Λεωνιδας Μπαλαφας, Τραγουδοποιος «Η τεχνη παντα γενναει, αλλα πολυ δυσκολα ερχεται πλεον στα αυτια σου»

Με το να γράψει κανείς όμορφα λόγια για τον Λεωνίδα Μπαλάφα, τις ερμηνευτικές, στιχουργικές, μουσικές και όχι μόνο ικανότητές του, αλλά και την δυνατότητα να φτάσει πολύ ψηλά, δεν κομίζει γλαύκας στους αναγνώστες και τους ακροατές του. Άλλωστε, είναι κάτι που και όσοι δεν τον γνωρίζουν ακούγοντας ένα τραγούδι ή διαβάζοντας μια συνέντευξη του μπορούν να το διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι.
Με αφορμή την σημερινή του εμφάνιση στην Ξάνθη, στο Postmodern Bar «Λόλα», μίλησε στην εκπομπή του Ράδιο Παρατηρητής 94 FM «Επί Πτυχίω», με τον Παναγιώτη Ροζάκη και τον Θάνο Βαφειάδη, εφ’ όλης της ύλης με την αμεσότητα, την απλότητα και την ειλικρίνεια που διακατέχει και το έργο του.

Το μαγαζί δεν κάνει τη διάθεση, εμείς την κάνουμε

Ράδιο Παρατηρητής: Καλησπέρα Λεωνίδα! Έστω και στα ερτζιανά καταφέραμε να σε φέρουμε στην Κομοτηνή! Ελπίζουμε πάντως να είναι η αφορμή για να σε δούμε και επί σκηνής…
Λ.Μ.:
Καλησπέρα παιδιά! Μακάρι, τα πράγματα είναι δύσκολα βέβαια, αλλά εγώ είμαι ανοικτός γενικά να παίζω παντού, το θέμα μετά είναι να πηγαίνω όπου με καλούν.

Ρ.Π.: Αρχίζεις όμως εμφανίσεις και στην Αθήνα στον «Σταυρό του Νότου»;
Λ.Μ.:
Ναι την Πέμπτη 18 Οκτωβρίου και κάθε Πέμπτη θα είμαστε στον «Σταυρό του Νότου».

Ρ.Π.: Θα έχετε την ίδια διάθεση όπως και στο «Κου – Κου»;
Λ.Μ.:
Το μαγαζί δεν κάνει τη διάθεση, εμείς την κάνουμε. Απλά αλλάζουμε χώρο. Ακολουθεί η προσαρμογή, γιατί χρειάζεσαι κάποιο χρόνο για να προσαρμοστείς. Δεν αλλάζει κάτι. Αν η διάθεσή μας είναι τέτοια, και υπήρχε στο «Κου – Κου» ένα πανηγυρικό ύφος, το ίδιο θα ισχύει και για το «Σταυρό του Νότου».

Ρ.Π.: Με πόσα άτομα θα εμφανίζεσαι;
Λ.Μ.:
Θα είμαστε οκτώ. Αν και στην Ξάνθη και στη Θεσσαλονίκη το Σαββατοκύριακο θα είμαστε ελλιπείς, μείον ένα άτομο.

Ρ.Π.: Στην μπάντα είναι κι ένας συμπατριώτης μας Κομοτηναίος, ο Κώστας Φόρτσας.
Λ.Μ.:
Ναι εξαιρετικός, παίζει κλαρίνο.

Ρ.Π.: Θα σε δούμε φέτος να παίζεις κλαρίνο;
Λ.Μ.:
Παίζω λίγο, το παλεύω, είναι δύσκολο όργανο, όσο όμως μελετώ πιστεύω ότι κάτι κάνω, κάτι ελαφρό. Εγώ είμαι για τα ελαφριά και ο Φόρτσας για τα βαριά! Κάπως έτσι!

Φουλ επιστροφή στις ρίζες

Ρ.Π.: Ηχογραφείς, έχεις στα σκαριά κάτι καινούργιο;
Λ.Μ.:
Όχι, δεν έχει τρεις μήνες που κυκλοφόρησε ο νέος δίσκος. Υλικό υπάρχει, αλλά ακόμα προσπαθώ να δω πώς θα γίνει, πώς θα γραφεί, πώς θα ενορχηστρωθεί. Έχει ένα ρεμπέτικο ύφος η επόμενη δουλειά και αυτό με προβληματίζει.

Ρ.Π.: Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Δηλαδή, επιστροφή στις ρίζες;
Λ.Μ.:
Επιστροφή στις ρίζες φουλ.

Ρ.Π.: Χρειάζεται;
Λ.Μ.:
Χρειάζεται για μένα βασικά, γιατί είναι αυτό που μου βγαίνει, όπως είναι.

Ρ.Π.: Λειτουργείς δηλαδή με την αίσθηση;
Λ.Μ.:
Ναι.

Έχει τη γλύκα του να είσαι εκτός συστημάτων

Ρ.Π.: Ο προηγούμενος δίσκος «Ας ρίχνει και χαλάζι» κυκλοφόρησε από ανεξάρτητη εταιρεία.
Λ.Μ.:
Ναι, του Μέρμηγκα που παίζει ούτι, λαούτο, μπουζούκι, είναι μουσικός παραδοσιακός, και που μαζί με τον αδερφό του, που είναι τραγουδιστής έκανε μια ανεξάρτητη εταιρεία για να κυκλοφορήσουν κάποια cd και είμαι και εγώ εκεί μέσα σε αυτή την παρέα.

Ρ.Π.: Χαλάτε όμως την πιάτσα. Πέντε ευρώ το cd και μάλιστα διπλό…
Λ.Μ.:
Ναι, γιατί έτσι το ήθελα, έτσι το αισθανόμουν. Δεν ήθελα να κάνω συμβόλαιο με κάποια μεγάλη εταιρεία που είναι σαν τα αρπακτικά που ανοίγουν το στόμα έτοιμα να σε φάνε. Ήθελα μια μικρή εταιρεία απλά, για να μπορεί ο καθένας μέσω του Ίντερνετ να το κατεβάσει ή αν γουστάρει να το δει μέσω youtube και κάποιος που θα έρθει στο live να μπορέσει με πέντε ευρώ, αν γουστάρει αυτό που άκουσε και έχει δεθεί συναισθηματικά, να το έχει στην συλλογή του.

Ρ.Π.: Μόνο οι ρομαντικοί μαζεύουν cd αυτή την εποχή.
Λ.Μ.:
Ναι και πέντε ευρώ είναι το ποσό που τα πουλάγανε κάποτε στις παραλίες. Σήμερα μπορεί να είναι πολλά για την εποχή.

Ρ.Π.: Προσαρμόστηκες πάντως και έπιασες το νόημα της κρίσης πολύ νωρίς….
Λ.Μ.:
Ναι κι ας μη ξεχνάμε ότι τέσσερα ευρώ κάνει ένα φραπέ που θα πιεις ένα απόγευμα.

Ρ.Π.: Και το παράδειγμα που δίνεις είναι εύστοχο. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αντιπαραβάλλουμε κάποια πράγματα, να τα «ζυγίσουμε» καλύτερα ως προς την αξία του καθενός…
Λ.Μ.:
Βέβαια δεν το γουστάρουν αυτό ούτε οι δισκογραφικές εταιρείας και σίγουρα δεν το γουστάρουν ούτε και τα ίδια τα δισκοπωλεία, γιατί δεν θέλουν να πουλήσουν πέντε ευρώ. Σε ένα δισκοπωλείο λες πάρ’ το, αλλά μην το πουλήσεις παραπάνω από οχτώ -εννιά ευρώ για να βγάλεις και εσύ το κέρδος σου. Οι περισσότεροι όμως θέλουν να το πουλήσουν παραπάνω γιατί είναι διπλό cd οπότε δεν το παίρνεις κιόλας.

Ρ.Π.: Είχανε καλομάθει τόσα χρόνια με μια υπεραξία που έδιναν στο προϊόν της δουλειάς σας τόσο τα δισκοπωλεία όσο και οι δισκογραφικές, άδικο κατ’ εμέ και για κάθε κοινό νου, υπεραξία που κατέληγε στις τσέπες τους.
Λ.Μ.:
Όσο δύσκολο είναι να σηκώσει κάποιος το ποδάρι του και να μπει σε ένα δισκοπωλείο τόσο δύσκολο είναι να το σηκώσει και να πληρώσει δεκαπέντε ή δεκαέξι ευρώ. Και τι να σου κάνει η εταιρεία από την άλλη; Να το βάλει να παίξει στο MAD ή σε ραδιόφωνα, εδώ είναι ολόκληρες μασονικές φαμίλιες ή δεν ξέρω πώς να τις χαρακτηρίσω. Υπάρχουν άλλοι σκοποί δεν ξέρω τι γίνεται. Αυτό είναι το σύστημα, αν και έχω γνωρίσει πράγματα μέσα από αυτό, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω ακριβώς πώς λειτουργεί. Σίγουρα λειτουργεί με βάση το θεαθήναι και το χρήμα, το λάιφ-στάιλ και την σόου μπίζ. Από την άλλη όμως, το να είσαι εκτός έχει και την γλύκα του. Tο θέμα είναι βέβαια να υπάρχει και κάποιος κόσμος που ακολουθεί και γουστάρει και ταυτίζεται και πληρώνει από την τσέπη του να πιει το ποτό του και να ακούσει. Θέλω να πιστεύω ότι κάποιοι που ασχολούνται με τη μουσική, όπως και εγώ, ζούμε από αυτό. Δηλαδή, ζούμε από το μαγαζί, από τον κόσμο που θα έρθει, θα πιει το ποτό του και θα δώσει οκτώ ή εννέα ευρώ, τόσα ώστε να μπορεί να βγει μια κατάσταση που δουλεύει για αυτόν, να βγουν κάποια μεροκάματα. Αυτό παλεύω να υπάρχουν κάποια μεροκάματα για κάποιους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.

Το ραδιόφωνο σήμερα είναι η Βίσση και η κάθε Βίσση αμερικανομοντέλο του τα βγάζω όλα έξω και τραγουδάω και υπηρετώ σκοπούς

Ρ.Π.: Μίλησες και για το ραδιόφωνο. Έχεις ασχοληθεί με αυτό από μικρός, τραγουδούσες on air!
Λ.Μ.:
Αυτά είναι κάτι που έχουν γράψει κάποιοι φίλοι και κάποιοι από εδώ και από εκεί σαν βιογραφικό, που ούτως ή άλλως δεν μπορείς να πεις ότι κάθησα και το έγραψα εγώ, κι ότι με αντιπροσωπεύει. Δεν έχω γράψει τίποτα, ο καθένας έγραψε κάτι. Παλιά είχα ένα γαμπρό που είχε εκπομπή σε σταθμό και πήγαινα εκεί μαθητής δημοτικού και τραγούδαγα ό,τι να είναι. Του ζητούσα να μιλήσω στο ραδιόφωνο και μίλαγα, αλλά ήμουν στο δημοτικό.

Ρ.Π.: Το ραδιόφωνο πώς το ακούς; Είσαι ευχαριστημένος με το πώς έχει εξελιχθεί;
Λ.Μ.:
Δεν είμαι ευχαριστημένος προσωπικά. Κάνω τώρα πισωγύρισμα και αρχίζω και ακούω πράγματα πιο παλιά, για παράδειγμα το ’20, λέγαμε τι παίζεις; Μπλουζ. Μπλουζ που έπαιζαν οι φυλακισμένοι βαρώντας τον κασμά και σπάζοντας την πέτρα στη φυλακή, όπως έπαιζαν και το δικό μας μπλουζ, το ρεμπέτικο. Το ρεμπέτικο πού είναι στα ραδιόφωνα; Τώρα αλλάζουν οι εποχές, εγώ είμαι φαν του Παναγιώτη Τούντα. Ο πατέρας μου τραγούδαγε αμανέδες και μου έλεγε τι μαλακίες γράφω. Του έλεγα δεν ξέρω. Όσο μεγαλώνω αρχίζω και αντιλαμβάνομαι πού είναι η πηγή, πού είναι η ουσία. Δίψασες και θες να πιεις νερό και ψάχνεις την ουσία πού βγαίνει το συναίσθημα. Να πεις ότι αυτό είναι ένα ερωτικό τραγούδι. Να πεις ο άλλος είναι καψούρης, αλλά με τι λόγια εκφράζει την καψούρα του, τον έρωτά του; Και κάνω και εγώ το δικό μου πισωγύρισμα. Το ρεμπέτικο ξανοίχτηκε και έφθασε μέχρι τον Άκη Πάνου σιγά –σιγά έσβησε και μετά το πήραν κάποιοι και το έκαναν σκυλέ, τελείως διαφορετικό, το ανάλαφρο σκυλέ, μετά με ποπ και ηλεκτρικές κιθάρες και ό,τι να ‘ναι. Αν ανοίξεις και εσύ ένα ραδιόφωνο θα δεις πού πάει η φάση. Είναι η βίσση και η κάθε βίσση αμερικανομόντελο του τα βγάζω όλα έξω και τραγουδάω και υπηρετώ σκοπούς πλέον. Υπηρετώ ένα άλλο σύστημα το οποίο πάλι δεν μπορώ να γνωρίζω πού αποβλέπει.

Μέσα στην πατσαβούρα πάντα θα υπάρχει και κάτι καλό

Ρ.Π.: Ίσως πάει προς την κοινωνία του θεάματος που έγραφαν και οι καταστασιακοί φιλόσοφοι…
Λ.Μ.:
Σκέψου πιο παλιά εδώ και έξι χρόνια που είμαι εγώ τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Η τέχνη πάντα γεννάει, αλλά είτε αμερικάνικο είναι αυτό, είτε οτιδήποτε άλλο, πολύ δύσκολα πλέον έρχεται στα αυτιά σου. Δηλαδή εγώ είμαι μεγαλωμένος σε μια οικογένεια που δεν έχω φίλους ή παρέα που ασχολείται με την μουσική. Βλέπω αυτό ακριβώς.

Ρ.Π.: Τα πράγματα είναι έτσι με το Ίντερνετ που έχεις την υπερπληθώρα πληροφοριών και δυνατοτήτων να ακούς τα πάντα, αλλά έχουμε φτάσει στο σημείο να μην ψάχνουμε.
Λ.Μ.:
Είναι αυτό, έχεις την πολυτέλεια και κάθεσαι στον υπολογιστή, αλλά τι να πατήσεις; Πρέπει να έχεις ένα φίλο για να σου πει να ακούσεις κάτι. Θέλεις άλλους δυο ανθρώπους που να σου υποδείξουν να ακούσεις και κάτι άλλο. Αυτό παίρνει μετά την τροχιά του και γυρίζει. Για παράδειγμα άκουσα ένα τραγούδι το λέω στο φίλο μου και αυτός σε άλλο φίλο του και γίνεται μια φάση. Το θέμα είναι ότι η τέχνη δεν σταματά ποτέ, είναι το μέσο που εκφράζεται ο καθένας και ό,τι και να γίνει ο καθένας θα βρίσκει το δρόμο του είτε υπόγεια, είτε εδώ. Κάτι θα γίνεται.

Ρ.Π.: Και είναι μια εποχή που έχουμε ανάγκη την τέχνη περισσότερο από ποτέ.
Λ.Μ.:
Ναι, και υπάρχουν πράγματα που αξίζει να ακούς και να διαβάσεις. Μέσα στην πατσαβούρα πάντα θα υπάρχει και κάτι καλό.

Το κάθε τραγούδι δίνει και την εικόνα που έχω στο μυαλό μου

Ρ.Π.: Να γυρίσουμε στο τελευταίο cd σου. Μου κάνουν εντύπωση στίχοι όπως «Κάνε το καλό…», «Αγάπη μόνο αρκεί…», «Ό,τι αισθάνεσαι να λες…». Περνάς μηνύματα…
Λ.Μ.:
Βασικά εγώ γράφω, εκτός από αυτά, που ίσως είναι της προτροπής, αλλά που δεν θέλω να έχουν ένα συμβουλευτικό χαρακτήρα, δεν ξέρω αν τον βγάζουν ή όχι, σαν αυτό που λέμε «τα λέω για να τ’ ακούω». Επομένως τα λόγια τα ακούω και εγώ, δηλαδή το τραγούδι είναι σαν να το λέω στον εαυτό μού εκείνη τη στιγμή, όχι απόλυτα στον κόσμο. Δηλαδή, το «Κάνε το καλό» εγώ το λέω αυτό για να έρθει μια στιγμή που θα ανοίξω την πόρτα και θα μπορέσω να είμαι συνεπής.

Ρ.Π.: Πέρα από τους στίχους, όταν ακούς όλα τα τραγούδια σου δίνουν την αίσθηση ενός live, ενός αυτοσχεδιασμού που εμένα προσωπικά μου άφησε την αίσθηση ότι ήταν κάτι παρεϊστικο. Πώς προέκυψε αυτό στην ηχογράφηση;
Λ.Μ.:
Χαίρομαι για αυτό! Άλλα τραγούδια ήταν καθαρά Live, άλλα τραγούδια που γράφτηκαν Live και από επάνω έπεσαν και άλλα όργανα, σε κάποια άλλα γράφτηκαν μόνο μπάσο και τύμπανα ζωντανά και μπήκαν μετά κάποιοι ηλεκτρικοί ήχοι και ας πούμε η τελική φωνή. Θα πρέπει βέβαια και η φωνή να είναι μπαμ και κάτω, με τα καλά της και με τα κακά της, για να δώσει και η φωνή το ζωντανό του πράγματος και ας μην είναι όλα ζωντανά.

Ρ.Π.: Μιας και ανέφερες τον «Αποσπερίτη» και πιο παλιά είχες ονομάσει ένα τραγούδι σου που να έχει «ρίζες». Βγάζεις το «Πού να γυρίζεις», ενώ υπάρχει ήδη το ομώνυμο του Σιδηροπούλου, ή ο «Αποσπερίτης» του Παπακωνσταντίνου. Δεν φοβήθηκες ότι θα κόψεις τα φτερά αυτών των τραγουδιών;
Λ.Μ.:
Όχι. Έχω ένα τραγούδι που μιλά για το φεγγάρι. Πόσα τραγούδια υπάρχουν που το έχουν; Απλά να αλλάξω επί τούτου επειδή υπάρχει ένα άλλο κομμάτι και να μην είναι και αυτό και να βρω κάτι άλλο;

Ρ.Π.: Ίσως είναι κακό από θέμα μάρκετινγκ.
Λ.Μ.:
Όχι, ποιο μάρκετινγκ; Δίνει και την εικόνα πού έχω στο μυαλό μου το κάθε τραγούδι, εμένα με πάει εκεί. Έτσι βγήκε για να πω την αλήθεια. Και μάλιστα το τραγούδι του Παπακωνσταντίνου, δεν το είχα άκουσει, μετά το άκουσα για να πω την αλήθεια. Το θέμα είναι ότι σε αυτή τη ζωή ο καθένας κάνει την κίνησή του. Όλα κινούνται σε αυτό το σύμπαν. Ο καθένας κάνει την προσωπική του κίνηση που θα τον κάνει να αισθάνεται όμορφα. Να μην έχει ούτε ενοχή, ούτε τύψεις για αυτό που κάνει. Κάπως έτσι είμαι και εγώ. Θέλω να κάνω αυτό και να εκφράζομαι έτσι όπως πραγματικά νοιώθω. Έτσι νοιώθω αυτά θέλω να πω και τα λέω. Μπορεί μετά από δύο χρόνια να είμαι κάτι άλλο και να λέω κάτι άλλο. Έτσι αισθάνομαι. Αν ο καθένας μπορούσε να το κάνει αυτό θα ήμασταν μια ωραία κοινωνία.

Μου αρέσει να νοιώθει ο άλλος ελεύθερα

Ρ.Π.: Διαισθάνομαι ακούγοντας τα τραγούδια σου, διαβάζοντας τις συνεντεύξεις σου ένα ψαγμένο άτομο που του αρέσει να λειτουργεί στο πλαίσιο της συλλογικότητας. Πιστεύεις στις συλλογικότητες και σε ποια πλαίσια;
Λ.Μ.:
Ναι και με τους μουσικούς μου έτσι είμαστε, άσχετα αν δεν αποτελούμε μπάντα. Πολλές φορές μιλάμε με τα παιδιά για το οτιδήποτε γιατί πολλές φορές από τον καθένα μπορεί να βγαίνει από μέσα κάτι. Εμένα μου αρέσει η ομάδα και αυτή υπάρχει όταν όλοι περνάνε καλά με αυτό που κάνουν, όταν ο καθένας έχει την ελευθερία να κάνει κάτι. Αν εγώ έχω μια μπάντα και πω στον κιθαρίστα αυτό θα παίξεις και τέρμα ή να γράφω μια παρτιτούρα και να πω παιδιά αυτό είναι εκεί είναι διαφορετικά. Εμένα μου αρέσει να νοιώθει ο άλλος ελεύθερα να εκφραστεί και αυτό γίνεται από μόνο του ομάδα, γιατί όταν υπάρχει ελευθερία τότε υπάρχει κάτι πέρα από τη φάση του ήρθα να παίξω, να πληρωθώ και να φύγω. Είμαστε και χρόνια άλλωστε μαζί με τα παιδιά. Με τον Νίκο Ρέτσο (Τύμπανα), τον Λευτέρη Βαρθάλη (Μπάσο), τον Κώστα Στεργίου (Πλήκτρα), τον Σπύρο Βρυώνη (Τσέλο & ηλεκτρική κιθάρα), τον Κώστα Φόρτσα (κλαρίνο), τον Βαγγέλη Κατσαρέμη (Τρομπέτα) και συγνώμη αν μου διαφεύγει κάποιος. Κι επίσης σημαντικό είναι ότι όλοι πάιζουν 3-4 όργανα και όχι μόνο αυτά που ανέφερα. Δεν είναι όλοι μονόπλευροι μουσικοί.

Ρ.Π.: Κλείνοντας υπάρχει κάτι που θα ήθελες να πεις στους ακροατές μας;
Λ.Μ.:
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτόν που μπαίνει μέσα στο κεφάλι μας πολλές φορές και μας διαβάλλει να τον απομακρύνουμε κάθε τόσο. Γιατί όσο μπαίνει μετά και τον έχουμε μέσα στο εγώ μας, το εγώ μας μεγαλώνει και το βλέπουμε σαν σκιά από πίσω να μας έχει κυκλώσει. Τότε χάνουμε τη σπίθα και τη φωνή της ψυχής μας και του βαθύτερου εαυτού μας. Ας μείνει αυτή η σπίθα αιώνια ζωντανή!

 

Η ΑΕΠΙ είναι μια ιδιωτική επιχείρηση που δεν ελέγχεται

Ρ.Π.: Η τέχνη είναι κι αυτή μια δουλειά. Δουλεύετε πολλές ώρες και αυτό φαίνεται και σε σένα και με την εξέλιξη του ήχου σου. Συμφωνείς ότι πρέπει να αμείβεται;
Λ.Μ.:
Το θέμα είναι να μπορείς κατ’ αρχήν να πληρώνεις το σπίτι, τον ΟΤΕ, την ασφάλεια του αυτοκινήτου, την ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ. Είναι και αυτά κάποια έξοδα. Φαντάσου όταν ζουν δύο άτομα μέσα στο σπίτι και τον ένα ή τον απέλυσαν, ή κάτι έγινε και δουλεύει μόνο ένα άτομο. Τα έξοδα ξεπερνάνε τον μήνα τα χίλια ευρώ. Σκέψου αυτός που παίρνει οκτακόσια ευρώ δεν βγαίνει αν είναι μόνος του. Τα πράγματα ούτως ή άλλως είναι δύσκολα. Θα πρέπει να λέμε δόξα τω θεώ που είμαστε όρθιοι και μπορούμε και κάνουμε λίγα πράγματα. Γιατί ξέρεις δεν είναι ότι έχω γράψει τραγούδια, έχω κυκλοφορήσει τρεις δίσκους και είναι η ΑΕΠΙ που βγάζεις τα άντερά σου. Εγώ δεν μπορώ να σου πω τι παίρνω… Όχι, όπως κάποια ονόματα του παρελθόντος που πηγαίνουν και αδειάζουν τα ταμεία.

Ρ.Π.: Έχω πάντα την απορία ποιος παίρνει τα χρήματα από την ΑΕΠΙ. Ίσως, κάποια στιγμή κι εσείς οι καλλιτέχνες και ιδιαίτερα οι νεότεροι που είστε και οι πιο αδικημένοι και δεν σας έχει χαρίσει τίποτα κανείς, να πρέπει να βγείτε συλλογικά και να μιλήσετε και με ονόματα.…
Λ.Μ.:
Σκέψου ότι έχουν περάσει πολλοί, εγώ ακόμα είμαι «νέος», δεν γνωρίζω το όλο κόλπο. Γνωρίζω ότι κάποιοι παίρνουν πολλά, κάποιοι παίρνουν λίγα. Είναι μια ιδιωτική επιχείρηση η ΑΕΠΙ.

Ρ.Π.: Η οποία δεν λειτουργεί και ορθολογικά.
Λ.Μ.:
Δεν ελέγχεται. Δηλαδή εσείς στον σταθμό μπορεί τώρα να παίζετε και να πληρώνεις ή όχι ΑΕΠΙ.

Ρ.Π.: Πληρώνεις και μάλιστα εις διπλούν…
Λ.Μ.:
Σε πολλούς σταθμούς δεν πάει καν η ΑΕΠΙ να ζητήσει τι παίζουν, την playlist. Μπορεί εγώ να μην έχω καν playlist. Είναι κάποιοι παραγωγοί στο ραδιόφωνο. Παίρνει την κάθε λίστα από όλους τους παραγωγούς να δει τι παίζουν; Ή μπορεί κάποιος να πει στην ΑΕΠΙ ότι ο σταθμός του παίζει ροκ, αλλά η ΑΕΠΙ θα βάλει αυτούς που έχει στο κεφάλι της ότι αντιπροσωπεύουν αυτό.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.