«Κατεξοχην ρολος της αντιπολιτευσης η ασκηση κοινοβουλευτικου ελεγχου»

Με τον Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής και Αναπληρωτή Πρόεδρο της Νομικής του ΔΠΘ, Σίμο Μηναϊδη ανοίγει σήμερα ο ΠτΘ τον κύκλο του αφιερώματος στις επερχόμενες εκλογές, μέσα από μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη περί δημοκρατικής λειτουργίας του ελληνικού κοινοβουλίου, πλαισίου ψήφισης των νομοσχεδίων, άσκησης κυβερνητικού ελέγχου, κοινοβουλευτικής κι ενδοκοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εξηγεί ότι είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο, παραμονές εκλογών, να έρχονται προς ψήφιση πολύ περισσότερα νομοσχέδια και τροπολογίες, όπως και το δικαίωμα της αντιπολίτευσης και του κάθε βουλευτή να θέτει θέμα περί αντισυνταγματικότητας και να προχωρούν σε ονομαστική ψηφοφορία.

Σημειώνει επίσης ότι μέσω των απλών και των επίκαιρων επερωτήσεων ασκείται κριτική στο κυβερνητικό έργο αντίθετα «στις επερωτήσεις και στις αναφορές προσπαθούν να εκμαιεύσουν από τον υπουργό τις προθέσεις και τις θέσεις του, όχι όμως και να ασκήσουν κριτική»

ΠτΘ: Τι συμβαίνει κατά την ψήφιση ενός νομοσχεδίου; Τι απαιτείται;

Σ.Μ.: Για να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο προαπαιτούνται η κατάθεση του νομοσχεδίου, είτε από μέλος της κυβέρνησης, είτε από βουλευτές, ατομικά ή συλλογικά. Το νομοσχέδιο πρέπει να συνοδεύεται από την αιτιολογική έκθεση. Εάν συνέχεται με τη διαχείριση των οικονομικών του κράτους, πρέπει να συνοδεύεται από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους. Το νομοσχέδιο κατατίθεται στην αρμόδια επιτροπή, η οποία αναλαμβάνει τη νομοτεχνική του επεξεργασία. Πολλές φορές, πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου, παρεισφρέει η γνωμοδότηση του επιστημονικού συμβουλίου της Βουλής και στη συνέχεια στο ενδοκοινοβουλευτικό γίγνεσθαι, από τη στιγμή που θα γίνει κατανομή του νομοσχεδίου ή των νομοσχεδίων προς συζήτηση και ψήφιση στους οικείους κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς, γίνεται η κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρον και στο σύνολο συζήτηση και ψήφιση. Κατ’ αρχήν συζήτηση σημαίνει ότι γίνεται συζήτηση ως προς τη σκοπιμότητα του νομοσχεδίου, κατ’ άρθρον σημαίνει ότι κάθε μία διάταξη εξετάζεται ξεχωριστά και στο σύνολο σημαίνει ότι εξάγονται κάποια συμπεράσματα από τις προηγηθείσες συζητήσεις. Σε κάθε συζήτηση αντιστοιχεί και μία ψηφοφορία.

Ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας

Αφού ψηφιστεί το νομοσχέδιο αποστέλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ελέγχει τον εναρμονισμό του ψηφισθέντος νομοσχεδίου προς τις αντίστοιχες διατάξεις του Συντάγματος. Ελέγχει τη συνταγματικότητά του όσον αφορά στη διαδικασία. Αν μέσα σ’ ένα μήνα από την αποστολή του ψηφισθέντος νομοσχεδίου στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν αναπέμψει το νομοσχέδιο τότε είναι υποχρεωμένος να προβεί στην έκδοση και δημοσίευσή του (καταχώρηση στην εφημερίδα της κυβέρνησης).

Δεν έχει το δικαίωμα να υπεισέρχεται στην εξέταση της σκοπιμότητας των νομοσχεδίων. Το δικαίωμα το είχε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 1975 μέχρι το 1986. Μετά την αναθεώρηση του ’86 η αρμοδιότητα της κύρωσης έπαψε να υφίσταται.

ΠτΘ: Αναφέρατε ότι παρακολουθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την τήρηση της διαδικασίας. Αυτό σημαίνει άμεση ή έμμεση ευθύνη του; Μπορεί να παρέμβει στα τρία αυτά στάδια αν κάτι δεν γίνει σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της Βουλής;

Σ.Μ.: Βεβαίως. Η αρμοδιότητα της αναπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας ανήκει στις άνευ προς υπογραφής προεδρικές πράξεις του άρθρου 35, παρ. 2. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον τη δυνατότητα της αναπομπής δεν προσυπογράφει ο αρμόδιος ή οι συναρμόδιου υπουργοί ή η κυβέρνηση ή ο πρωθυπουργός, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο μόνος πολιτικά υπεύθυνος για την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας. Κατ’ επέκταση, ενέχει και την παρεπόμενη της ενέργειάς του πολιτική ευθύνη, αν και συνήθως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας χαρακτηρίζεται ως πολιτικά ανεύθυνος, γιατί τα περισσότερα των νομοσχεδίων και των διαταγμάτων πρέπει να εγκρίνονται με την προσυπογραφή των αρμόδιων υπουργών, ή του υπουργικού συμβουλίου ή του πρωθυπουργού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει πολιτική ευθύνη: στο διορισμό του πρωθυπουργού, στην ανάθεση των διερευνητικών εντολών, στην αναπομπή των νομοσχεδίων, όταν στις 3 ψηφοφορίες για την ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας κανείς από τους υποψηφίους δεν λάβει την προβλεπόμενη πλειοψηφία – τότε είναι υποχρεωμένος να εκδώσει το διάταγμα διάλυσης της Βουλής. Αν το σχετικό διάταγμα δεν το προσυπογράφει η κυβέρνηση, αν με τη λήξη της κοινοβουλευτικής θητείας δεν υπογράψει το σχετικό διάταγμα η κυβέρνηση πάλι είναι υποχρεωμένος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να υπογράψει μονομερώς το σχετικό διάταγμα. Μονομερώς, επίσης υπογράφει τα διατάγματα διορισμού των μελών της Προεδρίας της Δημοκρατίας.

Επιτροπές – ατομική ευθύνη

ΠτΘ: Ποιοι συνιστούν τις επιτροπές;

Σ.Μ.: Υπάρχουν 6 διαρκείς νομοπαρασκευαστικές επιτροπές. Σε κάθε μία από αυτές γίνεται η κατανομή των νομοσχεδίων των οικείων υπουργείων. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 και την τροποποίηση του κανονισμού της Βουλής οι κοινοβουλευτικές επιτροπές δεν επιτελούν μόνο νομοπαρασκευαστικό, αλλά και νομοθετικό έργο. Δηλαδή, μπορούν να συζητήσουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό και να ψηφίσουν ορισμένα νομοσχέδια, τα οποία χαρακτηρίζονται μείζονος εθνικής σημασίας.

ΠτΘ: Αναφερθήκατε στην κατ’ αρχήν, κατ’ άρθρον και στο σύνολο συζήτηση και ψηφοφορία. Υπάρχουν περιπτώσεις που ένας βουλευτής, ακόμη κι ανήκει στην κυβερνώσα πλειοψηφία, ψηφίζει διαφορετικά σε μία από τις φάσεις; Σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε για πολιτική αποδυνάμωση της παράταξης που εκπροσωπεί;

Σ.Μ.: Για μένα, σημαίνει ανάδειξη της ενδοκοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

ΠτΘ: Είναι θέμα, επομένως, ανάληψης της πολιτικής ευθύνης;

Σ.Μ.: Αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη. Ενδεχομένως, ορισμένα νομοσχέδια να συνάδουν προς το πολιτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης αλλά να απάδουν προς τα συμφέροντα της εκλογικής περιφέρειας, την οποία εκπροσωπεί.

ΠτΘ: Ως πολίτες θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι βουλευτές είναι αδέκαστοι και αντικειμενικοί κι εκπροσωπούν το σύνολο του ελληνικού λαού.

Σ.Μ.: Αδέκαστο και αντικειμενικό προβλέπει τον βουλευτή το σύνταγμα, το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου του βουλευτή κατά συνείδηση είναι απαραβίαστο.

ΠτΘ: Η πλειοψηφία των βουλευτών δεν έχουν ειδικές νομικές, οικονομικές ή άλλης φύσεως γνώσεις, που σχετίζονται με το καθένα προς ψήφιση νομοσχέδιο.

Σ.Μ.: Αντίστοιχα οι νομικοί δεν έχουν γνώσεις τεχνικής φύσεως. Συνεπώς, οι κοινοβουλευτικές επιτροπές πρέπει να συντίθενται από –κατά τεκμήριο- εγγύτερους προς το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, με γνώμονα το επάγγελμα που επιτελούσαν πριν την ανάληψη των βουλευτικών τους καθηκόντων.

Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές έχουν τη δυνατότητα να καλέσουν οποιοδήποτε πολίτη κρίνουν σκόπιμο, προκειμένου να δώσουν διευκρινήσεις σε θέματα που δεν είναι προσβάσιμα σε βουλευτές. Μπορεί να κληθεί κάποιος χαρακτηριζόμενος ως ειδήμων για να αναπτύξει την άποψή του πάνω στο συγκεκριμένο θέμα ή για να καταθέσει γραπτώς την άποψή του, με τη μορφή της γνωμοδότησης.

ΠτΘ: Άρα, δεν έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί άγνοια, κάποιος βουλευτής;

Σ.Μ.: Δεν μπορεί να ισχυριστεί ‘δεν ήξερα’, αλλά δε μπορούμε να απαιτήσουμε να είναι γνώστης όλων των λεπτομερειών του νομοσχεδίου. Σημειωτέον, τα νομοσχέδια δεν αποτελούνται μόνο από διατάξεις που ανάγονται στο κύριο περιεχόμενο του νομοσχεδίου, αλλά πολλές φορές παρεισφρέουν και τροπολογίες εντελώς άσχετες προς το κύριο αντικείμενο.

ΠτΘ: Στην κατ’ αρχήν συζήτηση γίνεται λόγος για τη σκοπιμότητα του νομοσχεδίου, επομένως σ’ αυτό το σημείο οι βουλευτές καλούνται να κατανοήσουν τη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, για να ξέρουν τι ψηφίζουν.

Σ.Μ.: Η σκοπιμότητα αναφέρεται σε γενικής φύσεως θέματα, στις αρχές του νομοσχεδίου και όχι σε τεχνικής φύσεως. Αυτό θα πρέπει να γίνεται κατανοητό από τους βουλευτές.

ΠτΘ: Με τα όσα ακούμε τελευταία τίθεται θέμα πολιτικής ευθύνης των υπουργών;

Σ.Μ.: Η πολιτική ευθύνη είναι είτε ατομική είτε συλλογική. Αν ένα νομοσχέδιο υπογράφεται από έναν υπουργό ή έναν υφυπουργό είναι ατομική. Αν υπογράφεται συνολικά από την κυβέρνηση είναι συλλογική. Όσον αφορά στις σχέσεις του συγκεκριμένου μέλους της κυβέρνησης προς το συλλογικό σώμα που χαρακτηρίζεται κυβέρνηση ή προς τον πρωθυπουργό είναι θέμα διαμόρφωσης εσωκομματικών ισορροπιών.

ΠτΘ: Πρέπει, επομένως, να υπάρχει και μια πολύ καλή ενημέρωση όσων εμπλέκονται στο κάθε νομοσχέδιο;

Σ.Μ.: Η ενημέρωση, ούτως ή άλλως, είναι αναγκαία γιατί συνέχεται με τη λαϊκή εντολή.

Θεσμικά νομοσχέδια – παρουσίες

ΠτΘ: Τα μείζονος σημασίας νομοσχέδια ψηφίζονται από την ολομέλεια της Βουλής;

Σ.Μ.: Πολλές φορές γίνεται υπέρβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 72 ανάσχεσης, να ψηφίζονται τα μείζονος σημασίας νομοσχέδια, τα χαρακτηριζόμενα ως θεσμικά, από την ολομέλεια της Βουλής. Να σας πω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι νόμοι που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και οι σχετικές τροπολογίες, για ευνόητους λόγους, έχουν ψηφιστεί από τα τμήματα διακοπών της Βουλής.

Θεσμικά νομοσχέδια ονομάζονται όλα αυτά που ανάγονται στην κατοχύρωση ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Το άρθρο 16 του συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

ΠτΘ: Στην ψήφιση κάποιων νομοσχεδίων υπάρχουν κάποιες ελλείψεις (απουσίες) βουλευτών, άρα και στην έκφραση της λαϊκής βούλησης, αλλά κάποιοι από αυτούς που απουσιάζουν τοποθετούνται σε τηλεοράσεις κι εφημερίδες για να αποδείξουν το ενδιαφέρον τους.

Σ.Μ.: Καθυστερημένο ενδιαφέρον, ενώ επιδιώκουν την απεμπόληση των πολιτικών τους ευθυνών.

ΠτΘ: Πώς μπορεί να διεκδικήσει ο κάθε πολιτικός σχηματισμός που εκπροσωπείται στη Βουλή τη συμμετοχή των βουλευτών του στις συζητήσεις;

Σ.Μ.: Υπάρχει σχετική διάταξη στον κανονισμό της Βουλής που προβλέπει την υποχρέωση των βουλευτών να υπογράφουν σε καταστάσεις, έτσι ώστε να διαμορφώνεται μια άποψη σχετικά με την απαρτία. Η διάταξη εφαρμόστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια κατέστη ανενεργής.

ΠτΘ: Είναι το λεγόμενο παρουσιολόγιο;

Σ.Μ.: Ναι. Προσωπικά, δεν την θεωρώ διάταξη συνάδουσα προς το δημοκρατικό γίγνεσθαι της Βουλής. Είναι ένα θέμα παρεμφερές προς αυτό του δικαιώματος της ψήφου. Το δικαίωμα της ψήφου των βουλευτών είναι λειτούργημα. Όμοια, δε μπορείς με παρουσιολόγιο να τους υποχρεώσεις να παρευρίσκονται. Αρκεί να συνειδητοποιήσουν ότι το έργο που επιτελούν είναι το ύψιστο πολιτικό λειτούργημα.

ΠτΘ: Η μικρή συμμετοχή σημαίνει ότι κάποιοι δεν έχουν συνειδητοποιήσει το μεγαλείο του ρόλου τους;

Σ.Μ.: Δεν τον έχουν συνειδητοποιήσει, μερικώς προσπαθούν να καλύψουν αυτή την «ανευθυνότητα» εκ του γεγονότος ότι ταυτόχρονα λειτουργούν η ολομέλεια και τα τμήματα και πολλές φορές και οι κοινοβουλευτικές επιτροπές. Συνεπώς, οι βουλευτές επικαλούνται ότι δε μπορούν να παρευρίσκονται ταυτόχρονα σε πολλές συνεδριάσεις.

Ονομαστική ψηφοφορία – ερωτήσεις- επερωτήσεις

ΠτΘ: Παραμονές εκλογών έχουν έρθει προς ψήφιση νομοσχέδια και τροπολογίες κατά πολύ περισσότερα από τον συνήθη αριθμό. Για κάθε ένα από αυτά υποθέτω ότι απαιτείται ένας αναγκαίος χρόνος διαδικασιών και προετοιμασίας;

Σ.Μ.: Είναι ένα σύνηθες φαινόμενο την προεκλογική περίοδο να ψηφίζονται νομοσχέδια – όπως για παράδειγμα ο εκλογικός νόμος – ή να παρεισφρέουν στα νομοσχέδια διατάξεις, τροπολογίες ή προσθήκες, άσχετες προς το κύριο περιεχόμενο.

ΠτΘ: Οι γρήγορες διαδικασίες συνιστούν μια «απειλή», τρόπο τινά, κατά της δημοκρατίας;

Σ.Μ.: Οπωσδήποτε, όπως και η διαδικασία που προβλέπει το σύνταγμα της κατεπείγουσας ψήφισης ενός νομοσχεδίου. Είναι διατάξεις και πρακτικές, οι οποίες καταχρηστικώς ασκούμενες διαβρώνουν τα θεμέλια του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι.

ΠτΘ: Θεσμικά, τι δικαιώματα και ποιες ευθύνες έχει η αντιπολίτευση κάθε φορά που επιταχύνονται οι διαδικασίες;

Σ.Μ.: Σύμφωνα με το άρθρο 100 του κανονισμού της Βουλής, η αντιπολίτευση και όλοι οι βουλευτές έχουν το δικαίωμα να προβάλουν ένσταση επί της αντισυνταγματικότητας. Τότε τίθεται θέμα ονομαστικής ψηφοφορίας κι αν περάσει από την απόλυτη πλειοψηφία η ένσταση αντισυνταγματικότητας δεν υφίσταται. Αν το θέμα πάρει την κατάλληλη δημοσιότητα η κυβέρνηση αναλαμβάνει το τίμημα της μη ακολουθίας της συγκεκριμένης πρακτικής.

ΠτΘ: Από το 1974 και μετά έχει συμβεί;

Σ.Μ.: Πάρα πολλές φορές, κατά κόρον.

ΠτΘ: Έχει συμβεί στη δεδομένη στιγμή;

Σ.Μ.: Δε μπορώ να τοποθετηθώ πάνω στο συγκεκριμένο θέμα γιατί δεν έχω στοιχεία. Μπορώ όμως να επισημάνω ότι το Τμήμα Νομικής του ΔΠΘ είναι το μόνο σε πανελλαδικό επίπεδο που έχει όλα τα πρακτικά της Βουλής μεταπολιτευτικά.

ΠτΘ: Όταν συμβαίνει λειτουργεί θετικά υπέρ της δημοκρατίας, ως ένας ελεγκτικός μηχανισμός;

Σ.Μ.: Αυτός είναι και ο κατεξοχήν ρόλος της αντιπολίτευσης, να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο. Υπάρχουν πάρα πολλές ανασχέσεις στην άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Για παράδειγμα, οι επίκαιρες ερωτήσεις ή επερωτήσεις. Είναι ένας θεσμός που καθιερώθηκε για πρώτη φορά με την αναθεώρηση του κανονισμού της Βουλής, το 1987. Για πρώτη φορά, υποχρεώνεται ο αρμόδιος ή οι συναρμόδιοι υπουργοί μέσα σ’ ένα χρονικό πλαίσιο 4 ημερών να απαντήσουν προφορικώς σε ερώτηση ή επερώτηση που χαρακτηρίστηκε επείγουσα. Στην εξέλιξη της διαδικασίας των ερωτήσεων ή επερωτήσεων που χαρακτηρίστηκαν επείγουσες βλέπουμε την ανάσχεση του δικαιώματος του λόγου των βουλευτών. Οι πρώτοι που συμβάλουν στην ανάσχεση είναι η κοινοβουλευτική ομάδα του βουλευτή.

Πολλοί βουλευτές ενδεχομένως να κατέθεσαν ερωτήσεις χαρακτηριζόμενες ως επίκαιρες, αλλά μόνο ο πρόεδρος της οικείας κοινοβουλευτικής ομάδας έχει δικαίωμα να υποδείξει ποιες θα συζητηθούν. Από τις επίκαιρες επερωτήσεις κάθε εβδομάδα συζητείται μία. Πέρα των οικείων κοινοβουλευτικών ομάδων παρεισφρέει και η λεγόμενη διάσκεψη των προέδρων, που θα επιλέξει τη χαρακτηριζόμενη ως επίκαιρη επερώτηση. Από τη σύνθεση της διάσκεψης των προέδρων –πρόεδρος της Βουλής, αντιπρόεδροι της Βουλής, πρόεδροι των διαρκών κοινοβουλευτικών επιτροπών, πρόεδρος επιτροπής θεσμών και διαφάνειας, διατελέσαντες πρόεδροι της Βουλής και αρχηγοί των κοινοβουλευτικών ομάδων- φαίνεται ότι η αντιστοίχηση των συμμετεχόντων μεταξύ κυβερνώσας πλειοψηφίας και κοινοβουλευτικής μειοψηφίας είναι περίπου 16 έναντι 5. Συνεπώς, η ίδια η κυβέρνηση μέσω των φίλα προσκείμενων προς αυτή κυβερνητικών βουλευτών κάθε φορά αποφασίζει ποια επερώτηση θα συζητηθεί ως επίκαιρη. Συνεπώς αποφασίζει για την επερώτηση που έχει το μικρότερο πολιτικό κόστος για την πολιτική της.

ΠτΘ: Αν επέλεγε να απαντήσει στα δύσκολα δε θα έδειχνε μια δυναμική; Αν επέλεγε να διαλευκανθεί στη Βουλή και όχι στα τηλεοπτικά παράθυρα -εκεί έχουμε αποπροσανατολισμό της δημοκρατίας και της ενημέρωσης- δε θα λειτουργούσε υπέρ αυτής;

Σ.Μ.: Είναι μια πολύ σωστή οπτική, η ορθολογιστική οπτική του θέματος. Ωστόσο, μέσα σε 4 μέρες για θέματα επείγουσας σημασίας, ο εκάστοτε αρμόδιος ή οι συναρμόδιοι υπουργοί είναι δύσκολο να συλλέξουν τα στοιχεία εκείνα τα οποία θα καταστήσουν το επιχείρημά τους εδραιωμένο κι αδιαμφισβήτητο στα πλαίσια μιας διαλογικής συζήτησης, γιατί στις επίκαιρες ερωτήσεις οι αρμόδιοι υπουργοί απαντούν προφορικά, ενώ στις άλλες διαδικασίες άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου τους παρέχει τη δυνατότητα να απαντούν τηλεγραφικά ή μέσω τοποθετήσεων πολλαπλώς ερμηνεύσιμων ή υπερβαίνουν το χρόνο του 20ημέρου.

ΠτΘ: Ενδέχεται να υπάρχει σκοπιμότητα σε μια επερώτηση, γιατί γνωρίζουν εκ των προτέρων, αυτοί που την καταθέτουν, ότι δεν υπάρχει περιθώριο απάντησης;

Σ.Μ.: Ακριβώς. Ιδίως μέσω των απλών και των επίκαιρων επερωτήσεων ασκείται κριτική στο κυβερνητικό έργο, ενώ στις επερωτήσεις και στις αναφορές προσπαθούν να εκμαιεύσουν από τον υπουργό τις προθέσεις και τις θέσεις του, όχι όμως και να ασκήσουν κριτική.

ΠτΘ: Υπάρχουν περιπτώσεις όπου εντοπίζεται από ένα βουλευτή συγκεκριμένο πρόβλημα, γίνεται ενημέρωση του αρμόδιου υπουργού, και μέσα από την Κοινοβουλευτική διαδικασία τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους και βαίνουν προς επίλυση;

Σ.Μ.: Συνήθως στο επίπεδο των απλών και επίκαιρων επερωτήσεων, συζητούνται θέματα γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής σκοπιμότητας, έτσι ώστε η αντιπολίτευση να αναδείξει την έλλειψη συγκεκριμένου κυβερνητικού προγράμματος.

ΠτΘ.: Η περιοχή μας, για παράδειγμα, έχει συγκεκριμένες επαγγελματικές τάξεις όπως οι καπνοπαραγωγοί ή πολιτισμικές όπως η μειονότητα.

Σ.Μ.: Ίσως βλέποντας αυτά τα θέματα από τη δική μας την οπτική, τα θεωρούμε μείζονος σημασίας. Στη συνολική διάσταση όμως του πολιτικού προγράμματος και μέσα από την οπτική του πολιτικού γίγνεσθαι στην Αθήνα, διαμορφώνεται διαφορετική άποψη ως προς την κοινωνική και πολιτική σκοπιμότητα, για να δοθεί και η ανάλογη προτεραιότητα.

Δημοκρατία: αέναο ζητούμενο

ΠτΘ.: Προεκλογικά παρατηρούμε να εκδηλώνεται ένα μεγάλο ενδιαφέρον για την περιοχή, σε ό,τι αφορά την ψήφο της μειονότητας, άρα γίνεται μια κατάχρηση του δικαιώματος της ψήφου, που δηλώνει την ισονομία και την ισοπολιτεία. Είναι επαρκής ο μέσος χρόνος που διατίθεται σε ένα βουλευτή προκειμένου να προετοιμαστεί και να ψηφίσει ένα νομοσχέδιο;

Σ.Μ.: Ελάχιστοι βουλευτές δίνουν έμφαση στα νομοσχέδια στων οποίων τη συζήτηση θα παρευρεθούν. Δεν έχουν την ευχέρεια χρόνου. Είναι πολύ σημαντικό και γι΄ αυτό ο κανονισμός της Βουλής, δίνει έμφαση ακριβώς στη συζήτηση που θα διεξαχθεί μεταξύ των κοινοβουλευτικών αρχηγών, των εισηγητών και των αγορητών. Οι ειδικοί αγορητές είναι ενήμεροι των παραμέτρων του συγκεκριμένου νομοσχεδίου.

ΠτΘ.: Πού δίνει έμφαση ο παρών κανονισμός της Βουλής;

Σ.Μ.: Το 1987, στην αιτιολογική έκθεση που συνόδευε το σχέδιο αναθεώρησης κανονισμού της Βουλής, έδινε έμφαση σε τρία στοιχεία: Τον εξορθολογισμό, τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι ο εξορθολογισμός σημαίνει διαμόρφωση διαδικασιών στις οποίες υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, ως εκσυγχρονισμό την προσαρμογή των ελληνικών δεδομένων στην αέναη πολιτική και κοινωνική μετεξέλιξη, πιστεύω ότι το θέμα του εκδημοκρατισμού είναι το απώτατο ζητούμενο. Είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος στη διαφορά, του δικαιώματος των μειονοτήτων. Η δημοκρατία αναπτύσσεται όχι μόνο σε επίπεδο κομματικό ή βουλής αλλά ξεκινάμε από την ενδοοικογενειακή δημοκρατία.

Το επόμενο επίπεδο είναι η ανάπτυξη της δημοκρατίας μέσα στο ίδιο το κόμμα. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει τη διαμόρφωση της ισορροπίας μέσα στο κόμμα, αλλά στο άρθρο 29 παρ. 1 την υπαινίσσεται: συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν το δικαίωμα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε κόμματα των οποίων η οργάνωση και η λειτουργία αποβλέπει στην εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η εδραίωση της δημοκρατίας μέσα στη Βουλή με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της ενδοκοινοβουλευτικής μειοψηφίας, δηλαδή της αντιπολίτευσης. Τα δικαιώματα άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου είναι η κατοχύρωση της δημοκρατίας μέσα στην κυβέρνηση, η ενδοκυβερνητική αντιπολίτευση. Γιατί έχει παρατηρηθεί μεταπολιτευτικά το φαινόμενο να μην συνέρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα η κυβέρνηση ή να μην αναπτύσσεται διάλογος. Οι αποφάσεις στην κυβέρνηση συνήθως είναι προειλημμένες και τα μέλη της κυβέρνησης ομοφωνούν. Ελάχιστες φορές διαφωνούν επί της ουσίας των διαταγμάτων.

Επίσης η δημοκρατία ακόμη και μέσα στην άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Το Σύνταγμα προβλέπει τη δυνατότητα να δημοσιεύονται οι προτάσεις της μειοψηφίας στα συλλογικά δικαστικά όργανα.

ΠτΘ.: Στα δεκαέξι αυτά χρόνια έχουν γίνει αυτά τα βήματα, στα οποία αναφερθήκατε παραπάνω, κ. Καθηγητά;

Σ.Μ.: Έχουν γίνει πολλά σημαντικά βήματα, αλλά κάθε φορά που γίνεται ένα σημαντικό βήμα βλέπουμε ότι είμαστε απόμακροι από το ιδεώδης της πραγμάτωσης της δημοκρατίας. Η δημοκρατία είναι ένα αέναο ζητούμενο.

ΠτΘ.: Ευχαριστώ πολύ

Σ.Μ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.