«Κρισιμο το επομενο διμηνο για την ελληνικη εξωτερικη πολιτικη»

Κρίσιμο αναμένεται το δίμηνο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η τύχη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας σύμφωνα με τον καθηγητή του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου δημιουργούν νέα δεδομένα για την επίλυση των διαφορών της Ελλάδας με τις χώρες αυτές.

«Πίσω από τη διαφορά με την ΠΓΔΜ για το όνομα υποκρύπτεται μια ολόκληρη επιχειρηματολογία και πολιτική»

Την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΠΓΔΜ εισηγείται η Κομισιόν, παροτρύνοντας για άμεση, αμοιβαία αποδεκτή λύση στο ζήτημα της ονομασίας.

Σχολιάζοντας ο κ. Καλαβρός τονίζει ότι, «όπως είναι γνωστό, οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθούν την πολιτική ότι αρκεί η αυστηρή προσήλωση στα κριτήρια της Κοπεγχάγης, προκειμένου να κριθεί αν μια υποψήφια χώρα μπορεί να υποβληθεί στην διαδικασία ένταξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα που υπάρχει σε ό,τι αφορά στην ονομασία της υπό ένταξη χώρας είναι διμερές και δεν μπορεί να επηρεάσει την διαδικασία διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βέβαια, εδώ, μολονότι η θέση αυτή ανταποκρίνεται κατʼ αρχήν στην γενικότερη αρχή του Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα με την οποία κάθε κράτος μέλος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών έχει τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού εις ό,τι αφορά και το όνομά του, εν τούτοις θα μπορούσε κανείς να αντιλέξει ότι μεταξύ των κριτηρίων της Κοπεγχάγης είναι και η σχέση καλής γειτονίας με τα όμορα κράτη, πολύ περισσότερο, όταν τα όμορα κράτη αυτά είναι και μέλη της Ένωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας έχει δώσει σαφή δείγματα της πολιτικής της ότι η διαφορά με τη χώρα μας δεν είναι διαφορά ως προς το όνομα, ως προς το οποίο, επίσης, θα μπορούσε κανείς να έχει εξωνομικές, δηλαδή ιστορικές και άλλες, αντιρρήσεις, αλλά με την πολιτική της μέχρι σήμερα, έχει αποδείξει ότι, πίσω από τη διαφορά με το όνομα, υποκρύπτεται μια ολόκληρη επιχειρηματολογία και πολιτική, η οποία αφορά την ύπαρξη μακεδονικού έθνους και μακεδονικής γλώσσας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δικαιολογεί η πολιτική αυτή την μέχρι τώρα στάση της χώρας μας ως προς το ζήτημα του ονόματος της χώρας αυτής. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι πολύ σωστά η χώρα μας εμμένει εις την ανάγκη να διευθετηθεί το ζήτημα του ονόματος με το οποίο θα μπει η χώρα αυτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεδομένου ότι πίσω από το όνομα ως έχει αποδειχθεί, -,από τότε που διελύθη η Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, δηλαδή η Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας στα τέλη του 1989 αρχές του 1990,- υποκρύπτεται μια πολιτική η οποία δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το ζήτημα του ονόματος».

«Αν δεν λυθεί τώρα το θέμα του ονόματος θα ανακύψει αργότερα»

«Υπενθυμίζω ότι δεν είναι η πρώτη φορά που σε διεθνή φόρα ανοίγει μια τέτοια συζήτηση δεδομένου ότι, όταν ετέθη το θέμα του ονόματος με το οποίο η Αγγλία θα καθίστατο μέλος των Ηνωμένων Εθνών, με τη σθεναρή αντίσταση της Γαλλίας, η οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι πρέπει να υπάρχει μία διαφοροποίηση της χώρας αυτής με την γαλλική επαρχία της Βρετάνης, αποφασίσθηκε συναινετικά η χώρα αυτή να μπει στα Ηνωμένα Έθνη με την ονομασία Ηνωμένο Βασίλειο. Άρα οι Ευρωπαίοι εταίροι μας πρέπει να αντιληφθούν πρώτον, ότι δεν είναι για πρώτη φορά στις διεθνείς σχέσεις που ανακύπτει ένα ζήτημα που αφορά το όνομα ενός νεοσύστατου κράτους, που επιθυμεί να ενταχθεί σε ένα διεθνή περιφερειακό οργανισμό, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεύτερον ότι πίσω από τη συζήτηση για το όνομα, ως έχει αποδειχθεί, υποκρύπτεται μια πολιτική προβολής του επιχειρήματος, ότι η χώρα αυτή αποτελεί την κλαδική υπόσταση του Μακεδονικού Έθνους, το οποίον εκφράζεται δια της μακεδονικής γλώσσας και τρίτον ότι εάν δεν λυθεί το ζήτημα αυτό τώρα και αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις είτε θα ανακύψει το ζήτημα κατά την τελική πολιτική απόφαση για την ένταξη -μολονότι πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι και στο Συμβούλιο Κορυφής του Δεκεμβρίου η απόφαση αυτή απαιτεί ομοφωνία και άρα η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει βέτο. Συνεπώς, αν δεν λυθεί τώρα ή θα ανακύψει αργότερα κατά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, αλλά κυρίως θα ανακύψει εκ των πραγμάτων, αν αυτή η χώρα καταστεί ποτέ μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας που επιθυμεί. Καταλήγοντας θα πω ότι πολύ σωστά η χώρα εμμένει στη διευθέτηση του ζητήματος αυτού στο πλαίσιο της όποιας διαδικασίας μπορεί να αναζητηθεί μια αποδεκτή λύση, αποφευγομένης, βέβαια, της ανάμειξης του ζητήματος της εθνότητας και της γλώσσας στην παρούσα τουλάχιστον φάση.

«Ενδέχεται η Ελλάδα να μη

χρειασθεί να ασκήσει βέτο»

Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει είναι αν συμφέρει στην Ελλάδα να μπλοκάρει την απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της ΠΓΔΜ, επί του οποίου ο κ. Καλαβρός υποστηρίζει ότι «ενδέχεται τελικά να μην χρειασθεί να ασκηθεί βέτο, όπως συνέβη εις την Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι. Ενδέχεται να παγιωθεί η άποψη ότι, εάν έλθει το ζήτημα σε ψηφοφορία, η Ελλάδα θα ασκήσει βέτο, οπότε πιθανότατα το θέμα να μην έρθει σε ψηφοφορία. Δηλαδή η Ελλάδα θα μπορούσε και εδώ το επιθυμητόν, χωρίς να εκτεθεί σε άσκηση του δικαιώματος αυτού, αρκεί να τηρήσει μέχρι την τελευταία στιγμή σταθερή θέση ότι θα ασκήσει βέτο».

«Στα ψιλά πέρασε η εγκατάσταση της αντιπυραυλικής ζώνης από την Τσεχία και την Πολωνία στην Τουρκία»

Να επιταχύνει τις πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις κάλεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την Τουρκία, στην έκθεση προόδου για την ενταξιακή της πορεία που δόθηκε την Τετάρτη στη δημοσιότητα.

«Έχουμε μια ραγδαία αναβάθμιση της θέσης της Τουρκίας, το τελευταίο κεφάλαιο της οποίας είναι κάτι που πέρασε εντελώς στα ψιλά και αμφιβάλλω, αν το έχουν εντοπίσει οι ασχολούμενοι εξ ορισμού και τυπικώς με τα θέματα αυτά, όπως είναι η μεταφορά του δόγματος της αντιπυραυλικής ασπίδας -για την προστασία της Ευρώπης και των συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη από την απειλή που υποτίθεται ότι εκφράζει στην παρούσα φάση το Ιράν- από την Τσεχία και την Πολωνία που ήταν η αρχική απόφαση της κυβέρνησης Μπους στην Τουρκία. Έχει αποφασισθεί δηλαδή να εγκατασταθεί η αντιπυραυλική ασπίδα κατά του Ιράν για την προστασία της Ευρώπης ή κατά κυριολεξία για την προστασία των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη αντί της Τσεχίας και της Πολωνίας στην Τουρκία. Αυτό αποτελεί μια απόφαση η οποία εντάσσεται στην πολιτική της νέας κυβέρνησης Ομπάμα για την αναβάθμιση της Τουρκίας σε περιφερειακή υπερδύναμη, πιστώνεται φυσικά στον Υπουργό Εξωτερικών Νταβούτογλου και πρέπει να αντιληφθούμε ότι το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την σκλήρυνση της Τουρκίας στο Αιγαίο, με την στάση αναμονής στο Κυπριακό -η οποία δικαιολογείται εκ του γεγονότος, ότι ναι μεν αυτή τη στιγμή διεξάγονται οι διακοινοτικές διαπραγματεύσεις οι οποίες μάλλον πηγαίνούν καλά, δηλαδή έχουν συζητηθεί τα μεγαλύτερα και περισσότερα και τα σπουδαιότερα του προβλήματος μεταξύ του Χριστόφια και του Ταλάτ- πλην όμως η Τουρκία ακόμη δεν έχει εκφρασθεί και τηρεί μια επιφυλακτική στάση, η οποία δικαιολογείται από το γεγονός ότι το Δεκέμβρη στο Συμβούλιο Κορυφής των Βρυξελλών θα κριθεί επίσης το ζήτημα της προενταξιακής διαπραγματευτικής πορείας της Τουρκίας μέσα στην Ένωση.

«Η Τουρκία δεν έχει στρέψει την πλάτη προς την Ευρώπη»

Και εδώ θέλω να επισημάνω ότι, αντιθέτως με ό,τι πιστεύεται, η Τουρκία, της οποίας η εξωτερική πολιτική εκφράζεται πλέον από τον Νταβούτογλου, δεν έχει στρέψει την πλάτη προς την Ευρώπη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι έχει ενισχύσει και εμβαθύνει τη σχέση της με τον Αραβικό κόσμο και μάλιστα με όλους τους παράγοντες του παιχνιδιού στη Μέση Ανατολή, δηλαδή και με το Ιράν και με τη Συρία και με το Ισραήλ σε γενικές γραμμές και με τους Παλαιστινίους και με τις άλλες αραβικές χώρες. Δεν έχει κλείσει η Τουρκία την πόρτα της Ευρώπης, αντίθετα, λόγω της αναβάθμισης της διεθνούς θέσης της σε εμφανώς περιφερειακή υπερδύναμη, επιθυμεί να ενταχθεί στην ΕΕ με καλύτερους στρατηγικούς όρους από πριν. Αυτή είναι η πραγματική επιδίωξη της εξωτερικής πολιτικής που χαράσσει ο Νταβούτογλου. Δηλαδή δεν έχουν γυρίσει την πλάτη στην Ευρώπη ενδιαφέρονται και μάλιστα ενδιαφέρονται να ενταχθούν με καλύτερους όρους εξαιτίας της διεθνούς αναβάθμισής τους

«Το ισχυρό χαρτί της ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε αναλώθηκε

χωρίς να αξιοποιηθεί»

Στην έκθεση προόδου για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας η Κομισιόν ζήτησε επίσης ομαλοποίηση των σχέσεων με την Κύπρο, ανοίγοντας τα λιμάνια και αεροδρόμιά της σε πλοία και αεροπλάνα κυπριακά.

«Δεν πρόκειται η Τουρκία να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στο βαθμό που έχει πειστεί ότι αυτό δεν αποτελεί λόγο αναστολής των διαπραγματεύσεων. Διότι ας μη κοροϊδευόμαστε κανένας από τους Ευρωπαίους εταίρους μας δεν ενδιαφέρεται πράγματι να αναγκάσει την Τουρκία να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμια στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα. Εκείνο που ενδιαφέρεται είναι εκ του ασφαλούς να διαπραγματεύεται τη θέση με την Τουρκία εκμαιεύοντας από αυτήν ανταλλάγματα και όταν θα έλθει η στιγμή, εάν και όταν έρθει, για τελική, οριστική συζήτηση, αφού θα έχουν λυθεί όλα τα επιμέρους ζητήματα, προβλέπω ότι κανείς δεν θα αντιδράσει μηδέ της χώρας εξαιρουμένης. Αυτό το λέω με λύπη μου, διότι χαμένη θα βγει η Κύπρος, διότι ένα πολύ ισχυρό χαρτί το οποίο πέτυχε η κυβέρνηση Σημίτη στο Ελσίνκι, δηλαδή να αποφασισθεί η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να έχει λυθεί προηγουμένως το πολιτικό πρόβλημα, αναλώθηκε χωρίς να αξιοποιηθεί, όπως έπρεπε».

Κρίσιμη η επόμενη περίοδος για την ελληνική εξωτερική πολιτική

«Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει το ανοικτό μέτωπο του μέλλοντος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την οπτική ότι δεν έχει ανταποκριθεί στην υποχρέωση να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο των Βρυξελλών που της επιβάλλει να ανοίξει τα λιμάνια και τα αεροδρόμια στα Κυπριακά πλοία. Η τύχη των προενταξιακών διαπραγματεύσεων είναι το πρώτο μέτωπο, το δεύτερο μέτωπο είναι η διαδικασία η προενταξιακή που φαίνονται οι εταίροι μας ότι προτίθενται να ανοίξουν χωρίς να έχει λυθεί το θέμα του ονόματος, εκτός αν χρησιμοποιηθεί ο Δεκέμβρης για να πεισθούν οι δύο πλευρές στη διαδικασία Νίμιτς να οδηγηθούν σε λύση, ο καιρός όμως δεν είναι πολύς. Προσωπικά, εκτιμώ ότι έχουν ωριμάσει οι πολιτικές συνθήκες και στα δύο κράτη στα οποία έχουμε κυβερνήσεις με νωπή λαϊκή εντολή και άρα μπορούν να πάρουν απόφαση. Θεωρώ ότι έχουν ωριμάσει και οι διαπραγματεύσεις για να είναι δυνατόν να ληφθεί μια κοινώς αποδεκτή βιώσιμη για τις διμερείς και διεθνείς σχέσεις λύση στο πρόβλημα του ονόματος μέχρι το Δεκέμβρη, οπότε θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ευόδωση η έναρξη των διαπραγματεύσεων της χώρας αυτής με την Κοινότητα.

Ως προς το θέμα πρέπει να σας πω ότι η χώρα μας έχει μια κόκκινη γραμμή. Μπορεί να είμαστε σκληροί διμερώς, και πρέπει να είμαστε σκληροί, σε ό,τι αφορά το όνομα, έτσι ώστε να εκλείψει μια αιτία προστριβών, μολονότι βέβαια η γείτων χώρα δεν αντιπροσωπεύει κανένα πραγματικό κίνδυνο για εμάς, εκτός εάν καταστεί στρατηγικός εταίρος -όπως διαφαίνεται ότι μπορεί να συμβεί αυτό, με κανέναν ισχυρότερο παίκτη στη Βαλκανική. Αυτό διαφαίνεται τη στιγμή αυτή διότι οι Τούρκοι ιθύνοντες είναι κάθε δεύτερη μέρα στα Σκόπια. Η χώρα μας έχει μια κόκκινη γραμμή την οποία δεν μπορεί να υπερβεί. Δεν ενδιαφέρεται και δεν πρέπει να αφήσει τα πράγματα να εξελιχθούν προς μια διάλυση του κράτους αυτού, διότι αυτό θα ενίσχυε και την προοπτική της δημιουργίας κυρίως της Μεγάλης Αλβανίας οπότε θα έλυνε ένα μικρό πρόβλημα αλλά θα δημιουργούσε ένα μεγαλύτερο

Α.Π.

«Το Κυπριακό πρώτο στον κατάλογο

των ενδιαφερόντων της

ελληνικής εξωτερικής πολιτικής»

Ο

νέος πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου το πρώτο επίσημο ταξίδι το έκανε στην Κύπρο. Σχολιάζοντας για τα μηνύματα αυτής της επίσκεψης ο κ. Καλαβρός υποστηρίζει ότι «η επίσκεψη Παπανδρέου στην Κύπρο περνά ορισμένα μηνύματα. Βέβαια, ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός μετά την εκλογή του πραγματοποιεί το εθνικό του χρέος κάνοντας το πρώτο ταξίδι στην Κύπρο. Αυτό περνάει βεβαίως το μήνυμα ότι το Κυπριακό είναι πρώτο στον κατάλογο των ενδιαφερόντων της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά το ζήτημα δεν είναι να μείνουμε στα μηνύματα. Το ζήτημα είναι να αποκατασταθεί μια σωστή συνεργασία με την Κύπρο, με την οποία πρέπει να σας πω ότι δεν ήταν πάντοτε εύκολη υπόθεση για την Ελλάδα να επιτύχει μια ισορροπημένη συνεργασία με την Κύπρο. Έχω ασχοληθεί με το θέμα αυτό διαβάζοντας τα απομνημονεύματα των διατελεσάντων πρέσβεων Ελλήνων στη Λευκωσία στα κρίσιμα χρόνια, μετά το 1974, ιδίως τα τελευταία χρόνια, και έχω διαπιστώσει πόσο δύσκολο είναι για τους Κυπρίους να ομονοήσουν στην υποστήριξη μιας γραμμής και πόσο ακόμη δυσκολότερο είναι για την Ελλάδα να μπορέσει να βρει μια κοινή θέση με την Κύπρο. Ανεξαρτήτως, δηλαδή, της εικόνας που φυσικό είναι να παράγεται και να αναπαράγεται διεθνώς της ομονοίας μεταξύ του μητροπολιτικού κέντρου και της Κύπρου εις ότι αφορά την λύση του Κυπριακού, διότι αυτό επιβάλλει και η Ιστορία και οι ανάγκες της διπλωματίας και της εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών, η αλήθεια είναι ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση πάντοτε η αποκατάσταση μιας ισορροπημένης σχέσης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχω την αίσθηση ότι η ελληνική κυβέρνηση η οποία ξεκινά και από ένα δεδομένο, ότι δηλαδή, όταν είχε τεθεί σε δημοψήφισμα το σχέδιο Ανάν 4 προς λύση του Κυπριακού το ΠΑΣΟΚ τότε είχε τηρήσει μια στάση,- σε αντίθεση με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία είχε τηρήσει μάλλον μια θετική, όχι όμως αρκετά εξεφρασθείσα θέση, θετική, λόγω του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος αυτή τη στιγμή πολιτικά η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να πείσει ότι τάσσεται υπέρ μιας οποιασδήποτε λύσης η οποία δεν είναι απαραίτητο να βασίζεται στα δεδομένα του σχεδίου Ανάν. Σε αυτή την κατεύθυνση βέβαια τη διευκολύνει το γεγονός ότι η όποια λύση τώρα θα είναι αποτέλεσμα απευθείας διακοινοτικών διαπραγματεύσεων.

Προσωπικά, θεωρώ ότι η στάση του ΠΑΣΟΚ ήταν σωστή και είχα ταχθεί σε εκδήλωση που κάναμε στο Πανεπιστήμιο υπέρ του Σχεδίου Ανάν επισημαίνοντας βέβαια ότι η Κύπρος δεν είναι Βέλγιο οι δύο κοινότητες δεν έχουν την ωριμότητα των κοινοτήτων των Βελγικών για να μπορέσει να λειτουργήσει το σχέδιο εκείνο. Το Σχέδιο Ανάν ανταποκρινόταν για την εποχή εκείνη στα δεδομένα του προβλήματος και έτεινε να διαμορφώσει μια λύση πιθανώς βιώσιμη. Βέβαια επαναλαμβάνω με την επιφύλαξη ότι οι δύο κοινότητες δεν διέθεταν, αλλά θα μπορούσαν να αποκτήσουν την ωριμότητα της εφαρμογής του σχεδίου εκείνου που απαιτείτο για να εφαρμοστεί μια λύση διακοινοτική δικοινοτική και διζωνική. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ την στάση εκείνη του ΠΑΣΟΚ ορθή. Βέβαια, αυτή τη στιγμή λόγω του δημοψηφίσματος, το Σχέδιο έχει «πεθάνει» και μπορώ να σας πω απʼ ό,τι έχω παρακολουθήσει τα δημοσιογραφικά δεδομένα της πληροφόρησης για τις άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων προχωρούν σε τελείως διαφορετική βάση, γιατί έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε και υπάρχουν εξελίξεις και στο ζήτημα του τρόπου διακυβέρνησης και στο ζήτημα της νομικής προσωπικότητας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και συνεπώς έχουν αλλάξει τα δεδομένα.

Καταλήγοντας ως προς το θέμα αυτό, θα έλεγα ότι η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να πλειοδοτήσει σε υποστήριξη της όποιας λύσης προταθεί από τους Χριστόφια και Ταλάτ, πρέπει όμως να αντιληφθεί ότι ο ρόλος της είναι να ασκήσει και τις υποχρεώσεις της ως μητροπολιτικού κέντρου και να μην ακολουθήσει απολύτως την Κύπρο αναζητούσα την ορθή εύκολη λύση του προβλήματος συνδρομής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με την Κυπριακή εξωτερική πολιτική λόγω της ιδιομορφίας της Κυπριακής πολιτικής σκηνής».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.