«Κοσμιωτες: Σαιοι η Κικονες: Ιστορια, Μνημες, Παραδοσεις»
«Κοσμιώτες: Σάιοι ή Κίκονες: Ιστορία, Μνήμες, Παραδόσεις» είναι ο τίτλος του βιβλίου που υπογράφει ο Δημήτρης Αρσενίου, γεννημένος στο Κόσμιο Ροδόπης, το οποίο θα παρουσιαστεί το βράδυ της Κυριακής στην αίθουσα του πρώην Κοινοτικού Καταστήματος Κοσμίου στις 8.00 από το νομάρχη Ροδόπης Άρη Γιαννακίδη που στήριξε την έκδοση, την εκδότρια – διευθύντρια της εφημερίδας «Παρατηρητής της Θράκης» κι επιμελήτρια της έκδοσης Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη, με τη συμμετοχή του συγγραφέα, ο οποίος θα είναι και ο βασικός αναδιηγητής του περιεχομένου του βιβλίου. Το βιβλίο είναι έκδοση του 2008 του «Παρατηρητή της Θράκης».
Ο κ. Αρσενίου και η κ. Κατσαρή βρέθηκαν στην εκπομπή «Βομβιστές Δυτικών Προαστίων» και συζήτησαν για τη διαδρομή των Κοσμιωτών, τη στενή τους σχέση με τη θάλασσα η οποία τους κάνει να δηλώνουν πως οι πρόγονοί τους ήταν θαλασσινοί, τη γεωγραφική τους διαδρομή (αρχαία Στρύμη, Δαλιάνι, Σουρλάτσι, Κόσμιο)… Το Κόσμιο της Ροδόπης, το Κόσμιο της Θράκης με κατοίκους Κίκονες, σύμφωνα με την έρευνα του κ. Αρσενίου, το Κόσμιο που απέχει μόλις 4 χλμ από την Κομοτηνή και το οποίο λέγεται ότι επέλεξαν να κατοικήσουν οι νησιώτες Κοσμιώτες, έχοντας επιλέξει έναν τόπο πιο εύφορο από το άγονο νησί τους*.
Αποκαλυπτικό το βιβλίο από πλευράς αναφορών στο ταμπεραμέντο των κατοίκων, καθώς ο κ. Αρσενίου επιλέγει να βοηθήσει τους νεότερους σε μια διαδρομή προς την αυτογνωσία, καθώς απενοχοποιεί χαρακτηριστικά που τους συνδέουν με τους Θράκες. «Η ληστεία λοιπόν και η κλοπή θεωρούνταν μαγκιά και παλικαριά. Μετά την κλοπή, έστω κι αν υπήρχε αποκάλυψη δεν υπήρχε τιμωρία, υπήρχε μόνο επιβράβευση και θαυμασμός για την πράξη». Σ’ αυτό το σημείο ο κ. Αρσενίου παραπέμπει στα χαρακτηριστικά των φιλοπόλεμων και μαχητικών που αποδίδει Ευριπίδης στους αρχαίους Θράκες. Επ’ αυτού εξάλλου ανέφερε στην εκπομπή ότι και οι Ιταλοί της Σικελίας σέβονται τη Μαφία και δεν σηκώνουν κουβέντα.
Ο κ. Αρσενίου, όμως, προσέγγισε και ιστορικά για την περιοχή στοιχεία και γεγονότα, όπως είναι οι διωγμοί Κοσμιωτών και η απάνθρωπη συμπεριφορά του βουλγαρικού στρατού απέναντι στους κατοίκους, αλλά και η «άμεση ανταπόκριση του μάχιμου πληθυσμού του χωριού στο κάλεσμα της προσωρινής κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κομοτηνής». Ανέφερε μάλιστα ένα ιστορικό περιστατικό, όπου κατά τις πρώτες απελάσεις από τη Δυτική Θράκη οι πρώτοι «που την «πλήρωσαν» ήταν οι κάτοικοι του Κοσμίου. Ο βασιλεύς της Βουλγαρίας Φερδινάρδος, ήρθε κρυφά από τη Βουλγαρία κι επέβλεψε προσωπικά την επιχείρηση, καβάλα στο άλογό του…» γράφει ο Δημήτρης Αρσενίου.
Μεγάλη συνεισφορά στη διάσωση των πολιτιστικών στοιχείων της περιοχής η καταγραφή από τον συγγραφέα στοιχείων της γλώσσας και συγκεκριμένα της γραμματικής, των γλωσσικών ιδιωματισμών, της κλίσεως των ουσιαστικών, όπως και η παράθεση ενός πολύ χρήσιμου λεξικού με λέξεις – πολλές από αυτές – οικείες στους Θρακιώτες. Ο κ. Αρσενίου στο πλούσιο ιστορικό, λαογραφικό υλικό που καταθέτει, πάντα μετά από έρευνα κι έλεγχο των στοιχείων που έχει συγκεντρώσει, έχει περιλάβει στο βιβλίο του ακόμη και τα παρατσούκλια, τα παρωνύμια που ήταν ένα χαρακτηριστικό του Κοσμίου.
Την καταγραφή εμπλουτίζουν σπάνια έγγραφα που σχετίζονται με την εκκλησία και το σχολείο, όπως και ενδιαφέρον φωτογραφικό υλικό από την καθημερινή ζωή των κατοίκων αλλά και από τη ζωή και τις διώξεις που υπέστησαν κατά τη βουλγαρική κατοχή.
Μαρία Αμπατζή
*Στη σελίδα 39, ο συγγραφέας αναφέρει ότι μέχρι τα πρόσφατα χρόνια στο ιερό τέμπλο των δυο εκκλησιών του χωριού δεν υπήρχαν δεξιά ο Ιησούς και αριστερά η Παναγία, μια και στη θέση της ήταν ο Άγιος Νικόλαος, προστάτης των θαλασσινών.
Αινίγματα – Στιχάκια – Γλωσσοδέτες
Αν και όλες οι εργασίες, στα χρόνια των πατεράδων μας και των παππούδων μας, γίνονταν με τα χέρια, τα βράδια στα νυχτέρια ή στα μπατάσια, όταν μαζεύονταν όλη η γειτονιά για το καθάρισμα του καλαμποκιού ή για το κτύπημα του ήλιου, πάντα υπήρχε διαθέσιμος χρόνος για ιστορίες, παραμύθια, γλωσσοδέτες και αινίγματα.
Ήταν ένας απλός, λαϊκός τρόπος να διασκεδάσουν ή να εξασκήσουν τη σκέψη τους.
• Κλειδώνου μανταλώνου, πάλι κλέφτ’ς μέσα είν’(ι) = Ήλιος
• Έχου ένα βαρελούδ’ έχ’(ι) δυο λουγιό κρασούδ’(ι) = Αυγό
• Η θείαμ’ η παρτσαλού, μπρουστά στον Βασιλιά = Λάχανο
• Έχω ένα πραματούδ’(ι), χιόν’(ι) τρώι, κιρτσίλ’ βγαζ’ = χειροκίνητο εκκοκκιστήριο βάμβακος
• Από πάν’ ταψί, από κάτ’ ταψί, στη μέσ’ λιγούτσκου κιχρούδ’(ι) = Σύκο
• Από πάν’ ταψί, από κάτ’ ταψί, στη μέσ’ λιγούτσκου αλευρούδ’(ι) = Κάστανο
• Έχου ένα ντιρικούδ’ μι του μαύρου του καλπακούδ’(ι) = Σπίρτο
• Έχου ένα πιαδούδ’(ι) , ους του γόνατου έχ’(ι) νιρούδ’(ι) = Υποδήματα
• Έχου τρία βουδούδια, το ένα πααίν’ πααίν’ χιτς δε στέκιντι, του άλλου πέφτ’(ι) χιτς δε σκόντ’(ι), του άλλου όρθιου στέκιντι. Τι είν’(ι); = Καπνός, στάχτη, φλόγα
• Του μπούφου του κιφάλ’, του καρκάτσαλου τα νύχια τσ’ αλεπούς ουρά = στατήρας (καντάρι)
• Τρεις νουμάτ’, μ’ ένα μάτ’, κουβαλούν ντου Σταμάτ’ = πυροστιά.
• Μια αρκουδούκλα μαλλιαρή, σαράντα πέταλα φουρεί, μέσ’του νιρό κοιμάντι, και χιτς, κανένα δε φουβάντι = μαγγανοπήγαδο με άλογο.
• Απάν’ απ’ τα κιραμίδια, μια λιέν’ καρύδια = Έναστρος ουρανός.
• Τρεις ντου πιάνουν κι γιννά μαύρα πιδιά = Κονδηλοφόρος.
• Άσπρους νουβάς, μαύρα πρόβατα, ξυλένιος τσιουμπάν’ς = χαρτί, γράμματα, κονδηλοφόρος.
• Πέντι κιφάλια, ανάσις τέσσερις, χέρια πουδάρια είκουσι κι νύχια εκατό = νεκρός.
• Πέταλου τριπέταλου, τρυπά ντη γης κι βγαίν’ = μανιτάρι.
• Πέντι δουλευτάρ’κα αδέλφια ανοίγουν ένα πιάδ’ = κάλτσα με βελόνες.
• Έχου δυο πραματούδια άμα τα λύσου σταματούν, κι άμα πάλι τα δέσου ούλου πλαλούν = τσαρούχια.
• Βασιληάς δε είμι, κουρώνα φουρώ, ώρα δε είμι ντη ώρα μιτρώ = πετεινός.
• Αλατίνα, στρικουτίνα, στρουπομποκερατίνα, άλατος στρούκουτους στρουκουκουμπουκέρατος = αργαλειός.
• Σ’ ένα νταμ μι κοκκινέλ’κα άλβα, ατσιάν ένα μαύρο άλβο μπαίν’ τα κουκκινέλ’κα χάντουν = φούρνος με την πάνα.
• Στα β’νά φυτρών’, στου κάστρου πιλικέντι κι μέσα τ’ ύστ’ρα ένας διαβουλέτσκους ούλου ικεί βαριέντι = δοχείο όπου χτυπιέται το γάλα για να βγει το βούτυρο.
• Γιατί σ’ αγόρασα κι έδωσα ντου παράμ’ πέσι τώρα ανάσκελα να κάνου κι ντη δ’λειάμ’ = σκάφη.
• Η κ’λιάμ’ κι η κ’λιάσ’ κι του τσιμπίμ’ στη τρύπασ’ = χειρόμυλος.
Όταν η μητέρα ήθελε ν’ αποκοιμίσει το μωρό της, το νανούριζε με το παρακάτω τραγουδάκι:
Έλα μωρέ ύπνου πάρτου κι πάντου στσι μπαχτσέδις πάντου στ’ Αγά τ’ αμπέλ’.
Για να του δώσ’ η Αγάς σταφύλ’ κι Αγάδινα ένα κλικ.
Την άνοιξη όταν ερχόταν οι πελαργοί τα μικρά παιδιά γεμάτα από χαρά έλεγαν το παρακάτω ποίημα:
Λέλιακα παντέλιακα
κόψεμ’ τα πουδάριας
να τα κάνου γκάιντα
να λαλώ του καλοκαίρ’
να φουρεύουν καλογέρ’.
Και πολλές φορές επάνω εις την τρέλα του παιχνιδιού έλεγαν το παρακάτω:
Μια φουρά κι έναν κιρό
πάτριβαν ντου κουτσιαμάν’
μι του τρύπιου του καζάν’
μι του βρώμικου του σαζάν’.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
