορές…
Αυτός ο λόγος μάγεψε αρχικά το κοινό που παρακολούθησε την παράσταση από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης το βράδυ του Σαββάτου στον επιβλητικό χώρο του Λατομείου της Μαρώνειας – αν εξαιρέσει κανείς τις πολλές επιπλέον πλαστικές καρέκλες μπροστά από τη σκηνή, τα κινητά τηλέφωνα και το μουρμουρητό κάποιων κυριών στις πρώτες σειρές κάθε φορά που τη σκηνή πλημμύριζε η πρωτότυπη μουσική του Διονύση Τσακνή – θα το θεωρούσαν ως φαίνεται διάλειμμα σε κινηματογράφο!
Αντιπαρέρχομαι εν τέλει την έλλειψη παιδείας τινών στην παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης – αν και καλύτερα θα ήταν να μην προσέρχονται αδίκως άνθρωποι που ενοχλούν τους υπόλοιπους σε ένα θερινό θέατρο – και επιστρέφω στα της παράστασης.
Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το «Θέατρο Τέχνης» το 1948, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, με τον Γιάννη Τσαρούχη στην επιμέλεια των σκηνικών και των κουστουμιών και τους Βάσω Μεταξά, Έλλη Λαμπέτη και Βασίλη Διαμαντόπουλο στους κεντρικούς ρόλους. Το 1955 το έργο ξαναπαίχτηκε πάλι από το «Θέατρο Τέχνης» και πρόσφατα από το Εθνικό σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη. Και άλλα πολλά θεατρικά σχήματα ανέβασαν το έργο, στα περισσότερα των οποίων η μουσική του Μ. Χατζιδάκι ήταν αναπόσπαστο τμήμα του όλου εγχειρήματος. Ο ίδιος ο συνθέτης σε πολλές απ’ αυτές τις κατοπινές παραστάσεις ξαναδούλεψε τις αρχικές συνθέσεις του.
Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε στη Μαρώνεια η μουσική τόλμησε να βάλει με τιμή στην άκρη τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και να επιχειρήσει με τόλμη κάτι εντελώς καινούριο. Ο Διονύσης Τσακνής έδωσε ένα δικό του στίγμα με παραδοσιακές οργανικές εισαγωγές στα τραγούδια, με όργανα παραδοσιακά – διακρίναμε και γκάιντα. Τολμηρό το εγχείρημα, ανταποκρίθηκε όμως άξια θεωρώ στο σύνολο του έργου που και ενδυματολογικά επιχειρούσε αυτή την ταύτιση Ανδαλουσίας – Κρήτης που επικαλείτο το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης όταν επέλεγε το «Ματωμένο Γάμο» για την περίοδο αυτή.
«Μιλάω την ίδια μουσική γλώσσα που μιλά – και καλύτερα μάλλον από μένα – ο Κώστας Τσιάνος. Τη μουσική γλώσσα της μνήμης, τις σχεδόν αρχέτυπες δημοτικές μελωδίες και κινήσεις, τις συμπεριφορές των απλών ανθρώπων που κουβαλάνε μια ολόκληρη Ελλάδα στις πλάτες τους», θα πει ο συνθέτης.
Το έργο, όπως έχει ειπωθεί, αποτελεί μία πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στη μνήμη μας ως ένα έργο βαθιά μεσογειακό που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο μα ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και κατ΄ επέκταση ολόκληρη την οικουμένη. Ειδικότερα όμως αφορά την Κρήτη, μια που οι επιρροές των δύο περιοχών λειτουργούν αμφίδρομα, οι πολιτισμικές ρίζες μέσα στο χρόνο είναι βαθιές και η ψυχοσύνθεση των κατοίκων τους παρεμφερής».
«Ο “Ματωμένος γάμος”, το κορυφαίο έργο του Λόρκα», λέει ο σκηνοθέτης Κώστας Τσιάνος, «είναι εμπνευσμένος από τις λαϊκές τελετουργίες, το λαϊκό τραγούδι και τους λαϊκούς θρύλους της ιδιαίτερης πατρίδας του, που συγγενεύουν συγκλονιστικά με τους δικούς μας και ιδιαίτερα της Κρήτης. Οι τελετουργικές καταβολές της θυσίας του διονυσιακού θεού – ταύρου – τα ταυροκαθάψια- της Κρήτης, συναντούν τις αντίστοιχες στην Ιβηρική Χερσόνησο που σήμερα έχουν πάρει τη μορφή των ταυρομαχιών. Η “βεντέτα”, έθιμο και των δύο λαών, κυριαρχεί στην τραγωδία του Λόρκα και το μαχαίρι, απαραίτητο εργαλείο και στους δύο, γίνεται στον “Ματωμένο γάμο” εργαλείο θανάτου και παίρνει τις διαστάσεις ιερού εγχειριδίου των αρχαϊκών θυσιών, που πρώτα αυτό έρχεται σε επαφή με τον σπαραγμό του σώματος και το αίμα».
Η ομοιότητα των δύο λαών και πολιτισμών αφέθηκε να φανεί και από τις ενδυματολογικές επιλογές της Ρένας Γεωργιάδου για την συγκεκριμένη παράσταση, όχι όμως τόσο από το σκηνικό, που όπως ήταν φυσικό παρέπεμπε σε αγροτόσπιτο της καυτής ανδαλουσιανής υπαίθρου, με τα φώτα όμως και τους προβολείς να είναι τόσο εκτεθειμένοι στο μάτι του θεατή και να μη δημιουργούν αυτό που θα ονομάζαμε «ατμόσφαιρα». Ωραία και η επικλινής στρογγυλή σκηνή, λειτουργική στην ορατότητα, δεν αντιλήφθηκα ωστόσο σε τι άλλο. Το ίδιο ισχύει για το αιματοβαμμένο πέπλο και το κουβάρι της μοίρας, κόκκινα και τα δύο, σκηνικά ωραία, αλλά χωρίς να είναι απόλυτα ενταγμένα στη σκηνοθεσία, κατά τη γνώμη μας.
Η Νεκταρία Γιαννουδάκη ως η τραγική Μάνα φαινόταν νεαρή σε ηλικία από την αρχή της παράστασης, έσωσε όμως τον ρόλο της και ανταποκρίθηκε όσο η πλοκή εξελισσόταν με τη δυνατή φωνή, τη σταθερή παρουσία, την αποφυγή μελοδραματισμών. Ήταν εξαιρετική.
Η Κλειώ-Δανάη Οθωναίου ως Νύφη έδωσε κάτι από το δίλημμά της, όχι όμως και την αύρα της γυναίκας που ταλανίζεται στα σώψυχά της από ένα άσβεστο πάθος.
Ο Μέμος Μπεγνής ως άλλος Λεονάρντο, όμορφος πολύ και πειστικός, λίγο υπερβολικός στα σημεία. Ο Δημήτρης Σδρόλιας ως Γαμπρός επίσης.
Εκπληκτική η σκηνή με το Φεγγάρι και το Θάνατο να συνωμοτούν εναντίον των δύο νέων και να προετοιμάζουν τη σφαγή των παλικαριών. Εξαιρετική στιγμή, αν και λίγο μακρόσυρτη, χάριν προφανώς της πίστης των συντελεστών και του σκηνοθέτη στο αρχικό κείμενο. Μας άφησε άφωνους.
Ήταν μια παράσταση από αυτές που ίσως δεν σε συνεπαίρνουν από την αρχή έως το τέλος, σίγουρα όμως θα επέλεγες να δεις ξανά και ξανά χωρίς καμία αμφιβολία κι ενδοιασμό.
Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
