Μανωλης Μητσιας, Δεν ηθελα να ειμαι ενας τραγουδιστης του lifestyle

«Συντομογραφίες» είναι ο τίτλος του νέου δίσκου του Μανώλη Μητσιά, σε μουσική Βασίλη Δημητρίου και στίχους Γιάννη Κακουλίδη, ο οποίος για ακόμη μια φορά επιβεβαιώνει τις υψηλής αισθητικής επιλογές του από το ξεκίνημά του μέχρι σήμερα. Με λόγο απλό –σοφό σχεδόν- ως απόσταγμα ζωής αλλά και μιας 40χρονης πλέον θητείας στο ποιοτικό τραγούδι, απαντά για τις συνθήκες του τότε και του τώρα στο χώρο του τραγουδιού, το ρόλο της μουσικής στην παρατηρούμενη κρίση αξιών, την αλλαγή των δισκογραφικών εταιριών, την ποίηση και την ξεχωριστή σχέση που αποκτά με τα τραγούδια του και τον κόσμο.

Οι δίσκοι μου θέλω να έχουν ένα κεντρικό θέμα, μουσικά και στιχουργικά, να’ ναι έργα με αρχή, μέση και τέλος

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τη LYRA ο δίσκος «Συντομογραφίες», σε μουσική Βασίλη Δημητρίου και στίχους Γιάννη Κακουλίδη ενώ η ερμηνεία είναι δική σας και της Γιώτας Νέγκα σε δύο κομμάτια. Με τον Βασίλη Δημητρίου είχατε συμπράξει και στο παρελθόν. Πώς προέκυψε τώρα αυτή η συνάντηση με τους δημιουργούς;
Μ.Μ:
Πάντα θέλαμε να κάνουμε μια δουλειά. Είναι φίλοι μου και οι δυο, γνωριζόμαστε 40 σχεδόν χρόνια. Τα διαφορετικά συμβόλαια που είχαμε δεν επέτρεπαν τη συνεργασία μας. Τώρα μας κάλεσε μια μέρα ο Γιώργος Μακράκης, ο παραγωγός, άκουσα τα τραγούδια και μου άρεσαν κατευθείαν. Πολύ απλά πράγματα, δε θέλει πολλά για να γίνει μια συνεργασία. Τουλάχιστον με μένανε. Δε χρειάζομαι μέσα, ίντριγκες και όλα αυτά τα πράγματα. Ήταν διακαής πόθος και των τριών μας να συνεργαστούμε.

14 τραγούδια, εκ των οποίων τα 10 είναι λαϊκά και τα 4 μπαλάντες. Ποιο είδος τραγουδιού αισθάνεστε ότι είναι πιο κοντά στο ερμηνευτικό σας ύφος;
Μ.Μ:
Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Όλα τα είδη μπορώ να τα τραγουδήσω, να τα εκφράσω με τον ίδιο τρόπο. Κι αυτή η δυνατότητα μου δίνεται επειδή από μικρό παιδί ασχολήθηκα με τη βυζαντινή μουσική και αυτό με διευκολύνει αφάνταστα στο να λέω όλα τα είδη. Μέσα υπάρχει κι ένα κομμάτι πολύ μοντέρνο, ροκ εν ρολ κομμάτι, το «Κουβέντες με τον Μαρξ». Αυτό με δυσκόλεψε πιο πολύ απ’ όλα για να είμαι ειλικρινής!

Ανατρέχοντας στην πλούσια δισκογραφική σας διαδρομή, παρατηρούμε πως, πλην λίγων εξαιρέσεων, όπως ο δίσκος «Ένα τσιγάρο κι ένας ψεύτης», που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια και ήταν ένα πάντρεμα πολλών δημιουργών, οι υπόλοιποι -όπως και ο καινούριος- είναι στηριγμένοι σε ένα δίδυμο συνθέτη-στιχουργού. Τι σας οδηγεί σ’ αυτήν την προτίμηση;
Μ.Μ:
Οδηγεί πάντα το γεγονός ότι αισθητικά ο δίσκος είναι πιο ολοκληρωμένος. Είναι έργο που έχει αρχή, μέση και τέλος. Τα διάφορα τραγούδια τα δημιουργούν οι εταιρίες δίσκων ψάχνοντας από κάθε συνθέτη ένα κομμάτι να γίνει επιτυχία και να οικονομήσουν. Ενώ όταν υπάρχουν 12 τραγούδια ενός ανθρώπου, με ένα κεντρικό θέμα, είναι μουσικά και στιχουργικά ένα μικρό έργο. Θέλω πάντα τα τραγούδια μου να έχουν μια άποψη, να μην είναι σκόρπια. Τον προηγούμενο δίσκο τον έκανα γιατί υπήρχαν νέα και ταλαντούχα παιδιά που ήθελαν να βγουν στην επικαιρότητα. Έτσι έδωσα το βήμα αυτό. Άλλωστε, αν πάμε σε όλα αυτά τα χρόνια πίσω, θα δούμε ότι τα μεγάλα τραγούδια γίνονταν από δύο ανθρώπους πάντα.

Είναι λάθος ότι ο Θεοδωράκης γράφει μόνο επαναστατικά τραγούδια, τα ερωτικά του είναι αριστουργήματα

Εσείς είχατε την τύχη να γνωρίσετε προσωπικά δύο σπουδαίες προσωπικότητες του πολιτισμού τον Μάνο Χατζιδάκι και το Νίκο Γκάτσο και να συνεργαστείτε στους δίσκους «Της γης το χρυσάφι» και «Αθανασία». Μάλιστα ο Χατζιδάκις έγραψε τον «Χειμωνιάτικο Ήλιο» ειδικά για εσάς. Τι είδαν στο πρόσωπό σας και σας επέλεξαν ως συνεργάτη και φίλο;
Μ.Μ:
Πιστεύω ότι ήμουν πολύ έντιμος και καθαρός απέναντί τους πάντα. Και οι δύο αυτοί κορυφαίοι άνθρωποι εκτός από τη φωνή που μπορεί να χει ένας τραγουδιστής, ψάχνουν πολύ βαθιά και το αν αυτά τα οποία λέει έχουν μια σχέση με την καθημερινότητά του, με τη ζωή του και την πορεία του σαν άνθρωπος στην κοινωνία. Όλα αυτά τα πράγματα τους οδήγησαν στο να μου δώσουν τον δίσκο.

Πόση ελευθερία έχετε να αρνηθείτε την ερμηνεία ενός κομματιού όταν το προορίζει για σας ο δημιουργός του;
Μ.Μ:
Κοιτάξτε αν είναι από αυτούς τους δύο κορυφαίους ανθρώπους ή από τον Θεοδωράκη, και γενικώς από αυτούς με τους οποίους συνεργάστηκα όλα αυτά τα χρόνια… Έχω μια ελευθερία οπωσδήποτε, βάζω και κάτι από τον εαυτό μου. Καμιά φορά διαφωνούμε, δοκιμάζουμε και το ένα και το άλλο και το σωστό είναι αυτό που τελικά μένει.

Ενώ ο Χατζιδάκις θεωρείται περισσότερο λυρικός και ερωτικός, ο Θεοδωράκης έχει περάσει στη συνείδηση του κοινού ως πιο πολιτικοποιημένος μέσα από τη μουσική του. Εσείς που τους γνωρίσατε συμφωνείτε με αυτό;
Μ.Μ:
Όχι. Εγώ πιστεύω πως ο Θεοδωράκης είναι πάρα πολύ λυρικός, ερωτικός. Έγραψε κάποια κομμάτια ηρωικά για την εποχή της Χούντας αλλά πάντα ο Μίκης είχε πολιτική άποψη. Τα ερωτικά του Μίκη είναι αριστουργήματα. Είναι πολύ λάθος η άποψη ότι ο Μίκης γράφει μόνο επαναστατικά τραγούδια, αν ψάξουν στη δισκογραφία θα βρουν τραγούδια ερωτικά μοναδικά του Μίκη.

Ο ερμηνευτής οφείλει να μπαίνει στο πνεύμα κάθε τραγουδιού, είναι σαν ηθοποιός

Έχετε αναφέρει πως το πρόβλημα της νέας γενιάς ερμηνευτών είναι ότι δεν γνωρίζουν πώς να ερμηνεύσουν τον κάθε συνθέτη. Ο ερμηνευτής πρέπει να τραγουδάει όπως περιμένει ο συνθέτης να τραγουδήσει ή όπως τον προστάζει η ψυχή του;
Μ.Μ:
Αν δούμε εκτελέσεις δημιουργών είναι καταπληκτικές. Αν ακούσετε τον Μίκη να τραγουδάει ή τον Χατζιδάκι -που ήταν και ψευδός- θα δείτε ότι δίνουν μοναδικό χρώμα στο κάθε τραγούδι. Θα σας πω ένα παράδειγμα. Ας πούμε την «Όμορφη πόλη», από το «Λιποτάκτες» δεν τις έχει πει κανείς πιο ωραία από τον ίδιο τον Μίκη. Αυτό βέβαια είναι εύκολο να το αποβάλλει ένας τραγουδιστής, να ανεβεί επάνω και να κάνει τα δικά του, αλλά δε θα είναι τόσο πιστό φοβάμαι.

Δηλαδή οφείλει ο τραγουδιστής να μεταφέρει κάτι από τον συνθέτη;
Μ.Μ:
Πιστεύω πως ναι. Διαφορετικά πώς θα καταλάβεις ότι ένα τραγούδι είναι του Χατζιδάκι ή του Θεοδωράκη αν δεν μπεις στο πνεύμα του τραγουδιού αυτού; Είσαι σαν ηθοποιός, παίζεις έναν ρόλο. Ο ηθοποιός πρέπει να αποδώσει σωστά αυτά που του λέει ο σκηνοθέτης και ο συγγραφέας, δεν μπορεί να τα κάνει όλα ίδια. Άλλος ο Αριστοφάνης, άλλη η κωμωδία η σημερινή, άλλο το δράμα. Ο τραγουδιστής είναι ένας μικρός ηθοποιός εκείνη την ώρα.

Το ποιοτικό τραγούδι έχει στίχο πάνω από τον καθημερινό και είναι εύκολα διακριτό

Πριν ασχοληθείτε επαγγελματικά με το τραγούδι θελήσατε να πάρετε τη γνώμη των πλέον αρμόδιων στο χώρο για το αν αξίζατε. Αν δεν σας έλεγαν τόσο ενθαρρυντικά σχόλια δεν θα το προσπαθούσατε παραπάνω;
Μ.Μ:
Θα σταματούσα κατευθείαν εκείνη την ώρα παρόλο που είχαμε μπει ήδη ένα χρόνο στο λούκι αυτού που λέμε τραγουδιστής. Αλλά αν έβλεπα ότι δεν είχα μέλλον θα σταματούσα, τι νόημα θα είχε να τραγουδήσω;

Δεν είναι και υποκειμενική όμως η κρίση για αν μία φωνή είναι καλή ή όχι;
Μ.Μ:
Υποκειμενική είναι βέβαια αλλά εγώ ξεκίνησα με άλλα όνειρα, ξεκίνησα με έργα ανθρώπων πολύ σοβαρών, του Μίκη, του Χατζιδάκι, του Μούτση, του Ξαρχάκου, του Λοϊζου, αυτής της κατηγορίας των συνθετών. Δεν ήθελα να είμαι ένας τραγουδιστής του lifestyle. Τότε δεν υπήρχε βέβαια αλλά υπήρχε το λαϊκό, το βαρύ τραγούδι, το οποίο δεν με αντιπροσώπευε.

Μέσα από την αδιάλειπτη παρουσία σας στο τραγούδι αλλά και τις προσεκτικές σας επιλογές φαίνεται πως ποτέ δεν επιδιώξατε την εμπορική επιτυχία. Τι είναι για σας το ποιοτικό τραγούδι και τι θυσίες απαιτεί;
Μ.Μ:
Ποιοτικό είναι το τραγούδι το οποίο έχει έναν στίχο πιο πάνω από τον καθημερινό. Μπορεί να είναι ένα ποίημα. Να είναι μια μουσική η οποία δεν είναι ένα ζεϊμπέκικο αβανταδόρικο, όπως αυτό που γράφουν σήμερα σε μηδέν χρόνο και που το παίρνει ο κόσμος στα χείλη, το τραγουδάει και μετά το φτύνει. Το ποιοτικό τραγούδι φαίνεται. Λίγο να διαβάσεις ένα στίχο του Γκάτσου ή του Σεφέρη διαφέρει από έναν στίχο λαϊκό της καθημερινότητας. Αυτό το διακρίνεις. Δεν χρειάζεται να πας στο Πανεπιστήμιο!

Πόσο εύκολο είναι για έναν τραγουδιστή, που δεν είναι και δημιουργός, να μην υποπέσει σε εσφαλμένες επιλογές προκειμένου να παραμείνει στο προσκήνιο; Αρκετοί μεγάλοι τραγουδιστές ερμήνευσαν στην πορεία λιγότερο καλά τραγούδια.
Μ.Μ:
Είναι τι πιστεύεις μέσα σου. Είναι δύσκολο πράγμα να πεις όχι στην εμπορικότητα, στα λεφτά, στα μεγάλα μαγαζιά που δίναν -γιατί τώρα δεν δίνουν τίποτα- χιλιάδες ευρώ και τους κολάκευαν τους τραγουδιστές. Κάποιοι το έβλεπαν ως μέσο να πλουτίσουν. Εγώ δε το είδα έτσι ποτέ. Να πω ωραία τραγούδια με ενδιέφερε, βάσει της δικής μου αισθητικής και του δικού μου γούστου. Άλλος δεν το είχε αυτό. Υπέκυψε στα ευρώ, τι να κάνουμε;

Το τραγούδι σήμερα είναι σε άσχημα χέρια ενώ οι δισκογραφικές δεν εκτιμούν αξίες

Μια και αναφέραμε το θέμα των χρημάτων, πολλοί κατακρίνουν ορισμένους καλλιτέχνες που ζητούν υπέρογκα χρηματικά ποσά για τις εμφανίσεις τους και μάλιστα σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο. Θεωρούν πως η τέχνη δεν πρέπει να αποσκοπεί στο χρήμα αλλά στην ικανοποίηση του καλλιτέχνη από την αποδοχή του έργου του και την συγκίνηση που αυτό προκαλεί στην ψυχή του αποδέκτη. Από την άλλη, υπάρχει η άποψη πως είναι δικαίωμα κάθε καλλιτέχνη να αποτιμά όσο θέλει τη δουλειά του και να αμείβεται όπως όλοι οι επαγγελματίες. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Μ.Μ:
Ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει. Κάποιοι επιχειρηματίες αν δεν έχουν να μην τα δώσουν, γιατί τα δίνουν; Δεν τους πιέζει κανένας. Οι ίδιοι μπορούν να πουν όχι. Το τραγούδι σήμερα δυστυχώς είναι σε άσχημα χέρια, των επιχειρηματιών νύχτας. Αν πήγαινες παλιά σε κάποιον επιχειρηματία και του έλεγες θέλω τόσα θα σου έλεγε σήκω – φύγε. Ενώ τώρα δε σου λένε σήκω -φύγε, αλλά κάτσε εδώ και θα τα βρούμε. Και προκειμένου να μην τον χάσει τον τραγουδιστή χρησιμοποιεί παντοίους τρόπους και χειρονομίες για να βγουν τα χρήματα αυτά.

Ποια η διαφορά των δισκογραφικών εταιριών χθες και σήμερα; Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τον καλλιτέχνη και κατά πόσο του αφήνουν περιθώρια έκφρασης;
Μ.Μ:
Είναι τεράστια η διαφορά. Οι εταιρίες ήταν ελληνικές και είχαν ανθρώπους με γνώση της ελληνικής μουσικής, ήταν ο Λαμπρόπουλος, ο Πατσιφάς που ήξεραν ποιος ήταν ο Θεοδωράκης. Κάνανε παρέα με τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Γκάτσο. Σήμερα είναι πολυεθνικές, τον Θεοδωράκη τον ξέρουν λίγο από το εξωτερικό, τον Χατζιδάκι ούτε καν. Όταν δεν μπορούν να εκτιμήσουν αξίες οι ίδιοι οι διευθυντές, τι περιμένετε να βγει μετά; Οι εταιρίες θέλουν τραγούδια της μιας μέρας για να βγάζουν χρήματα γρήγορα. Και ποια είναι τα τραγούδια της μιας μέρας; Τα εύκολα, να μην υπάρχει δυσκολία στο στίχο, σ’ αγαπώ, μ’ αγαπάς και τίποτα. Δεν τους νοιάζει να έχουν διάρκεια, ενώ το τραγούδι το κανονικό, το λαϊκό, το γνήσιο, το ποιοτικό έχει διάρκεια. Είναι πιο εμπορικό σε βάθος χρόνου από το εφήμερο.

Τα «μεγάλα» τραγούδια γράφονται μέσα από την καρδιά, μέσα σε μία στιγμή

Το ερμηνευτικό σας έργο διανθίζεται με πολλές και ενδιαφέρουσες συμμετοχές σε δίσκους άλλων και σε soundtrack για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, με πιο πρόσφατη τη συμμετοχή σας στο δίσκο του ηθοποιού Νίκου Καλογερόπουλου για την ταινία «Οι ιππείς της Πύλου». Οι συμμετοχές εξωτερικεύουν άλλες πλευρές της καλλιτεχνικής σας ταυτότητας; Για παράδειγμα το «δεν πλερώνω, δεν πλερώνω» είναι και ένα σατυρικό τραγούδι.
Μ.Μ:
Δεν το είδα σαν μια άλλη πλευρά του εαυτού μου. Με παρακάλεσε ο Νίκος ο Καλογερόπουλος να πω δύο τραγούδια για την ταινία που έκανε. Είπα ναι πριν ακούσω τα τραγούδια αν και όταν τα άκουσα μου άρεσαν πολύ.

Άρα πολλά τραγούδια προκύπτουν από την προσωπική σας σχέση με τους δημιουργούς. Σας λένε ελάτε να πείτε ένα τραγούδι.
Μ.Μ:
Ναι, είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν ταλέντο, που δεν είναι του lifestyle –όπως ο Καλογερόπουλος- και θέλω να τους βοηθήσω. Βέβαια δε θα πω ό,τι να ναι, θα το ακούσω πάντα με μια θετική άποψη και αν στην πορεία δε μου αρέσει κάτι δε θα μπορώ να το πω.

Στον δίσκο «Ένα τσιγάρο κι ένας ψεύτης» περιλαμβάνεται ένα τραγούδι δικό σας, το «Βάλσαμο τραγούδι». Πόσο έχετε αναπτύξει αυτή σας τη δημιουργική-παραγωγική πλευρά;
Μ.Μ:
Α, δεν ξέρω, αυτό έτυχε! Είδα τον στίχο μπροστά μου, μου άρεσε πάρα πολύ και το μελοποίησα μέσα σε 5 λεπτά! Άλλωστε τα μεγάλα τραγούδια, έχω δει συνθέτες μπροστά μου να τα μελοποιούν επί τόπου. Το τραγούδι είναι μία έμπνευση. Ο Χατζιδάκις έγραψε τον «Τσάμικο» μπροστά μου, ο Μούτσης το «Αυτά τα χέρια». Αν λοιπόν κάτσεις νότα- νότα να το κατασκευάσεις, δεν θα ναι ωραίο, δε θα μείνει. Πρέπει να βγει κάτι που είναι από την καρδιά σου εκείνη τη στιγμή.

Πολλοί δημιουργοί, αντίθετα, μένουν ακόμα και χρόνια πάνω από τη νότα ή το στίχο
Μ.Μ:
Εγώ πιστεύω πως τα μεγάλα τραγούδια γράφονται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα!

Άρα μπορεί να προκύψει στο μέλλον και κάποιο άλλο τραγούδι;
Μ.Μ:
Μπορεί ναι! (γέλιο)

Η σχέση που αποκτά ένας συνθέτης ή ένας στιχουργός με το έργο του είναι συχνά σαν τη σχέση του γονιού με το παιδί του. Το φέρνει στη ζωή και δυσκολεύεται να το ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα παιδιά του. Ένας ερμηνευτής αποκτά τέτοιου είδους σχέση με τα κομμάτια; Τι στάση κρατά απέναντί τους;
Μ.Μ:
Εγώ αυτή τη σχέση την έχω. Δεν τα ισοπεδώνω όλα, αλλά δεν μπορώ και να ξεχωρίσω ένα ή δύο τραγούδια. Έχω πει πολύ σημαντικά έργα στην καριέρα μου. Η «Αθανασία», το «Της γης το χρυσάφι», το «Η πόλη μας» του Κηλαηδόνη, η «Τετραλογία» και «Το δρομολόγιο» του Μούτση, το «Παρών» του Άκη Πάνου είναι έργα μοναδικά. Δε θα κρίνω με βάση ποιο έχει πιο πολλή εμπορικότητα αλλά σαν έργο που μου αρέσει ή δεν μου αρέσει. Τώρα λίγο πολύ το ένα πάνω, το άλλο κάτω δεν έχει σημασία.

Έχετε ερμηνεύσει κομμάτια-σταθμούς της ελληνικής μουσικής όπως το «Στην Ελευσίνα μια φορά», «Αυτά τα χέρια», «Ποτέ», «Ερωτικό», μεγάλων συνθετών και στιχουργών. Από όλα αυτά δε θεωρείτε κάποιο ως σήμα κατατεθέν της πορείας σας στη μουσική;
Μ.Μ:
Η «Ελευσίνα» είναι σήμα κατατεθέν για μένα, δεν μπορώ να το αποχωριστώ. Ή την «Πιρόγα» ή το «Ποτέ», το «Γιάννη το Φονιά». Βλέπετε είναι πολλά! Το πιο αναρχικό τραγούδι φερ’ ειπείν είναι ο «Τρελός». Η αναρχία αυτή με την καλή έννοια, της ελευθερίας, μου αρέσει. Το θεωρώ από τα σημαντικότερα ελληνικά τραγούδια.

Στη σχέση σου με τον κόσμο πρέπει να είσαι αληθινός

Από τις μπουάτ της Θεσσαλονίκης- ξεκινώντας από την «107»- και της Αθήνας («Απανεμιά»), σε μεγάλες χώρους στο εξωτερικό (Town Hall, Royal theatre) αλλά και εδώ στην Ελλάδα, όπως το Ηρώδειο. Επηρεάζει ο χώρος και ο αριθμός των παρευρισκομένων την ψυχολογία σας όταν τραγουδάτε; Υπάρχουν άλλες απαιτήσεις;
Μ.Μ:
Ο αριθμός των παρευρισκομένων δε με επηρεάζει. Μπορεί καμιά φορά να τραγουδήσω με δέκα άτομα και να είναι η πιο ωραία βραδιά, σε αντίθεση με μια βραδιά με χίλια άτομα που να είναι άσχετα. Ο χώρος πολλές φορές μπορεί να επηρεάσει. Η ατμόσφαιρα ενός Ηρωδείου είναι άλλη από εκείνη που έχει ένα λαϊκό μαγαζί. Πάλι, όμως, ο κόσμος είναι αυτός που θα κάνει την ατμόσφαιρα. Έχω τραγουδήσει σε λαϊκούς χώρους που δεν είχαν καμαρίνι να καθίσω αλλά ο κόσμος ήταν τόσο ζεστός που το ξεπερνάς. Είναι αμφίδρομη σχέση αυτή του κοινού με τον τραγουδιστή.

Είναι πολύ σημαντικό για έναν καλλιτέχνη να αφήνει τους ανθρώπους από κάτω σε μια κατάσταση που να έχουν μαγευτεί ώστε να μη μιλάνε. Τελευταία στις ζωντανές εμφανίσεις υπάρχει μία αναστάτωση στον κόσμο με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ακούσουμε τον καλλιτέχνη.
Μ.Μ:
Αυτό το ξέρω αλλά εγώ έχω μια επικοινωνία ζεστή με τον κόσμο, άμεση. Δεν έχω τέτοια προβλήματα. Μπορώ να έχω την ίδια σχέση με δέκα άτομα από κάτω και να είμαι και σε ένα γήπεδο με είκοσι χιλιάδες κόσμο. Την ίδια επικοινωνία θα έχω. Είναι θέμα χαρακτήρα. Εγώ υπήρξα πάντα στις σχέσεις μου αληθινός. Κι η καλησπέρα θα είναι αληθινή κι η καληνύχτα θα είναι αληθινή και τα νεύρα μου θα είναι αληθινά. Ποτέ δε θα προσποιηθώ και δεν έχω προσποιηθεί μέχρι τώρα ποτέ.

Και πάνω απ’ όλα η αλήθεια του καλλιτέχνη είναι που κάνει τους ανθρώπους να τον ακούν.
Μ.Μ:
Ακριβώς. Πιστεύω πως ο κόσμος αυτό το καταλαβαίνει. Δεν είναι τυχαίο που σήμερα όλη η Ελλάδα έκλαψε για τον Βέγγο, ας πούμε. Αν με ρωτήσετε τι έχω ζηλέψει στη ζωή μου -το λέω πρώτη φορά- είναι η καλοσύνη αυτού του ανθρώπου. Ούτε χειροκροτήματα, ούτε τίποτα. Μόνο την καλοσύνη αυτού του ανθρώπου. Μπορούσα να είμαι έτσι; Δε θέλω τίποτα άλλο.

Στο τραγούδι βγήκατε αρχικά για βιοποριστικούς λόγους και έπειτα αποφασίσατε να το ακολουθήσετε ως επάγγελμα. Έχει χάσει –με το πέρασμα των χρόνων- κάτι από τη μαγεία του; Τι ανάγκες σας κάλυπτε πριν 40 χρόνια και τι τώρα;
Μ.Μ:
Ξεκίνησα το τραγούδι για την πλάκα μου, για να πάρουμε κανένα τσιγάρο στη Θεσσαλονίκη που δεν είχαμε. Βασικά για να εκφραστούμε. Την ώρα που θα βγω επάνω με τον κόσμο προσωπικά ξεχνάω όλα μου τα προβλήματα. Πάντα για μένα παραμένει η πρώτη στιγμή που έβγαινα σαν νέος με τη λαχτάρα να τραγουδήσω. Μπορεί να είμαι κουρασμένος ή στενοχωρημένος αλλά άμα βγω επάνω τα ξεχνάω όλα.

Την ποίηση την κυνηγάω, μέσα από αυτή βρίσκεις την αλήθεια της ζωής

Έχετε ερμηνεύσει σημαντικούς ποιητές, όπως ο Σεφέρης, Λόρκα, Γκάτσος, Ελευθερίου και άλλους. Πρόσφατα συμμετείχατε στο δίσκο του Σαράντη Κασσάρα «Carmina graeca» με αποσπάσματα από ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ενώ σε περυσινές σας εμφανίσεις αφιερώνατε τις Δευτέρες στην ποίηση. Η ποίηση είναι κάτι που σας κυνηγάει ή εσείς την κυνηγάτε;
Μ.Μ:
(γέλιο) Από μικρό παιδί πάντα μου άρεσε η ποίηση. Όταν δε μετά συναναστράφηκα με τον Γκάτσο, εκεί έγινα πιο πολύ λάτρης. Την κυνηγάω εγώ την ποίηση και χαίρομαι να συναναστρέφομαι τέτοιους ανθρώπους. Γι’ αυτό και πέρυσι τις Δευτέρες τις αφιέρωνα στην ποίηση. Πιστεύω πως είναι το μόνο μέσο για να βρεις την αλήθεια της ζωής. Στα μεγάλα, αληθινά ποιητικά έργα ξεκλειδώνεις πολλές αλήθειες. Ένα μεγάλο ποιητικό έργο, ο καθένας το παίρνει όπως το φαντάζεται και βρίσκει όποιες λύσεις θέλει. Έλεγα μια φορά στον Γκάτσο: «Στην Αμοργό, τι εννοείτε, κύριε Γκάτσο;» και μου λέει: «Ό,τι κατάλαβες, κατάλαβες». Τα μεγάλα ποιητικά έργα δίνουν λύσεις και διεξόδους στα αδιέξοδα των ανθρώπων.

Εσείς προκειμένου να αποδώσετε καλύτερα τις ποιητικές στροφές απαιτείται και να εμβαθύνετε στο σύμπαν του ποιητή ή αυτό το κάνουν μόνο οι δημιουργοί;
Μ.Μ:
Όσο μπορώ προσπαθώ, αν είναι ζων ο ποιητής, να έρθω σε επαφή μαζί του, να κουβεντιάσουμε λίγο. Δεν είμαι έτσι ξεκάρφωτος. Και με το συνθέτη που συζητάμε, πάντα μου δίνει το χρώμα. Μην ξεχνάμε ότι ένας τραγουδιστής μπορεί να έχει το χάρισμα και να μην καταλαβαίνει τι λέει. Αυτό είναι και θέμα του συνθέτη. Σας φέρνω ως παράδειγμα τον Μπιθικώτση. Δεν είχε βγάλει πανεπιστήμιο ο άνθρωπος κι είπε το «Άξιον Εστί», τη «Ρωμιοσύνη», τον «Επιτάφιο» μοναδικά. Ή η Βίκυ Μοσχολιού. Αυτό είναι ένα θείο χάρισμα που το έχει ο σπουδαίος τραγουδιστής. Μπορεί να είσαι και του Πανεπιστημίου και να μην ξέρεις τι λες.

Οι ταλαντούχοι καλλιτέχνες σήμερα οφείλουν να υποδεικνύουν δρόμους

Κρίση οικονομική και κρίση αξιών. Μπορεί η μουσική να λειτουργήσει θεραπευτικά ή ακόμα και να επηρεάσει συνειδήσεις, όπως έκανε παλαιότερα όταν το πολιτικό τραγούδι ήταν στο προσκήνιο;
Μ.Μ:
Βέβαια μπορεί. Το λαϊκό τραγούδι πάντα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα κοινωνικά, τα οικονομικά, τα πολιτικά προβλήματα. Σήμερα σε δύσκολες στιγμές γράφονται αριστουργήματα και μπορεί ταλαντούχοι άνθρωποι να γράψουν σπουδαία πράγματα και να υποδείξουν δρόμους. Όλα γίνονται με το τραγούδι. Γι αυτό πρέπει να υπάρχουν σημαντικοί στίχοι. Ο Γκάτσος τα είχε πει αυτά πριν από πολλά χρόνια, είχε προβλέψει τα τραγούδια του. Έχω πει ένα σημαντικό τραγούδι, το «Δρομολόγιο», που λέει κάποια στιγμή: «όλα γκρεμιστήκανε, δεν υπάρχει νόμος, στην καρδιά παράπονο, και στα μάτια ο τρόμος». Αυτό ήταν προφητικό τραγούδι. Το βλέπουμε σήμερα. Θα πρέπει λοιπόν οι σημερινοί στιχουργοί ή ποιητές να βοηθήσουν τον κόσμο να βγει από τα αδιέξοδά του. Είχε γράψει ο Βάρναλης και τραγούδησε ο Ξυλούρης: «άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, άιντε σύμβολο αιώνιο, αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ρθει ανάποδα ο ντουνιάς». Αυτό ας το έχει ως παράδειγμα ο καθημερινός άνθρωπος και να συμπεριφέρεται και να σκέφτεται ανάλογα.

Για να ερμηνεύσεις καλά χρειάζεται να έχεις ερωτευτεί

Οι άνθρωποι έχουν πάθη. Οι καλλιτέχνες έχουν συνήθως περισσότερα. Υπάρχει κάτι στη ζωή που σας παθιάζει όσο η μουσική;
Μ.Μ:
Δεν υπάρχει τίποτα που να με παθιάζει τόσο πολύ όσο η μουσική. Με παθιάζει και η οικογένειά μου και οι φίλοι μου. Αυτά είναι τα πάθη μου.

Τί ρόλο διαδραματίζει ο έρωτας στη ζωή σας και κατά πόσο σας βοηθά στον τρόπο που ερμηνεύετε; Πρέπει ο τραγουδιστής να έχει βιώσει έντονα συναισθήματα προκειμένου να αποδώσει τα μέγιστα ερμηνευτικά ή είναι θέμα τεχνικής και εξάσκησης;
Μ.Μ:
Δεν είναι θέμα τεχνικής ούτε πρέπει να’ χεις βιώσει έντονα συναισθήματα. Να’ χεις ερωτευτεί. Να αγαπήσεις τον κόσμο γενικότερα.

Κλείνοντας, ορμώμενοι από τον τίτλο του νέου σας δίσκου, τι είναι για σας η ευτυχία αν την ορίζατε συντομογραφικά;
Μ.Μ.:
Η ευτυχία για μένα δεν είναι τίποτε άλλο από το να μπορέσω να είμαι καλός άνθρωπος και να μπορέσω κάποια στιγμή να μοιάσω στον Βέγγο, τίποτα άλλο!

Συνέντευξη: Μάνια Σχοινά & Γιώτα Παπαλουκά

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.