Λευκες μερες
Βουτιά στο χιόνι και στη χαλάρωση από τα σκάνδαλα και την καθημερινότητα με τον κυκεώνα των «καθοδηγούμενων αποκαλύψεων» – τέτοιος όρος μόνο στην Ελλάδα υπάρχει, αλλά αυτό είναι θέμα άλλης στήλης – είπαμε να κάνουμε το Σαββατοκύριακο!
Νυμφαίο και Καϊμάκ Τσαλάν σε πρώτη προτίμηση και σε φόντο λευκό πήραμε τα όρη και τα… βουνά, λίγο πιο μακριά αυτή τη φορά από το «δικό μας» Φαλακρό Δράμας, που είχαμε επισκεφτεί την περασμένη εβδομάδα. Χιόνι είναι, καιρός του είναι, καιρός μας κι εμάς να ανακαλύψουμε τις ομορφιές του τόπου μας και δη το χειμώνα. Φύγαμε…!
Νυμφαίο: Παραμύθι με όνομα
Όλα όσα έχετε ακούσει για το Νυμφαίο είναι πράγματι αλήθεια! Ανεβαίνοντας έναν εν πρώτοις φαινομενικά ατελείωτο δρόμο όλο στροφές, σχεδόν κάθετα πάνω από την κοιλάδα μεταξύ των όρων του Βερμίου και του Βέρνου (ή Βίτσι), με τις καμινάδες της Πτολεμαΐδας να καπνίζουν στο βάθος και χωρίς ούτε ένα ίχνος κατοικίας στον ορίζοντα τίποτα δεν σας προετοιμάζει για το θαύμα που θα αντικρίσετε, μια και οι παλιοί ιδρυτές του χωριού το… έκρυψαν καλά στα βουνά.
Κάθε κτίσμα κι ένα έργο τέχνης, ένα ποίημα σε πέτρα. Πάνω από όλα εξέχει το μεγαλύτερο κτίριο του Νυμφαίου, η Νίκειος Σχολή με τον πασίγνωστο πύργο – ρολόι. Καλά διατηρημένα σπίτια, καθαροί λιθόστρωτοι δρόμοι, πλούσιοι κήποι και μια ατμόσφαιρα έως μη ελληνική, βγαλμένη από παραμύθι.
Το Νυμφαίο είναι ακόμη πιο αξιόλογο καθώς πριν από είκοσι χρόνια τα δύο τρίτα των σπιτιών ήταν ερειπωμένα και εξήντα κάτοικοι, κυρίως ηλικιωμένοι, μόλις που τα έφερναν βόλτα. Για περίπου εξακόσια χρόνια είχε γνωρίσει ευημερία, καθώς οι Βλάχοι πολίτες του ήταν από τους πιο δυναμικούς λαούς στον ελληνικό κόσμο. Είτε ως έμποροι κρέατος, τυριού, δέρματος και υφαντών στα Βαλκάνια ή αργότερα ως κοσμηματοπώλες και τελικά ως μεγιστάνες καπνού και βάμβακος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και πέρα, φαίνεται πως είχαν το άγγιγμα του Μίδα. Το χωριό τους, κρυμμένο αλλά όχι απρόσβλητο από επιθέσεις Τούρκων, το ονόμασαν Νιβεάστα, που στα Βλάχικα έχει τρεις πιθανές ερμηνείες. Νύμφη εξαιτίας της τοποθεσίας στο δάσος, Αόρατο (Ni vista) και Καλλυμένο με χιόνι (Nives Ska). Το 1928 μετονομάστηκε σε Νυμφαίο.
Το Νυμφαίο ήταν πάντα αστικό χωριό και μέχρι την απελευθέρωση του είχε 3000 κατοίκους. Κύρια ασχολία των κατοίκων η χρυσοχοΐα. Κάθε άνοιξη διασπείρονταν από το Βελιγράδι μέχρι την Κωνσταντινούπολη και από τον Δούναβη μέχρι τον Μοριά, όπου και πουλούσαν την πραμάτεια τους. Οι χρυσικοί της Νέβεσκας πλούτισαν πολύ και στην συνέχεια οι πιο τολμηροί, ασχολήθηκαν με το εμπόριο του καπνού και του βαμβακιού. Με τα χρήματα αυτά πλούτισαν το χωριό με σχολές, εκκλησίες και άρτια υποδομή που θα ζήλευαν πολλές μεγάλες πόλεις εκείνη την εποχή– καλντερίμια, υπονόμους, δημοτικό φωτισμό κλπ.
Με το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα της περιόδου 1950-1970, το χωριό ερήμωσε. Το 1980 οι τελευταίοι 60 περίπου κάτοικοι μετρούσαν ηλικιωμένοι τα ύστατα χρόνια της ζωής τους. Τότε, από την Θεσσαλονίκη, επενέβησαν οι Τελευταίοι των Μοΐκανών να σώσουν το γενέθλιο χωριό. Επέστρεφαν τα σαββατοκύριακα, ξανάδεσαν τις παιδικές φιλίες με τους ξενιτεμένους σ’ άλλες πόλεις, και άρχισαν σιγά σιγά να αναστηλώνουν τα αρχοντικά τους. Κατέθεσαν την ψυχή τους σε ένα όνειρο: Την ανάσταση της Νέβεσκάς τους. Και πράγματι την ανέστησαν.
To χωριό άρχισε να ξαναζωντανεύει από το 1990 και μετά. Τότε με την βοήθεια του Γ. Μπουτάρη (ο οποίος κατάγεται από το Νυμφαίο) αποφασίστηκε ο «Αρκτούρος» να αποκτήσει ένα κέντρο περίθαλψης της καφέ αρκούδας στο χωριό. Μια έκταση παραχωρήθηκε από την κοινότητα και οι εργασίες άρχισαν. Παράλληλα άρχισε και η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, αφού άρχισαν σιγά-σιγά να ξεφυτρώνουν πανέμορφοι παραδοσιακοί ξενώνες. Το χωριό άρχισε να γίνεται γνωστό σε όλη την Ελλάδα και να εξελίσσεται σε τουριστικό θέρετρο τους χειμερινούς μήνες, να μας προσφέρει ένα κομμάτι ιστορίας και μια βόλτα που ποτέ δεν θα ξεχάσουμε…
Καϊμακτσαλάν: Η Αράχοβα της Βόρειας Ελλάδας
Η πιο ψηλή κορυφή του όρους Βόρας είναι το Καϊμακτσαλάν. Ένα από τα πιο σύγχρονα και μοντέρνα χιονοδρομικά κέντρα που λειτουργεί εκεί αποτελεί πόλο έλξης των φίλων του σκι και των χειμερινών σπορ γενικά.
Ακοίμητος φρουρός του βουνού πριν πάρουμε την ανηφόρα για το χιονοδρομικό το χωριό Παλιός Άγιος Αθανάσιος (ή Tσέγανη) είναι ένας παραδοσιακός οικισμός, σε απόσταση 30 km από την πόλη της Έδεσσας. Tο χωριό είναι κτισμένο στους πρόποδες του βουνού, κτίστηκε στα τέλη του 16ου αιώνα και κατοικούνταν έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οπότε οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στο νέο οικισμό που βρίσκεται 6 km κάτω από τον παλιό Aγιο Aθανάσιο.
O επισκέπτης που θα βρεθεί στον παραδοσιακό οικισμό, θα θαυμάσει τα κεραμοσκεπή κτίρια του χωριού, δείγματα της ενδιαφέρουσας παραδοσιακής μακεδονικής αρχιτεκτονικής που συνδυάζεται απόλυτα με το φυσικό τοπίο της περιοχής. Δρομάκια για ρομαντικούς περιπάτους, καφέ πέτρινα μοναδικά για ατέλειωτες ώρες χαλάρωσης με καλή μουσική και γύρω χιόνι, ταβέρνες παραδοσιακές με θέα μοναδική, τζάκι και πέτρα σε συγχορδία, ski, trekking, περιηγήσεις, ιππασία, τοξοβολία θα σας φέρουν σε καλύτερη επαφή με την φύση και τους ανθρώπους της. Εξαιρετική επίσης είναι και η φιλοξενία στον νέο οικισμό του Αγίου Αθανασίου σε απόσταση 5km και σε χαμηλότερο υψόμετρο, ακριβώς κάτω από το παραδοσιακό χωριό Τσέγανη (Παλαιός Άγιος Αθανάσιος).
Ο οικισμός δημιουργήθηκε στις αρχές του 1980, όταν αποφασίστηκε η εκκένωση του Παλιού Αγίου Αθανασίου και η μετακόμιση των κατοίκων του σε χαμηλότερο υψόμετρο. Αντί όμως να ερειπωθεί όμως η περιοχή, κηρύχθηκε διατηρητέα από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ και η κατασκευή του χιονοδρομικού κέντρου το 1995 βοήθησε στο να οργανωθεί ο παραδοσιακός οικισμός.
Εάν αποφασίσετε το ταξίδι μέχρι τον Άγιο Αθανάσιο, σίγουρα δεν θα πρέπει να αψηφήσετε τους πασίγνωστους καταρράκτες της Έδεσσας, θέαμα απείρου κάλλους για όλη την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Από τα ειδικά σημεία ”μπελβεντέρε” και τις προσβάσεις που έχουν δημιουργηθεί, μπορεί κανείς να θαυμάσει τον μεγάλο Καταρράκτη ”Κάρανο”, με το νερό να πέφτει από ύψος 70 περίπου μέτρων και τον διπλό καταρράκτη, όπως επίσης και το σπήλαιο κάτω από τον βράχο.
Επιμέλεια: Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
