Λευκωμα της Ερης, Λευκωμα Ζωης

Πολύ όμορφες στιγμές γεύτηκαν όσοι παραβρέθηκαν την Τετάρτη το βράδυ στην αίθουσα του Πνευματικού Ωδείου Κομοτηνής στην παρουσίαση του βιβλίου «Το λεύκωμα της Έρης». Η συγγραφέας του λευκώματος κ. Έρη Ιωαννίδου- Ζάφου μετέφερε με έναν μοναδικό τρόπο τους παρευρισκόμενους στα χρόνια εκείνα τα πέτρινα, αλλά γεμάτα από ευαισθησία, αξίες και οράματα δίδοντας την ευκαιρία της σύγκρισης του τότε με το σήμερα. Νέοι μέσα σε ένα κοινωνικό τοπίο άγριο και σκληρό που άφηναν πίσω τους τα ερείπια του πολέμου, νέοι σήμερα που παρακολουθούν τις καταστροφές και τις χίμαιρες που έρχονται. Με τον δικό της μοναδικό τρόπο η κ. Έρη Ιωαννίδου, κάνοντας τις λέξεις εικόνες ζυμώνοντας τα οράματα της νεότητας με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο μίλησε, αφήνοντας σε όλους μας την αίσθηση της σκληρής διάστασης της μοναξιάς που ζούμε σήμερα. Την ευχαριστούμε πολύ…
Το βιβλίο «Το λεύκωμα της Έρης» είναι έκδοση του ΠΑΚΕΘΡΑ και του Λυκείου Ελληνίδων Ξάνθης. Στην εκδήλωση το παρουσίασαν η Πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Ξάνθης κ. Πέπη Στάντσιου, ο γενικός γραμματέας του ΠΑΚΕΘΡΑ κ. Βασίλης Αϊβαλιώτης, η εκδότρια – διευθύντρια του “Παρατηρητή της Θράκης” κ. Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη και ο αντινομάρχης κ. Κώστας Κατσιμίγας.
Ας τους παρακολουθήσουμε…


Πέπη Στάντσιου,πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων Ξάνθης: «Το λεύκωμα αναδεικνύει το χαρακτήρα και την ευαισθησία της κ. Ιωαννίδου»

Τις δραστηριότητες του Λυκείου Ελληνίδων Ξάνθης παρουσίασε η πρόεδρός του Πέπη Στάντσιου, το οποίο έχει ζωή περίπου 33 ετών στην Ξάνθη και στηρίζεται από 250 και πλέον μέλη με σκοπό τη διάσωση, τη διατήρηση και την διάδοση της πολιτιστικής κληρονομιάς, ιδιαίτερα της Ξάνθης. Το Λύκειο διαθέτει τμήματα παραδοσιακής μουσικής, χορού, μια από τις πλουσιότερες ιματιοθήκες όπου υπάρχουν πάνω από 300 φορεσιές, οι περισσότερες των οποίων είναι αυθεντικές. Πέρα από αυτά όμως στόχος του Λυκείου είναι η ενίσχυση των δεσμών του απόδημου ελληνισμού με την Ελλάδα μέσω διαφόρων δραστηριοτήτων. Για παράδειγμα, πέρσι συμμετείχε στα «Ελευθέρια Θράκης» που διοργάνωσε η Ομοσπονδία Θρακικών Συλλόγων. Ένας άλλος τομέας με τον οποίο ασχολείται το Λύκειο είναι η ενίσχυση της γυναίκας σε όλους τους ρόλους της, καθώς και η συμμετοχή σε όλα τα πολιτιστικά δρώμενα της Ξάνθης, εκπροσωπώντας την Ξάνθη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό αποσπώντας σημαντικές διακρίσεις. Όπως όμως είπε η κ. Στάντσιου, το Λύκειο μέχρι σήμερα δεν συμμετείχε στην έκδοση βιβλίων. Για πρώτη φορά δέχθηκε να συνεργασθεί με το ΠΑΚΕΘΡΑ στην έκδοση του λευκώματος της Έρης, «γιατί πρόκειται για ένα ξεχωριστό βιβλίο, ένα νεανικό λεύκωμα, που ανήκε στην συμπολίτισσά μας, Ξανθιώτισσα, την κ. Εριφύλη, Έρη όπως τη φωνάζουμε. Η κ. Έρη το φύλαγε αυτό εξήντα χρόνια και μάλιστα όπως γράφει μία φίλη της, «σαν εικόνισμα μνήμης του παρελθόντος». Το λεύκωμα ανακάλυψαν ο κ. Αγραφιώτης και η κ. Αδαμαντίδου και αποφάσισαν να το δημοσιοποιήσουν. Συνεργαστήκαμε μαζί τους, γιατί πραγματικά μέσα από αυτό πέρα από τις ζωντανές ζωγραφιές της κ. Έρης αναδεικνύονται τα βιώματα, οι ανησυχίες, οι προβληματισμοί, οι ευαισθησίες, οι αξίες και οι προσδοκίες εκείνης της γενιάς. Τα σχόλια που τα υπογράφουν ανώνυμα, όπως συνηθίζεται σε αυτά τα λευκώματα, απαντούν σε ερωτήματα που εκείνη την εποχή τους απασχολούσαν και είναι διαχρονικά μέχρι σήμερα με χιούμορ, ευαισθησία, τρυφερότητα».

 

Η κ. Στάντσιου στάθηκε στο ερώτημα ιδιαίτερα «ποια η ιδέα σας περί της κτήτορος», «όπου η κ. Έρη συνιστά να γράψουν με ειλικρίνεια, με φιλικό θάρρος χωρίς το φόβο των παρεξηγήσεων. «Θα με ευχαριστήσει περισσότερο η πικρή αλήθεια από την κολακεία και το ψέμα», λέει. Λέξεις που δείχνουν την ευαισθησία της, τον ακέραιο χαρακτήρα της». Η κ. Στάντσιου ευχαρίστησε την κ. Έρη αλλά και όλους όσους συνεργάστηκαν με το Λύκειο Ελληνίδων και ,ιδιαίτερα, τον κ. Αϊβαλιώτη και την κ. Αδαμαντίδου, που επιμελήθηκαν την έκδοση για το πολύτιμο και συστηματικό έργο τους, αλλά και την εκδότρια του “Παρατηρητή της Θράκης” κ. Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη, «όχι μόνο για την διοργάνωση της εκδήλωσης αλλά και για το ενδιαφέρον της εφημερίδας για ό,τι γίνεται, όχι μόνο στην Κομοτηνή, και το γνωρίζω αυτό πολύ καλά, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή με αντικειμενικότητα, υπευθυνότητα, ευαισθησία. Εύχομαι με τον ίδιο τρόπο να συνεχίζει και στο τομέα των εκδόσεων».

Βασίλης Αϊβαλιώτης,γενικός γραμματέας ΠΑΚΕΘΡΑ: «Δύο βιβλία για την Κομοτηνή, το ένα για τους Αρμένιους και το άλλο για τους Εβραίους»

Ο κ. Αϊβαλιώτης αναφέρθηκε στο εκδοτικό έργο του ΠΑΚΕΘΡΑ στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης . «Έχουμε κάνει για την Ξάνθη, το νομό και την πόλη της, σαράντα περίπου βιβλία και τα υπόλοιπα αφορούν στη Θράκη Βόρεια και Ανατολική. Στην Κομοτηνή το ΠΑΚΕΘΡΑ έχει κάνει δύο παρατηρητήρια φυσικού περιβάλλοντος, το ένα στη Μαρώνεια και το άλλο στο τουριστικό της Νυμφαίας, το οποίο είναι άμεσα επισκέψιμο. Τα υπόλοιπα που έχουμε κάνει με την Κομοτηνή είναι ένα βιβλίο για τους Αρμενίους, το οποίο το παλεύουμε εδώ και τέσσερα χρόνια και το επόμενο είναι ένα βιβλίο για τους Εβραίους της περιοχής. Κάτι δηλαδή πρέπει να κάνουμε και για τους Ρωμιούς της Κομοτηνής. Για τους Εβραίους της Κομοτηνής μάς έχει στείλει ο Θρασύβουλος ο Παπαστρατής ένα ήδη φτιαγμένο βιβλίο. Το ΠΑΚΕΘΡΑ όμως κάνει και άλλα πράγματα και, κυρίως, ταξιδεύει. Τον τελευταίο καιρό βρισκόμαστε στην Κωνσταντινούπολη, για μήνες, στην προσπάθειά μας να κάνουμε μία χαρτογράφηση και έτσι να δώσουμε στους Έλληνες επισκέπτες ένα πολύ απλό εργαλείο, ώστε να καταλάβουν ότι στην πόλη δεν είναι μόνο το Πατριαρχείο, το Μπαλουκλί και οι Βλαχέρνες, η Αγιά Σοφία αλλά ένας αστερισμός τεράστιος παρουσίας μας σε διάφορα μέρη».

Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη, εκδότρια και διευθύντρια του ΠτΘ: «Νοσταλγία ενός «πολιτισμού σε κατάσταση ευτυχισμένου λουλουδιού» η νοσταλγία του χαμένου λόγου»

«Το λεύκωμα της Έρης» είναι ένα λεύκωμα, που μνημειώνει τις απόψεις, τις ιδέες, τα συναισθήματα, τα βιώματα, τις προσδοκίες και τα όνειρα δεκατεσσάρων νεαρών (αρσενικού και θηλυκού γένους) την κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο χρόνος παλαντζάρει στους δίσκους της ζυγαριάς, τα όριά του μεταξύ εφηβείας και ενηλικίωσης» εξήγησε στην αρχή της ομιλίας της η εκδότρια και διευθύντρια του ΠτΘ Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη.
«Δέκα τέσσερις νεολαίοι γράφουν κι απαντούν σε είκοσι πέντε συνολικά ερωτήματα, τα οποία έχει υποβάλλει με περίτεχνη καλλιτεχνική γραφή η Εριφύλη Ιωαννίδου, εισάγοντας κάθε ερώτηση και με μία ζωγραφιά – σχόλιο, μέσα από τις οποίες φαίνεται εμμέσως η ίδια να διατυπώνει με εικαστικό τρόπο τις δικές της απαντήσεις και θέσεις.

Τι γράφουν; Τις απόψεις τους, απαντώντας σε ερωτήματα της κτήτορος, που συχνά συμπεριλαμβάνονται σε λευκώματα, ερωτήματα όπως: Τι είναι «λεύκωμα», «φιλία», «ζωή», «ευτυχία», «αναστεναγμός», «μουσική», «συμπάθεια», «έρως», «κόρτε», «γάμος», «αλήθεια», ή περισσότερο σύνθετα και τολμηρά ερωτήματα όπως: «Πνεύμα ή καλλονή προτιμάτε;», «Τι κοσμεί τη νεάνιδα;», «Δοκιμάσατε τον έρωτα;», «Ποιο το ιδανικό σας;», «Τι συναρπάζει την καρδιά σας;», «Πώς θέλετε το σύντροφο της ζωής σας;», «Σας πίκρανε η ζωή και πώς;», «Ποια η γλυκυτέρα λέξις;», «Πού σας αρέσει να ρεμβάζητε;», «Πώς ονειρεύεστε την οικογενειακή ζωή;», «Ποια η ιδέα σας περί της κτήτορος; Τι με συμβουλεύετε;», «Μια ιστοριούλα, ένα ανέκδοτο», «Ένα ποιηματάκι».

Πότε τα γράφουν;
Από το 1946 και έως το 1949, όπως προείπαμε. Ο χρόνος δηλαδή δημιουργίας του «Λευκώματος» -τρία εν συνόλω χρόνια- είναι μάλλον μακρύς, αφού τα περισσότερα νεανικά λευκώματα, συνήθως, γράφονται σήμερα προς το τέλος ενός κύκλου μαθητείας, π.χ. του γυμνασίου ή του λυκείου, σε χρονικό διάστημα το περισσότερο δύο ακαδημαϊκών εξαμήνων ή ενός ακαδημαϊκού χρόνου.

Τι δείχνει αυτό, τι δηλώνει εμμέσως αυτή η τριετία γραφής του;
Κατ’ αρχήν ένα ουσιαστικά διαφορετικό χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής κοινωνίας, τους αργούς, σε σχέση με σήμερα, ρυθμούς, καθώς και τη διαφορετική της δόμηση. Οι νεαροί συν-κειμενογράφοι, συν-δημιουργοί του «Λευκώματος» δεν φαίνεται να κατατρύχονται καθόλου έτσι από το συναίσθημα της φυγής ή της εγκατάλειψης του τόπου, όπως, λόγου χάριν, συμβαίνει σήμερα λόγω σπουδών. Τα δεκαοχτώ δεν είναι όριο αποχώρησης από τον τόπο και αποχωρισμού από την ομάδα. Ο κυρίαρχος χρόνος στο «Λεύκωμα», αυτός ο οποίος σημαδεύει την προοπτική των νέων και εγγράφει το μέλλον τους, τόσο ως αναμονή όσο και ως προσδοκία, ως ο επόμενος σταθμός της ζωής τους, είναι ο χρόνος του έρωτα, ο χρόνος του σμιξίματος δυο ανθρώπων, ο χρόνος της οικογένειας. Κοινή προσδοκία για γυναίκες και άντρες, στην οποία εγγράφονται βέβαια και επιφυλάξεις.

 

Το όριον του έρωτα, του γάμου και της οικογένειας μαρτυρεί βέβαια πολλά και καλά για την τότε κοινωνία και τα έθη της, τις νοοτροπίες της, στην ανατροφή, λόγου χάριν, των κορασίδων. Γυναίκα χωρίς οικογένεια και χωρίς γάμον δεν είναι γυναίκα, και η καριέρα, η επαγγελματική πορεία και να υφίσταται ως πραγματικότητα δεν εγγράφεται, αποσιωπάται ως μη κοινωνικά υπαρκτή. Αυτό σημαίνει πολλά για την δόμηση της τότε κοινωνίας σε σχέση με το τι θεωρεί θεμελιώδεις της θεσμούς, μεταξύ των οποίων και την οικογένεια και το γάμο – που λειτουργούν έτσι ως αδιαμφισβήτητες αξίες και για τη νεολαία που ζει την εφηβεία και την ενηλικίωσή της τη δεκαετία του 1940-1950, σε μια κοινωνία κατ’ ουσίαν μεταπολεμική.

 

Μια κοινωνία που μόλις αναπνέει με τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και τη δεύτερη βουλγαροκρατία (1944), ενώ τον ίδιο περίπου χρονικό ορίζοντα με το χρόνο συγγραφής του «Λευκώματος» (1946 – 1949) σε διπλανές πόλεις και στην Ξάνθη, στην ορεινή της περιοχή, εξακολουθεί να μαίνεται ο εμφύλιος. Μια κοινωνία που δείχνει ν’ αναπνέει με ένταση, αλλά και να παραγράφει με ένταση το βίωμα του θανάτου, της πείνας, της κατοχής, βάζοντας στη θέση τους φως, χρώμα, χαρά, ζωή, προοπτική, μέλλον…

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το μορφωτικό υπόστρωμα της ομάδας των συν-συγγραφέων. Σ’ αυτό μετέχουν επάξια και οι θήλεις, και μάλιστα όλων ευχή είναι η πρόοδος και στην μόρφωση. Εξάλλου από την καλλονή και το πνεύμα όλοι προτιμούν τον συγκερασμό, την δε κτήτορα την αποδέχονται όλοι ως μέτρον μορφώσεως αλλά και χάριτος.

Πολλά ακόμη και ενδιαφέροντα έχει κάποιος να παρατηρήσει στην κουλτούρα αυτών των δέκα πέντε ομηλίκων από την Ξάνθη, αμέσως μετά το μεγάλο πόλεμο. Την κυριαρχία λόγου χάριν, λέξεων – και με βάση αριθμητικά δεδομένα – όπως τιμιότης, ειλικρίνεια, αληθινό, πραγματικό. Η αγωνία μιας γενιάς ίσως να επανεγκαταστήσει, αλλά και να επανεγκατασταθεί στον πολιτισμό του ανθρώπου ως άνω θρώσκοντος, ως ιδανικής οντότητας».

Τέλος, η κ. Κατσαρή – Βαφειάδη μίλησε για την χαρισματική προσωπικότητα της κτήτορος που παρουσιάζεται στο λεύκωμα ως «εξαιρετική ζωγράφος, στιχοπλόκος, με δεδηλωμένη την επιθυμία να γίνει ποιήτρια, με θέση – άποψη και οξυδερκέστατη όραση. Στο ποίημα της εισαγωγής την απασχολεί η σκληρότητα της σημερινής εποχής, η αποκοπή των ηλικιωμένων από τις οικογένειές τους, η αύξηση της εγκληματικότητας, οι κλιματικές αλλαγές, και στο ποίημά της του τέλους, στο οποίο καταγράφει και τα προσωπικά της βιώματα από την κατοχή, καταγγέλλει την αναξιοκρατία της πολιτικής, την οποία η ίδια εισέπραξε αυτοπροσώπως με το μη διορισμό της στο δημόσιο, πράγμα που την πόνεσε πολύ. Παραμυθία ανέκαθεν ο λόγος…».

Κώστας Κατσιμίγας, αντινομάρχης Νομού Ροδόπης: «Η μεγάλη του αξία είναι ότι είναι ιδιόγραφο»

Στην εκδοτική προσπάθεια της περιφέρειας αναφέρθηκε ο κ. Κατσιμίγας με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τονίζοντας ότι υπάρχει παραγωγή γενικού, αλλά και ειδικού ενδιαφέροντος, τοπικού δηλαδή, όπου και επικεντρώνεται. «Η βιβλιοπαραγωγή στην επαρχία όταν δεν απευθύνεται σε ευρύ κοινό, που δεν έχει δυνατότητα μεγάλη για απόσβεση, δηλαδή για κέρδος, απευθύνεται κυρίως σε φορείς του δημοσίου για να στηριχθεί, συγκεκριμένα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, που χρηματοδοτούν τέτοιες προσπάθειες αποβλέποντας σε κάποιο όφελος, το οποίο δεν είναι οικονομικό αλλά είναι σίγουρα πολιτικό, αν όχι ψηφοθηρικό. Έχει τεράστια σημασία η παραγωγή βιβλίων στην επαρχία. Καταγράφεται ο λαϊκός πολιτισμός, κυρίως ο τοπικός, αναδεικνύονται προβλήματα, στηρίζεται το επιστημονικό έργο πολιτών της περιφέρειας και αναδεικνύονται τα εθνικά χαρακτηριστικά».

 

Στην αναφορά του στο βιβλίο ο κ. Κατσιμίγας το χαρακτήρισε γλυκό «η κάθε του σελίδα είναι τουλάχιστον και ένα «καριοκάκι του Παπαπαρασκευά». Είναι ιδιόγραφο και αυτό έχει μεγάλη αξία. Για να γράψεις με το χέρι είναι πολύ δύσκολο και αν δεν έχεις την στοιχειώδη παιδεία και μόρφωση φαίνεται αμέσως ποιος είσαι και τι κουβαλάς στο σάκο. Βλέποντας τα χειρόγραφα βλέπει κανείς ένα επίπεδο, μια παιδεία, σε μια δύσκολη εποχή που περνούσε το έθνος μας, την περίοδο του εμφυλίου, κάτι που δεν συναντιέμαι στις μέρες μας, που δεν μας λείπει τίποτε, και βλέπουμε ανθρώπους με λαμπρές σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση να μην είναι σε θέση να συντάξουν μία αίτηση συνταγμένη, ή ένα απλό δικόγραφο με σύνταξη και ορθογραφία. Εκείνη την εποχή αυτά τα παιδιά μόλις ο τόπος ξεπέρασε τη λαίλαπα της βουλγαρικής προσάρτησης και τα σχολεία άρχισαν να λειτουργούν υπό τον κίνδυνο, τον φόβο αιματηρών επεισοδίων μιας παραπαίουσας οικονομίας έχουν επίπεδο. Αυτοί που έγραψαν στο λεύκωμα της κ. Ιωαννίδου είναι Ξανθιώτες από την αστική ή ημιαστική τάξη της πόλης, είναι συνομήλικοι του εμφυλίου, εκτός από δύο ενήλικες, το Φάνο Φλοίσβο, δηλαδή τον Στέφανο Ιωαννίδη, τη μεγάλη αυτή προσωπικότητα της Ξάνθης και την Αναστασία Μαρουλίδου – Κουραφάλου που υπογράφει ως ΤΑ.Κ. προφανώς Τασούλα Καρουφάλου, η οποία είναι ήδη 36 ετών, ώριμη γυναίκα, δεν αποφεύγει να δίνει συμβουλές. Φαίνεται η ηλικία της και εγώ τουλάχιστον ανέγνωσα ότι πρόκειται για μια πικραμένη, ταλαιπωρημένη γυναίκα και από τις καταστάσεις και τις ταλαιπωρίες της εποχής αλλά και από τις προσωπικές συγκυρίες. Και αυτό φαίνεται από τις προσωπικές απαντήσεις που δίνει στις ερωτήσεις, «τι είναι γάμος» και «σας πίκρανε η ζωή και πώς». Τα περισσότερα των γραφημάτων είναι νεανικά, έχουν ένα περιεχόμενο και μια παιδεία για την εποχή τους και δεν λείπουν οι φιλοσοφίες και, ενδεχομένως, όπως επισημαίνει ο κ. Αϊβαλιώτης, και αμπελοφιλοσοφίες, που δικαιολογούνται σε αυτή την ηλικία, ακόμη και απαντήσεις κοινότυπες που τις συναντάμε και σήμερα στα λευκώματα, όπως απαντήσεις «τι είναι έρως», «τι είναι νεάνιδα». Ωστόσο όμως υπάρχει και ένα ήθος, το οποίο χαρακτηρίζει τους ανθρώπους της εποχής. Υπάρχει αποφυγή αναφοράς στον εμφύλιο, παρά μόνο δύο αναφορές για την κατοχή, ο λόγος είναι δόκιμος, είδα λέξεις που με εντυπωσίασαν και βέβαια, ήταν αναμενόμενο από τον Στέφανο Ιωαννίδη, ο οποίος βγάζει μια συντηρητικότητα την οποία όμως ξεπέρασε αργότερα, χρησιμοποιεί όμως ωραίες εκφράσεις όπως «λόγω της σμικρότητος της πόλεώς μας». Επίσης θα έλεγα ότι το λεύκωμα είναι ορθογραφημένο. Θεωρώ ότι αποκάλυψη του λευκώματος είναι ο Χ2. Είμαι πεπεισμένος ότι ο Χ2 δεν είναι μειονοτικός της Ξάνθης, είναι ρωμιός, ομογενής από την Πόλη. Σε κάποια σημεία του βγαίνει μια πίκρα και ευαισθησία τρομερή. Στο ερώτημα «Πού σας αρέσει να ρεμβάζητε»; απαντά «Στο Βόσπορο», βγάζοντας την πίκρα του πρόσφυγα. Σαφέστατα είναι αστός της πόλης, με παιδεία, με ύφος και εγώ πιστεύω ότι έκανε λαμπρή καριέρα. Είναι το ίδιο πρόσωπο που έγραψε το ποίημα «Sakin» στα ελληνικά και στα τούρκικα. Ρώτησα φίλους μου τουρκόφωνους στην Κομοτηνή αν, κατά την άποψή τους, το ποίημα είναι γραμμένο από τούρκο ή από τουρκομαθή και μου απήντησαν ότι είναι γραμμένο από τούρκο, ότι η γραφή δείχνει άνθρωπο που γνωρίζει τα τούρκικα από το νηπιαγωγείο. Το «Sakin» είναι τραγούδι γνωστό, είναι από τα πιο γνωστά λαϊκά τραγούδια του μεσοπολέμου της Τουρκίας. Είναι ένα τρυφερό τραγούδι που ταυτόχρονα αναδεικνύει μια ζήλια φοβερή και θεωρώ ότι ήταν το πιο γλυκό, το πιο όμορφο κλείσιμο του λευκώματος αυτού. Το βιβλίο αυτό έγινε ακόμη πιο ωραίο από την προσθήκη ενός ποιήματος, που δεν υπήρχε στο λεύκωμα αλλά είναι ένα ποίημα που έγραψε η κυρία Ιωαννίδου, που με συγκίνησε βαθύτατα, γραμμένο μέσα από την ψυχή. Από αυτό το ποίημα το οποίο θα μας διαβάσει η κ. Ιωαννίδου θα κλέψω μία στροφή και θα κλείσω:

Τέλειωσα το γυμνάσιο,να εργαστώ ζητούσα,όπως και τα’ άλλα τα παιδιά, μια θέση στο δημόσιο,κι εγώ αναζητούσα».

Έρη Ιωαννίδου – Ζάφου, η κτήτωρ: «Επιθυμούσα να εκφραστώ με ποίηση»

Τη χαρά της για τη συνάντηση εξέφρασε η κ. Έρη Ιωαννίδου, αφού ευχαρίστησε τους παρεβρισκόμενους για την τιμή που της έκαναν να παρευρίσκονται «για να θυμηθούμε μαζί οι ηλικιωμένοι αξίες που βιώσαμε στο παρελθόν, στα νεανικά μας χρόνια, ευαισθησίες βιώματα και προβληματισμούς οι δε νεότεροι να ακούσουν και να συγκρίνουν την τότε εποχή με τη σημερινή. Είναι γεγονός ότι καθώς περνούν τα χρόνια τα ήθη και τα έθιμα αλλάζουν και οι νέοι δεν μπορούν να διακρίνουν αυτές τις αλλαγές, γιατί ζουν την εποχή τους. Οι ηλικιωμένοι όμως αναπολώντας το παρελθόν θυμούνται πώς ήταν τότε η ζωή σε σύγκριση με το σήμερα. Για παράδειγμα στη δική μου εποχή υπήρχε ο ρομαντισμός, το διακριτικό φλερτ, οι γονείς συνόδευαν τα νεαρά παιδιά τους σε κέντρα διασκέδασης και χορού και εκτός από τους νέους που έπρεπε να πάνε να ζητήσουν τη νεαρή ντάμα για ένα χορό, για ένα ταγκό ρομαντικό ο ίδιος πατέρας χόρευε με την κόρη του.

 

Καθώς βγήκαμε όμως από την τετράχρονη εποχή της κατοχής το 1944, διψασμένοι για χαρά, θυμούμαι ότι στους δρόμους αντηχούσαν τα τραγούδια, τα μουσικά όργανα, τα βράδια στις γειτονιές έβλεπες τους ανθρώπους να κάθονται στα σκαλοπάτια των σπιτιών τους μαζεμένοι, να συζητούν και τα παιδιά τους να παίζουν τριγύρω τους. Στα σχολεία μετά από την κατοχή υπήρχαν ελάχιστα βιβλία για κάθε τάξη, δύο τρία το πολύ και κυκλοφορούσαν από μαθητή σε μαθητή ή μαζευόμασταν πέντε έξι παιδιά στα σπίτια και αφού μελετούσαμε το μάθημα δίναμε τα βιβλία σε άλλα παιδιά που περίμεναν με αγωνία. Τότε η αγωνία έφθανε στο κατακόρυφό της, αν δεν εξασφαλίζαμε το βιβλίο για να μελετήσουμε, ώστε να κρατήσουμε τη βαθμολογία ψηλά, καθώς προσβλέπαμε στο μέλλον, να κερδίσουμε τα χρόνια που χάσαμε, και το κράτος μας έδινε ευκαιρίες για να μπορέσουμε τελικά να ξεπεράσουμε την κατοχή που μας τις στέρησε.

 

Μέσα σε αυτή την αγωνία τα ανθισμένα νιάτα μας ζητούσαν ένα κρυφά ερωτικό παιχνίδι που το βρίσκαμε στα λευκώματα, στις σελίδες των οποίων τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν το διακριτικό αυτό φλερτ με χιούμορ, με υπονοούμενα δείχνοντας έτσι βέβαια με καλυμμένο τρόπο το ενδιαφέρον, τη ζήλια, τη συμπάθεια ή και τις αντιζηλίες καθώς τα ψευδώνυμα τους κάλυπταν. Σήμερα αυτό το γοητευτικό ρομαντικό παιχνίδι έχει χαθεί καθώς η τεχνολογία το αντικατέστησε στις οθόνες των υπολογιστών και των κινητών τηλεφώνων.

 

Τότε και εγώ στη νεανική μου ηλικία της χαράς και των ονείρων με πολύ μεράκι έκανα το λεύκωμά μου και την κάθε ερώτησή μου την εμπλούτισα με μια αρμονική αντίστοιχη ζωγραφιά μου. Για τη χρονική αυτή περίοδο της ζωής μου από την κατοχή και μέχρι που τελείωσα το γυμνάσιο, τότε ήταν εξατάξιο, έχοντας έντονα συναισθήματα για όσα έζησα έγραψα ένα ποίημα, το οποίο μου ζήτησε το ΠΑΚΕΘΡΑ να απαγγείλω σήμερα. Πριν το απαγγείλω για να γίνουν μερικά σημεία κατανοητά, πολύ συνοπτικά σας λέω ότι στην περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου ο μεν πατέρας μου στρατεύτηκε η δε μητέρα μου και εγώ με μια πλεκτομηχανή που είχαμε στο σπίτι ετοιμάζαμε μάλλινες κάλτσες.

 

Τότε του κράτους ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς και θυμάμαι ερχόταν στο σπίτι εθελόντριες φαλαγγίτισες και έραβαν τις κάλτσες χωρίς να πληρώνονται. Φυσικά εμείς που δουλεύαμε τις κάλτσες μας πλήρωνε το κράτος. Όταν όμως εισέβαλαν οι Γερμανοί στην Ξάνθη οι προύχοντες έφυγαν πολύ- πολύ βιαστικά και δεν μας πλήρωσαν. Για λίγες μέρες τα καταφέραμε και είχαμε να φάμε, εγώ και η μητέρα μου για να μπορέσουμε να επιζήσουμε προσπαθούσαμε, αλλά δεν βρίσκαμε τρόπο. Τελικά μια φίλη μου συνομήλικη μου στη γειτονιά μου είπε ότι ο θείος της είχε στην πλατεία εστιατόριο και πηγαίνουν οι Γερμανοί και τρώνε. «Αφού έχετε τις κάλτσες δεν πας εκεί να τις πουλήσεις για να έχετε τρόφιμα»; Εγώ πήρα δέκα ζεύγη κάτω από τη μασχάλη μου, παιδούλα τότε ήμουν δέκα ετών, και δέκα από την άλλη και πήγα στο εστιατόριο ρώτησα το γκαρσόν πώς λέγονται στα γερμανικά οι κάλτσες και μου είπε strumphe. Γύρισα λοιπόν και έδειξα τις κάλτσες από τραπέζι σε τραπέζι αλλά κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Ύστερα έμαθα την αιτία αυτοί που έτρωγαν ήταν αξιωματικοί του γερμανικού στρατού πληρώνονταν καλά και τους προμήθευαν και κάλτσες και όλα τα υλικά σε αντίθεση με τους απλούς στρατιώτες. Βγαίνοντας από το εστιατόριο δεν περπάτησα πολύ, πέντε, δέκα δεκαπέντε βήματα και με περικύκλωσαν στρατιώτες Γερμανοί. Καθώς εγώ ήμουν κοντούλα και αυτοί ψηλοί πήραν τις κάλτσες από τα χέρια μου και εγώ σήκωσα το φουστανάκι μου, την ποδιά μου για να ρίχνουν μέσα τα μάρκα. Εκείνη τη στιγμή πέρασε και κάποιος γνωστός, του πάλαι ποτέ δημάρχου Λαδά αδελφός, και ενδιαφέρθηκε να δει τι γίνεται σε αυτό το πηγαδάκι και προσφέρθηκε να βοηθήσει για να μη με κλέψουν. Όμως οι Γερμανοί δεν με έκλεψαν και χαρούμενη γύρισα στο σπίτι με μια ποδιά μάρκα. Τρεις μήνες κράτησε η διαμονή των Γερμανών στην Ξάνθη. Με την πρώτη απόπειρα που κάναμε και πουλήσαμε τις κάλτσες πήγαμε στη λανάρα πήραμε μαλλί και το βράδυ πλέκαμε κάλτσες και την επόμενη μέρα εγώ ξεκινούσα στους δρόμους και έξω από σχολεία από τα παράθυρα όπου υπήρχαν Γερμανοί και πουλούσα κάλτσες. Εν τω μεταξύ έμαθα αρκετά γερμανικά και συνεννοήθηκα με ένα στρατιώτη Γερμανό ο οποίος με περίμενε κάθε μέρα στην πλατεία της Ξάνθης κάτω από τον πλάτανο αγόραζε όλες τις κάλτσες και πήγαινε στα χωριά και τις μεταπουλούσε σε άλλους στρατιώτες. Έφυγαν οι Γερμανοί αλλά παραχώρησαν τα μέρη μας στους Βούλγαρους. Οι Βούλγαροι κατακτητές έδιναν με το δελτίο εκατό γραμμάρια ψωμί κατ’ άτομο με καλαμποκίσιο αλεύρι, αυτό δεν πείραζε, αλλά μέσα στο αλεύρι έβαζαν άμμο ή αλεσμένα τζάμια για να μη μπορούμε να φάμε. Αυτό το ψωμί δεν τρωγόταν. Έτσι οι Έλληνες, γιατί εμείς δεν δεχθήκαμε να πάρουμε τη βουλγαρική υπηκοότητα, ξεγελούσαμε την πείνα μας τρώγοντας σπόρια, πασατέμπο. Δεν υπήρχαν τότε στα σπίτια βρύσες ούτε στις γειτονιές. Υπήρχαν τουλούμπες και πηγάδια. Πήγαινα σε ένα κοντινό πηγάδι, έπλενα τα σπόρια τα αλάτιζα λιγάκι και πήγαινα σε ένα φούρνο, όλους τους φούρνους τους είχαν επιτάξει οι Βούλγαροι, ήταν γνωστός ο φούρναρης και έψηνα μαζί με τους άλλους γιατί και άλλοι έψηναν. Σηκωνόμουν και πήγαινα δίπλα του γιατί αυτός από κάθε λαμαρίνα έκλεβε μια κουταλιά και την έβαζε σε δική του λαμαρίνα. Το αντιλήφθηκα και πήγα δίπλα του και μου έλεγε «από σένα δεν κλέβω μην έρχεσαι». Εγώ θέλω να βλέπω του έλεγα. Έτσι έπαιρνα τα ψημένα σπόρια και τα πουλούσα στους δρόμους και κυρίως έξω από ένα θερινό σινεμά, – όπου ο πατέρας μου που ήταν χοροδιδάσκαλος και μουσικός το είχε πριν χοροδιδασκαλείο μετά έγινε σινεμά,- πουλούσα σπόρια και ξηρούς καρπούς. Κάποιος φωτογράφος πέρασε κει με φωτογράφισε. Την φωτογραφία την ανακάλυψαν ο κ. Αϊβαλιώτης και η κ. Αρβανιτίδου.
Κλείνοντας η κ. Ιωαννίδου απήγγειλε το ποίημα «Επιθυμούσα να εκφραστώ με ποίηση»…

Από πολύ – πολύ μικρή,
κι’ όταν λίγο μεγάλωσα,
πολύ επιθυμούσα,
να εκφραστώ με ποίηση,
πόσο το λαχταρούσα!

Στον πόλεμο, στην κατοχή,
ήμουν μικρό φτωχό παιδί,
χωρίς σχολειό, χωρίς στοργή,
και πάντα αναζητούσα,
κάτι καινούριο στη ζωή.

Όπου υπήρχαν γερμανοί,
strumpfe πωλούσα το πρωί,
ξηρούς καρπούς τ’ απόγευμα,
στους δρόμους τριγυρνούσα,
και αισιοδοξούσα.

Φύγαν τα χρόνια τ’ άχαρα,
της κατοχής τα χρόνια,
φύγανε οι κατακτητές,
κι’ οι δρόμοι γέμισαν χαρές,
χορούς τραγούδια μουσικές.

Άνοιξαν πάλι τα σχολειά,
γέμισ’ ελπίδα η καρδιά,
και πάλι επιθυμούσα
να εκφραστώ με ποίηση,
μα δεν τ’ αποτολμούσα.

Τέλειωσα το γυμνάσιο,
να εργαστώ ζητούσα,
όπως και τα’ άλλα τα παιδιά,
μια θέση στο δημόσιο,
κι εγώ αναζητούσα.

Τώρα, μετά την κατοχή,
οι θέσεις αφθονούσαν,
κι όλες τις καταλάμβαναν
εκείνοι που μπορούσαν.
Γιατί κι εγώ να μην μπορώ
να καταλάβω μία;

Δούλεψε εθελοντικά…, μου είπαν,
και μούδωναν ελπίδα.
Στο Δημαρχείο δούλεψα,
μετά στην Εφορία,
ώσπου στο τέλος ένιωσα
την τόση κοροϊδία.

Ζήτησα τότε εξήγηση,
για την απόρριψή μου,
και έμμεσα μου είπανε,
πως φταίνε οι γονείς μου.
Τάχα δεν ήταν συνεργοί,
με το δικό τους κόμμα,
κι έτσ’ ένιωσα την συντριβή,
μιας κατοχής ακόμα.

Έντονα συναισθήματα,
γέμισαν την ψυχή μου,
πήρα μολύβι και χαρτί,
κι έγραψα την οργή μου.
Έτσι, ξαναθυμήθηκα,
πως πάντα επιθυμούσα
να εκφραστώ με ποίηση,
και δεν τα’ αποτολμούσα.

Τώρα που πόνεσα πολύ,
κι είν’ η οργή μου δυνατή,
έπιασα πέννα και χαρτί,
κι ευχήθηκα πολύ βαθιά,
να ξαναγράψω για χαρά.

 

Το αφιέρωμα σε pdf υπάρχει και στη στήλη “Ένθετα Αφιερώματα”

http://www.paratiritis-news.gr/admin/entheta/1277383520.pdf

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.