LUMINI KAI SOMBRI
ΚΑΙ ΣΚΛΗΡΗ ΣΩΣΤΗ ΠΕΤΡΑ μπορεί να γίνεται κάποτε η μοναξιά σου. Και άλλες φορές πάλι σκέτο πούπουλο. Είναι που την βρίσκεις να διαμορφώνεται άλλοτε μέσα στην μεγάλη σύναξη των ανθρώπων κι άλλοτε πάλι στην ερημία των πάρκων, την ώρα που κι οι πάπιες ακόμη δεν σου δίνουν σημασία κι αποσύρονται στην χλόη να κοιμηθούν. Τότε είναι που νιώθεις την απελπισία να σου βγαίνει από το στόμα έξω, χωρίς ίσως την δύναμη που μπορεί να έχει ένα δηλητηριώδες φάρμακο, αλλά και χωρίς τουλάχιστον τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Περνάς ένα διάστημα ταινίας βωβού κινηματογράφου. Και ξαφνικά, τα γράμματα που δεν είχε αρχίσει να τα μιλάς, βάλνονται να σχηματίζουν με τρόπο απροσδόκητο ορισμένα ερωτηματικά. Μήπως η απελπισία δεν είναι στο βάθος παρά μια άπω ελπίς; Οπόταν και η μοναξιά συμβαίνει να είναι η μόνη αξία που έχει τη δύναμη να την αποκαλύψει;
Μια στιγμή. Γιατί εδώ πέρα έχει παρεμβληθεί ανάμεσα στον νόμιμο υποβολέα ένας άλλος, λιγότερο ίσως πονηρός ώστε να παίζει με τα λόγια και περισσότερο ευφυής, ώστε να προσαρμόζει τις φευγαλέες αλήθειες στην μία και μόνη πραγματικότητα. Και βέβαια εάν μοιάζουν μεταξύ τους ορισμένα λόγια σημαίνει πως είναι από την ίδια οικογένεια, πώς είναι συγγενείς. Οπόταν μια δράση με τα ίδια πρόσωπα και γύρω από την ίδια υπόθεση, θέλοντας και μη, αποκτά μιαν αληθοφάνεια πολύ πιο πειστική στο επίπεδο της πραγματικότητας. Χρειάζεται μεγάλη απόσταση και ανάλογο εύρος για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο. Ποιο; Της ζωής και του τρόπου να ερμηνεύεις σωστά όλα της τα μυστήρια.
Περί αυτού πρόκειται. Γλύπτες και ζωγράφοι, συγγραφείς και φιλόσοφοι, ποιητές και μουσικοί, όλοι μαζί, όσοι έχουν λυτές τις πέδες της καθημερινής τριβής, αυτό το φως ζητούν να εξαργυρώσουν και να το θεωρήσουν το πραγματικό συστατικό της δεύτερης και αληθινής τάξης του κόσμου.
Μυριάδες μικροσκοπικοί, φωτεινοί κόκκοι – (Lumini) – και άλλοι τόσοι σκοτεινοί – (Sombri) – μοιράζονται την επιφάνεια της όρασης, που ’λεγε κι ο Γιώργος Σαραντάρης. Συμβάντα που συμβαίνει να συμβαίνουν και σε συμβατές και σε ασύμβατες καταστάσεις αντισυμβάλλονται μέχρις ότου η άπω ελπίς στο τέλος να γεννηθεί. Ο καθείς με τον τρόπο του και, τι περίεργο, με τον τρόπο που η τέχνη του συνήθως βρίσκει ευχερέστερα να εκφραστεί. Και μόνον ένα πέρασμα γρήγορο απ’ τις αίθουσες Uffizi της Φλωρεντίας αρκεί να σε κάνει επί μέρες να κυκλοφορείς με μια χρυσάχνη, σαν να ’σουν μέλος του οίκου των Algelico. Κάτι ανάλογο που νιώθεις μετά που διάβασες μερικές σελίδες του Holderlin ή του Shelley ή άκουσες μοτίβα του Hydn και του Mozart. Αμέ τώρα να βρεις άκρη ανάμεσα στην National Gallery και την Tate, ανάμεσα στον Vivaldi και τον Mahler, τον Rimbaud και τον Eliot, τον Valery και τον Blake.
Και όμως βρίσκεις. Βγάζεις μάλιστα εύκολα και ένα γενικό, συμπέρασμα. Στις παραστατικές τέχνες – αν μάλιστα ξεκινήσει κανείς από τους Κρήτες και τους Θηραίους, τους Αιγυπτίους (μόνον για τα έγχρωμα ανάγλυφα), τους Ετρούσκους, τους Προαναγεννησιακούς – υπερψηφούν συντριπτικά οι Lumini. Στις τέχνες του ήχου περίπου ισοψηφούν. Και στις τέχνες του λόγου οι Sombri όχι μόνο υπερψηφούν αλλά καλύπτουν τα 90% της λογοτεχνίας, της διεθνούς. Πού μπορεί να οφείλεται αυτό; Στην ποίηση την λυρική των Αρχαίων η υγεία σφύζει και ξεχειλίζει σαν να πάτησες την ρώγα μιας λέξης και να ευωχείσαι κάθε στιγμή απ’ τον χυμό της. Ακόμη και στις περιόδους της δήθεν παρακμής, ως και στα αναθηματικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας, δεν ακούγεται αναστεναγμός, αλλά μόνο σέβας και τάξις. Και είναι αυτά όλα, ίσα ίσα, που με τους τραγικούς αναποδογυρίζονται και δείχνουν την άλλη τους όψη.
Α κινδυνάκι, τι μικρό που φαίνεσαι μπροστά στα όσα φοβερά κουβαλάς! Και πόση η δύναμη η απορρυθμιστική του χρόνου, που βραδύνει το ταχύ και ταχύνει το βραδύ, με τέτοιον τρόπο που ολόκληρο το φορτίο της ζωής που σηκώνουμε, αν είναι γνήσιο, αν είναι από πηγή, να φτάνει σε τέτοιο απώτατο άκρο ώστε να μας βαρύνει ακριβώς όσο και η έλλειψή του. Μια μέρα η δικαιοσύνη θ’ αποκληθεί «ακριβής στιγμή», κατά το υπόδειγμα των μεγάλων αρχιτεκτόνων και ναυτιλλομένων, που έδωσαν το παράδειγμα όπως ο Ικτίνος, ή ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος, ή ο Κοσμάς ο Σπετσιώτης. Το δίκαιο θ’ απονέμεται τα μεσάνυχτα, κατά το υπόδειγμα της Ατλαντίδας σ’ ένα ύπαιθρο βαθυκύανο που μυρίζει θυμάρι. Οπότε, όποιο φεγγάρι θελήσει να βγει, δεκτόν.
ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ
Μια λεπτή συρμή νερού μέσα στην νύχτα, τόσο ασημένια που γίνεται κορδέλα στον βόστρυχο ενός κοριτσιού κι ολοένα αιφνιδιάζεται από τους δικούς μου λογισμούς, που αφήνουν επίτηδες να τρέχουν δίπλα του ενώ αδειάζει όλος ο ουρανός, χαμηλά το φεγγάρι σπλαχνοφόρο και τ’ αρνάκια του βορρά να τρέχουν, να βελάζουν κατά μιαν ατέρμονη, ατέρμονη Θεσσαλών νίκη.
Οι ιθαγενείς της νύχτας παρ’ όλα αυτά ροδίζουν. Αρκεί να σημάνει η στιγμή. Στον καθένα μας εδόθη τριαντάφυλλον και δικός του λογαριασμός πότε και με ποιον τρόπο θα βοηθήσει στο ανέβασμα της ημέρας. Κόβοντας τον ήλιο στα τέσσερα, όπως μερικοί απ’ τους Πυθαγορείους υποστήριζαν; Αντικαθιστώντας εναλλάξ τα μήκη και τα πλάτη, τα ύψη και τα βάθη στις διαστάσεις της καθημερινής μας ζωής; Φτάνοντας σε τέτοιο σημείο που ν’ αλλάξουν ως και το σχήμα της υδρογείου;
Καμιά ζωή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ όπως την είχε κανείς προσχεδιάσει. Η τύχη δεν κατασκευάζεται, αν και η οργάνωσή της σε κάποιο χώρο εν αγνοία μας συντελείται. Είμαστε το πλήρωμα ενός υπερωκεανίου, που ταξιδεύει διαρκώς και διαρκώς βρίσκεται στην ίδια θέση. Σαν τη γάτα που γυρνά για να πιάσει την ουρά της. Ένας αέναα περιστρεφόμενος κλειστός κύκλος. Κύκλος, όμως, που όσες ασυδοσίες κι αν περιλαμβάνει, εάν εγγραφεί σ’ ένα σαφές τετράγωνο αποκτά ισχύ νόμου. Επειδή φλοίσβος είναι ο καθαρός λόγος και οσμιτή κάθε του παρέκκλιση. Ένας αέρας κατά το ήμισυ Πόντιος εκ μητρός και κατά το άλλο Αιολεύς αυτόχθων είναι που με παίρνει τις νύχτες μαζί του, μ’ ένα σκέτο κλαδί αρμπαρόριζα να εξολοθρεύουμε το απανταχού απεχθές.
Κατοικώ την πιο μικρή χώρα, με το πιο μικρό σπιτάκι, το πιο μικρό αυλιδάκι και τις πιο μεγάλες γλάστρες του κόσμου. Το ποτίζειν τες είναι υπόθεση κρατική. Το χαριεντίζειν τες, δική μου. Μη λησμονούμε ότι χρειάστηκαν τριακόσια εκατομμύρια χρόνια για να τελειοποιηθεί ένας πανσές και να γίνει κάθε τριανταφυλλιά πριγκίπισσα. Μια ευγονία όπου, κάθε μέρα, κάθε μπουμπούκι κάνει να μου φιληθεί και πάλι κρύβεται. Ποια είσαι εσύ; Έλα δω να σε γνωρίσω. Να γνωρίσω τ’ ανήλικο μαλλί σου, το Κωνσταντινάτο σου, τα πλαγίως γκριζοπράσινα μάτια σου, το σφεντονάκι της δεντρολιβανιάς σου, τα φοινίκια του Αι-Βασίλη σου και την ίσως από τώρα προγιαγιά της λύπης σου.
ΑΝΑΚΑΙ ΝΙΣΘΗΣ ΕΤΑΙΩ ΣΑΕΤΟΥ ΗΝΕΟ ΤΗΣ
Αυτός ο συσπασμένος λόγος θυμίζει κίνηση τροχοφόρου κάτω από δεντροστοιχία σκιά – φως, σκιά – φως, σκιά, σκιά – φως. Δεν ξέρω αν φτάνει κάποτε η στιγμή, σε μεγάλο μάκρος χρόνου, αυτά τα Lumini και τα Sombri να εξισώνονται όπως τα χρώματα και τα νούμερα στην ρουλέτα, κατά τους θεωρητικούς.
Γεγονός είναι ότι όποιος αγοράζει ευαισθησία, μπορεί να χάνει την τρέχουσα ζωή, αλλά στην παντοτινή μένει πάντοτε κερδισμένος.
*Οδυσσέα Ελύτη, «Ο κήπος με τις αυταπάτες», Υψιλον/Βιβλία, Αθήνα 1995, σ.σ. 41-48
Στο εξώφυλλο του ενθέτου φιλοξενείται το κολλάζ του Οδυσσέα Ελύτη με τίτλο «Ο σταματημένος χρόνος», που προέρχεται από την ίδια έκδοση, σ.69
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
