Καταγραφη και δυνατοτητες προωθησης των τοπικων προιοντων
Τι είναι τοπικό προϊόν, συνταγή ή παρασκεύασμα; Ποια είναι η θέση του στις διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων που το παράγουν, πόσο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και μπορεί να διαδραματίσει στην τοπική, οικονομία, κατά πόσο πληροί ορισμένα χαρακτηριστικά ποιότητας, πώς μπορεί να προβληθεί, να ενισχυθούν αυτοί που το παράγουν;
Είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία απαντά έρευνα που πραγματοποιήθηκε και συντάχθηκε από ομάδα εμπειρογνωμόνων και ερευνητών, στο πλαίσιο του Leader ΙΙ και με ενδιάμεσο φορέα την Ένωση Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Μακεδονίας.
Στην έρευνα με τίτλο «Πιλοτική καταγραφή, αξιολόγηση και προβολή τοπικών αγροτικών προϊόντων Βόρειας Ελλάδας» ο στόχος ορίστηκε στη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων από την ΕΝΟΑΜ (Ένωση Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Μακεδονίας), η οποία διαχειρίζεται τους Δρόμους του Κρασιού της Μακεδονίας.
Η έρευνα περιλαμβάνει την καταγραφή, την αξιολόγηση και την προβολή των προϊόντων:
Καταγραφή
Το πρώτο μέρος της έρευνας συνίσταται στην όσο το δυνατόν πληρέστερη πρωτογενή εντόπια έρευνα στα σημαντικότερα σημεία της Βόρειας Ελλάδας. Αποτέλεσμα της φάσης αυτής πρέπει να είναι ένας κατάλογος με την μορφή βάσης δεδομένων ο οποίος θα παρουσιάζει με τρόπο ευέλικτο:
•τα προϊόντα (αναλυτικά περιγραφόμενα)
•τους παραγωγούς
•τις γεωγραφικές ζώνες ανά προϊόν
•την «ιστορία» του προϊόντος
Έτσι, εκτός από την περιγραφή και κατηγοριοποίηση των προϊόντων, θα προκύψει η καταγραφή του παραγωγικού δυναμικού σε τοπικό επίπεδο και η τεκμηρίωση τοπικών διατροφικών παραδόσεων στη σημερινή τους μορφή, με ιστορική – πολιτιστική αναδρομή όπου αυτή είναι εφικτή.
Η μεθοδολογία της καταγραφής βασίζεται στην επιτόπια έρευνα. Η ομάδα ερευνητών επισκέφτηκε παραγωγούς, λαϊκές αγορές, καταστήματα κ.ο.κ., κάνοντας συνέντευξη σε παραγωγούς και εμπόρους.
Αξιολόγηση
Σε δεύτερο στάδιο, τα αποτελέσματα της καταγραφής θα αξιολογηθούν με γνώμονα την δυνατότητα περαιτέρω προώθησής τους. Η αξιολόγηση θα βασιστεί στα εξής κριτήρια:
•το επίπεδο οργάνωσης των παραγωγών (σε επίπεδο μονάδων και μεταξύ τους)
•τον βαθμό ανταπόκρισης στις τάσεις της ελληνικής και διεθνούς αγοράς
•την δυνατότητα ένταξης των προϊόντων και των παραγωγών σε υφιστάμενα ή υπό σχεδιασμό δίκτυα
•το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η ενδεχόμενη ένταξη παραγωγικής μονάδας σε πρόγραμμα επισκέψιμων σημείων
•τον βαθμό καθορισμού των ποιοτικών χαρακτηριστικών
•την εκτιμούμενη σημασία του προϊόντος για την τοπική παράδοση
•την εκτιμούμενη σημασία του προϊόντος για την τοπική οικονομία.
Τα προϊόντα αξιολογούνται πάντα σε σχέση με τους στόχους της έρευνας.
Προβολή
Στο τρίτο και τελευταίο στάδιο της έρευνας αναπτύσσεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο marketing για την ένταξη των τοπικών προϊόντων διατροφής στις δραστηριότητες της ΕΝΟΑΜ.
Το σχέδιο marketing επικεντρώνεται σε τρία βασικά επίπεδα:
•Τον εμπλουτισμό του ήδη υπάρχοντος δικτύου των Δρόμων του Κρασίου.
•Την ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας του δικτύου και των μελών του.
•Την βαθύτερη διείσδυση της ΕΝΟΑΜ σε τοπικό επίπεδο.
Στην σκοπιμότητα της έρευνας εντοπίζεται το ότι πολλά απ’ τα τοπικά ελληνικά προϊόντα, παραμένουν γνωστά μόνο σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, λόγω των εγγενών δυσκολιών οργάνωσης και προώθησης που αντιμετωπίζουν οι μεμονωμένοι παραγωγοί.
Στόχος, επομένως, της έρευνας είναι η κατά το δυνατόν υπέρβαση των δυσκολιών.
Ως επιμέρους στόχοι επιτυγχάνονται: η προώθηση του αγροτουρισμού, ο εμπλουτισμός του προγράμματος των Δρόμων του Κρασιού της Μακεδονίας, η επιστημονική τεκμηρίωση σε μεγάλη γεωγραφική κλίμακα και με ευρύ φάσμα προϊόντων.
Συντελεστές της έρευνας είναι μια τετραμελής ομάδα εμπειρογνωμόνων, όπως και τριμελής ομάδα ερευνητών.
Στους πρώτους ανήκουν: ο Χρήστος Καρράς, ο οποίος δημιούργησε το 1997 με τον Δημήτρη Πόρτολο την Στατήρ ΕΠΕ, μια εταιρεία ειδικευμένη στην παραγωγή και προώθηση παραδοσιακών τοπικών προϊόντων.
Ο Δημήτρης Πόρτολος που είναι ιδρυτής και διαχειριστής της Στατήρ ΕΠΕ και η δημοσιογράφος –ειδική σε θέματα γαστρονομίας Νταϊάνα Κόχυλας.
Τους ερευνητές απαρτίζουν:
Νίκος Καπούλας, στέλεχος της Αναπτυξιακής Εταιρείας Ροδόπης
Ουρανία Στιμονιάρη, συνεργάτης της Αναπτυξιακής Εταιρείας Κοζάνης
Δημήτρης Μέλλιος, συνεργάτης της Ένωσης Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Μακεδονίας (ΕΝ.Ο.Α.Μ.)
Με μπουσουλα τα ερωτηματολογια
Η συλλογή πληροφοριών έγινε μέσα απ’ τα ερωτηματολόγια, τα οποία χρησιμοποίησαν οι ερευνητές στις επισκέψεις τους σε παραγωγούς, σημεία πώλησης και όχι μόνο. Τα ερωτηματολόγια δεν ήταν τυποποιημένα, αλλά προσαρμοσμένα σε κάθε κατηγορία προϊόντων.
Για κάθε προϊόν συμπληρώθηκαν 2 ερωτηματολόγια:
1)Οι γενικές ερωτήσεις που είναι κοινές για όλα τα προϊόντα και δίνουν ορισμένες βασικές πληροφορίες:
•Ονομασία
•Προέλευση
•Παραγωγός
•Μορφή επιχείρησης
•Φορέας
•Εποχικότητα
•Όγκος παραγωγής
•Πιστοποιημένα χαρακτηριστικά (Βιολογικά, ΠΟΠ, κλπ.)
•Μορφή διάθεσης
•Χρήση
•Ιστορικά στοιχεία
2)Ερωτηματολόγια για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων. Οι κατηγορίες που διαμορφώθηκαν είναι οι εξής:
•Γαλακτοκομικά
•Ιχθυηρά
•Επεξεργασμένα δημητριακά
•Κρεατικά και αλλαντικά
•Μελισσοκομικά
•Πρωτογενή γεωργικά προϊόντα
•Αρωματικά φυτά και μπαχαρικά
•Μη-δημητριακά επεξεργασμένα
Τι ειναι τοπικο προϊον
Σε μια έρευνα που εστιάζει στα τοπικά προϊόντα, ο καθορισμός του όρου «τοπικό προϊόν» έπρεπε να διαμορφωθεί εξ’ αρχής.
Σε πρώτο επίπεδο, χρειάστηκε να καθοριστούν τα όρια του όρου «προϊόν» -τουλάχιστον σε σχέση με το αντικείμενο της έρευνας. Τούτο συνίσταται βασικά στην εφαρμογή ενός διαχωρισμού μεταξύ προϊόντος και συνταγή / παρασκεύασμα. Παρ’ ότι είναι αδύνατον να διαμορφωθεί ένας απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των δύο, αποφασίστηκε να αποκλειστούν τοπικές συνταγές οι οποίες δεν εμπορεύονται ποτέ, αλλά δημιουργούνται και καταναλώνονται αποκλειστικά «κατ’ οίκον».
Σε ένα επίπεδο πιο σύνθετο, το ότι κάποιο προϊόν παράγεται τοπικά, δεν σημαίνει ότι είναι «τοπικό προϊόν», διότι ο όρος σαφώς υπονοεί ότι υφίσταται κάποια πιο στενή, εάν όχι αποκλειστική, σχέση του προϊόντος με την περιοχή –σχέση που συνιστά και την τοπικότητά του. Συνεπώς εκτιμήθηκε ότι ορισμένα προϊόντα που θεωρούνται τοπικά, με την έννοια του όρου στην παρούσα μελέτη, δεν αποτελούν «τοπικό προϊόν». Για παράδειγμα: η πατάτα «Νευροκοπίου» (Δράμας). Το προϊόν αυτό τυχαίνει αναγνώρισης με την επωνυμία «Νευροκοπίου» αλλά σε πιο προσεκτική εξέταση των δεδομένων διαφαίνεται ότι:
•Ο τύπος της συγκεκριμένης πατάτας είναι εισαγωγής, και χρησιμοποιείται σε πολλές περιοχές, όχι μόνο της Ελλάδας αλλά του κόσμου.
•Η καλλιέργεια της πατάτας στην περιοχή –σε εκτεταμένη εμπορική κλίμακα, τέτοια που να καθιστά το προϊόν αναγνωρίσιμο εκτός ορίων της άμεσης περιοχής- χρονολογείται από την δεκαετία του ’50 και μόνο.
•Η πατάτα δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο στην διατροφική παράδοση της περιοχής.
Υπάρχουν κριτήρια επομένως που διαμορφώνουν τη σύνθετη εικόνα του τοπικού προϊόντος:
•Το συγκεκριμένο είδος έχει ιδιαιτερότητες σαν είδος που το διαφοροποιούν από άλλα όμοια του που καλλιεργούνται, ψαρεύονται, μαζεύονται ή εκτρέφονται σε άλλες περιοχές.
•Η παρουσία του προϊόντος στην περιοχή, επεκτείνεται σε σημαντικό βάθος χρόνου και σίγουρα παλαιότερα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το κριτήριο αυτό απαιτεί περισσότερο επεξεργασία όμως, λόγω της πολύπλοκης ιστορίας της Βόρειας Ελλάδας. Πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη οι σημαντικότατες μετακινήσεις πληθυσμών –μετακινήσεις που χάραξαν βαθύτατα, την φυσιογνωμία και τον πολιτισμό όλης της περιοχής. Για παράδειγμα, η διατροφική φυσιογνωμία της Μακεδονίας και της Θράκης έχει επηρεαστεί σε βαθμό καθοριστικό από την έλευση των Ελλήνων της Μ. Ασίας και του Πόντου. Οι πληθυσμοί αυτοί φέρανε μαζί τους προϊόντα που μπορεί να μην ήταν παρόντα σε σημαντικό βαθμό πριν από την δεκαετία του ’20, πλην όμως αποτελούν πλέον σήμα κατατεθέν της περιοχής.
•Το προϊόν πρέπει να παίζει κάποιο ρόλο στην διατροφική παράδοση της περιοχής. Π.χ. το ταχίνι, παρ’ όλο που το σουσάμι δεν καλλιεργείται σήμερα στην Μακεδονία ή την Θράκη, παρά μόνο σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, είναι χαρακτηριστικό προϊόν με σημαντική κατανάλωση και με αυξημένο ειδικό βάρος στην διατροφική παράδοση.
Με βάση τα παραπάνω κριτήρια δεν έχουν συμπεριληφθεί προϊόντα που αντιμετωπίζονται ως «τοπικά», από ερευνητές ή συγγραφείς, όπως:
•Μελιτζάνα Κομοτηνής
•Μέντα Ροδόπης
•Σουσαμόπιτα
•Φράουλα Φλώρινας
•Σπαράγγι
•Μάραθος Χαλκιδικής
•Χαμομήλι Μακεδονίας
Όλα αυτά τα προϊόντα όντως καλλιεργούνται ή υπάρχουν αυτοφυώς στην Μακεδονία και την Θράκη αλλά είτε η καλλιέργειά τους χρονολογείται από την δεκαετία του ’60 και μόνο, είτε βρίσκονται με την ίδια συχνότητα σε πολλές περιοχές της Ελλάδος και οφείλουν την επωνυμία τους σε κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά που είναι δύσκολα να εκτιμηθούν.
Απ’ τους υπεύθυνους της έρευνας εντοπίζεται ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με τη δυσκολία περιγραφής της υφής, γεύσης και αρώματος με τρόπο «αντικειμενικό».
Αξιολογηση – σπουδαιοτητα του προϊοντος
Η αξιολόγηση των καταγεγραμμένων προϊόντων στοχεύει στην αξιοποίησή τους. Χρειάζεται να επιλεγεί μια ομάδα, η οποία κρίνεται πως θα λειτουργήσει ως μηχανή της ανάπτυξης τοπικά και μπορεί ν’ ανταποκριθεί στους στόχους.
Αξίζει να διευκρινιστεί ότι για να ενταχθεί ένα τοπικό προϊόν στους Δρόμους, τα προϊόντα χρειάζεται να πληρούν ορισμένα προκαθορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και ανάλογη εμφάνιση. Η αξία μιας έρευνας «ανεβαίνει» όταν μπορεί να χρησιμεύσει σε τοπικό επίπεδο για την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, άρα των εσόδων, ειδικά σε «δύσκολες περιοχές».
Δυνατοτητες προωθησης των ντοπιων προϊοντων
Από την πλευρά της Αναπτυξιακής Ροδόπης, ο κ. Νίκος Καπούλας ως ένας από τους τρεις ερευνητές αναφέρεται στον αρχικό ρόλο της Αναπτυξιακής: «Σ’ αυτό το πρόγραμμα της Ένωσης Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Μακεδονίας, που είναι θεματικό Leader, η Αναπτυξιακή Ροδόπης συμμετείχε ως φορέας καταγραφής για την περιφέρεια ΑΜ-Θ. Για την Κεντρική Μακεδονία συμμετείχε στέλεχος από την Ένωση Οινοπαραγωγών και για την Δυτική Μακεδονία συμμετείχε στέλεχος της Αναπτυξιακής Κοζάνης.
Εντοπίσαμε ότι δεν υπάρχει προηγούμενη καταγραφή αυτών των προϊόντων σε επίπεδο Βόρειας Ελλάδας».
Η αξιοποίηση των συμπερασμάτων, τα οποία ο κ. Καπούλας τα χαρακτηρίζει ενθαρρυντικά για τους παραγωγούς που ασχολούνται με τα τοπικά παραδοσιακά προϊόντα, είναι εφικτή: «Μπορούν να στηριχτούν επιχειρηματικά μέσω προγραμμάτων που ασχολούνται με την αγροτική ανάπτυξη, με τη διάθεση των προϊόντων και τη διαδικασία από την παραγωγή στην κατανάλωση».
Η Αναπτυξιακή Ροδόπης μπορεί να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους παραγωγούς των προϊόντων και σε αυτούς που ασχολούνται με τη διακίνηση και την εμπορία.
Περνώντας στο ειδικό και στα συγκεκριμένα προϊόντα από τη Ροδόπη που έχουν καταγραφεί το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο είναι εφικτό να αποκτήσουν εμπορικό ενδιαφέρον: «Είναι δυνατόν να αποκτήσουν διαφήμιση και εμπορικό ενδιαφέρον γιατί υπάρχει ζήτηση στα ονομαστά προϊόντα, σε όσα γνωρίζει ο καταναλωτής πώς παρασκευάστηκαν.
Αυτά τα προϊόντα γίνονται με αγνά υλικά και η μέθοδός τους στηριζόταν στη συντήρησή τους, έτσι ώστε οι άνθρωποι να τα χρησιμοποιούν τους μήνες που δεν υπήρχαν σε ευρεία κατανάλωση».
Κάποια από τα παραδοσιακά προϊόντα συνεχίζουν να καλλιεργούνται, όχι όμως στην ίδια έκταση: «Υπάρχει μία φθίνουσα κατάσταση γιατί δεν έχουν συνδεθεί με εμπορικούς στόχους. Φοβούνται να παράγουν μεγάλες ποσότητες γιατί είναι δύσκολη η διάθεση του προϊόντος και η αγορά είναι κάτι καινούριο γι’ αυτούς.
Στην αγορά κυκλοφορούν κάποια από αυτά τα προϊόντα, αλλά δεν βρίσκονται στη θέση που θα έπρεπε. Υπάρχουν σε μικρές ποσότητες γιατί οι παραγωγοί εμφανίζουν διστακτικότητα». Μια σημαντική παράμετρος για την παρουσία του τοπικού προϊόντος σε μία κάβα είναι το να ταιριάζει, να συμβαδίζει με τα κρασιά. Ο κ. Καπούλας δίνει τις συντεταγμένες: «Θα μπορούσαν να δέσουν και με τα κρασιά, απλά πρέπει να γίνει μία παρέμβαση από αισθητικής άποψης στη συσκευασία του προϊόντος. Ο τρόπος παρασκευής πρέπει βέβαια να παραμείνει ο ίδιος. Το ζήτημα είναι ότι αν ένα προϊόν βιομηχανοποιηθεί χάνει την ποιότητά του, γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάξουμε τη μέθοδο παρασκευής, να το συσκευάσουμε, να του αποδώσουμε την απαραίτητη προστιθέμενη αξία, έτσι ώστε να στοχεύουμε στην ποιότητα και στον προσδιορισμό της τιμής που του αξίζει».
Από το χειροτεχνικό πλαίσιο παραγωγής σε ένα μαζικότερο, όχι όμως με υποχωρήσεις στο θέμα της ποιότητας, γιατί το ζητούμενο είναι να υπάρξει η ισορροπία «χειροτεχνική γεύση και συνθήκες υγιεινής κατά την παραγωγή».
Η παρούσα έρευνα ανοίγει πολλά κεφάλαια που έχουν να κάνουν με την οργάνωση των παραγωγών, το βαθμό καθορισμού των ποιοτικών χαρακτηριστικών, την απαιτούμενη υποδομή για την εμπορία, ακόμη και την επίσκεψη σε χώρους παραγωγής.
Η έρευνα κλείνει με την αξιολόγηση των προϊόντων, σε κλίμακα 1 έως 10.
Ανάμεσα στα προϊόντα της Βόρειας Ελλάδας καταγράφονται οι χυλοπίτες (με βαθμολογία 63), ο τραχανάς (62), το καπνιστό χέλι Πόρτο Λάγος (55), η ρίγανη Ροδόπης (54), το μελισσοβότανο Ροδόπης (40), το πλιγούρι Ροδόπης (53), το λουκάνικο Έβρου (52), η ελιά Μαρώνειας (46) και η ντοματοπιπεριά Αρίσβης (28).
Η έρευνα ολοκληρώνεται με προτάσεις για την ένταξη παραδοσιακών προϊόντων διατροφής στις δραστηριότητες της ΕΝΟΑΜ, άρα τη σύνδεση των Μακεδονικών κρασιών με την τοπική γαστρονομία.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
