Η Ζαριφειος Παιδαγωγικη Ακαδημια στη λογοτεχνια…
Η Άννα Γιανιτσοπούλου είναι η δασκάλα στην οποία οφείλουμε το καλό μυθιστόρημα με τίτλο «Οι Καρβουναραίοι», που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις και στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, εστιάζοντας στα καταπληκτικά πορτραίτα γυναικών που η συγγραφέας με μοναδική δεξιότητα φιλοτεχνεί…
Όταν στα χέρια μας περιήλθε το δεύτερό της μυθιστόρημα με τίτλο «Οι επαρχιώτισσες» ήταν φυσικό η αναμονή και η περιέργεια για το τι και το πώς του νέου της μυθιστορήματος να μας οδηγήσει στην άμεση ανάγνωσή του, κατά την οποία η συγγραφέας μας επεφύλασσε μια ακόμη…
Το μυθιστόρημα ξεκινά και αφηγείται τη ζωή δυο φοιτητριών της Παιδαγωγικής Ακαδημίας της Αλεξανδρούπολης, της φημισμένης Ζαριφείου, η οποία ουσιαστικά υπήρξε και το πρώτο πανεπιστημιακό τμήμα στη Θράκη. Της Ζαριφείου, στα χρόνια της δικτατορίας μάλιστα, όταν φωτισμένοι δάσκαλοι σαν τον Ευάγγελο Παπανούτσο και οι υποθήκες τους το κυριότερο, στην Ακαδημία είχαν αρχίσει να λησμονούνται. Δικτατορία ήταν αυτή, απαιτούσε νοικοκυρεμένα πράγματα, κοπέλες ηθικές, δασκάλες νοικοκυρές, προσευχή τρεις ημερησίως…
Στο μυθιστόρημα, εκτός της Αλεξανδρουπόλεως, ουσιαστικά πρωταγωνιστούν δυο αντίθετες στο χαρακτήρα ηρωϊδες, οι οποίες πρωτογνωρίζονται στο τραίνο για την Αλεξανδρούπολη, ζουν μαζί τα φοιτητικά τους χρόνια κι ακολουθούν στη συνέχεια διαφορετικές πορείες στη ζωή, αλλά ποτέ δεν χάνει η μία την άλλη ώσπου ξαναβρίσκονται στα ώριμά τους χρόνια ξανά για σπουδές στην Αγγλία…
Δυο αντίθετες στο χαρακτήρα αλλά συμπληρωματικές όμως και απολαυστικές ηρωίδες, η μια των αναγνώσεων και της σπουδής,(Μπουρόβα τη λένε), που παντρεύεται, νοικοκυρεύεται, αποκτά νομίμως παιδιά και εγκαταλείπεται στο τέλος από το σύζυγο, και η άλλη( η αφηγήτρια) η οποία με τραυματικά, από την οικογένειά της στην Ξάνθη, βιώματα δεν θα παντρευτεί ποτέ θ’ αποκτήσει όμως ένα γιο, που δεν θα τη γνωρίσει ποτέ…
Η συγγραφέας παρακολουθεί στενά τη ζωή τους, μεταφέρει συναισθήματά τους και εμπειρίες αλλά ό,τι στο τέλος δικαιώνει είναι η φιλία των δυο γυναικών…Τι άλλο εξάλλου στη ζωή (και στη λογοτεχνία) μένει;
Από τις «Επαρχιώτισσες», το εξώφυλλο των οποίων κοσμεί ιδιαίτερα ταιριαστός με το περιεχόμενο πίνακας – σχόλιο του Πικάσσο, που παραπέμπει σ’ αυτή την τόσο ουσιαστική φιλία των γυναικών, – η μια καθρέφτης της άλλης,- εμείς επιλέξαμε και φιλοξενούμε ό,τι μας τιμά, ως τόπο λογοτεχνίας… Τη μυθιστορηματική ανάπλαση από την Άννα Γιαννιτσοπούλου της ζωής στη Ζαρίφειο Παιδαγωγική Ακαδημία της Αλεξανδρούπολης τα χρόνια της δικτατορίας. Μια αφήγηση που έρχεται την κατάλληλη, θα έλεγε κάποιος δημοσιογραφικά, στιγμή. Αυτή, που οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων των πειραματικών της σχολείων διαμαρτύρονται για τη συντήρησή της… Αλήθεια, αυτή δεν είναι αυτονόητη;
Αλεξανδρούπολη και Ζαρίφειος δια χειρός, συναισθημάτων και φαντασίας Άννας Γιαννιτσοπούλου όμως…
Αφιξη στην Αλεξανδρούπολη
Ώρα οχτώ το πρωί φτάσαμε επιτέλους στην Αλεξανδρούπολη. Ο σταθμός ήταν στο λιμάνι. Αφήσαμε τα πράγματά μας στο σταθμό και πήραμε τον παραλιακό δρόμο για τη Σχολή, δέκα λεπτά απόσταση ήταν. Μόλις θα τελειώναμε την εγγραφή θα είχαμε όλη τη μέρα μπροστά μας να βρούμε δωμάτιο να μείνουμε. Η Σχολή ήταν ένα παλιό ωραίο κτίριο, αν και κάπως παραμελημένο, βαμμένο στο χρώμα της ώχρας… Με αυλή, κήπο κι έναν ψηλό μαντρότοιχο τριγύρω. Απέναντι από την αυλόπορτα ήταν οι φυλακές, ένας δρόμος τις χώριζε. Αν λειτουργούσαν, ωραία ζωή θα περνούσαμε με τους φυλακισμένους κατάκαρσι».
«ΖΑΡΙΦΕΙΟΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ» διάβασα στην ταμπέλα. «Κάποιος Ζαφείρης θα την έχτισε», σχολίασα.
«Ζαρίφης», μου λέει η Μπουρόβα. «Ζα-ρί-φης». Είχε μανία να διορθώνει τους πάντες.
«Ζαρίφης – Ζαφείρης, το ίδιο κάνει», νευρίασα εγώ.
Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία ή ένα τρίπατο κτίριο
Το κτίριο ήταν τρίπατο, ημιυπόγειο και δύο πατώματα,. Μπροστά, μια σκάλα τέσσερα μέτρα φάρδος οδηγούσε στην είσοδο του πρώτου πατώματος. Μέσα το κτίριο ήταν πιο όμορφο απ’ ό,τι έξω. Στο κέντρο υπήρχε ένας τεράστιος χώρος ανοιχτός μέχρι το ταβάνι, δέκα-δώδεκα μέτρα ύψος. Φωτιζόταν από τη στέγη που σ’ εκείνο το σημείο είχε τζάμια αντί για κεραμίδια. Ένα εσωτερικό αίθριο. Συνήθως σε τέτοια κτίρια φτιάχνουν έναν εσωτερικό κήπο στο κέντρο. Η Σχολή δεν είχε τίποτα, μόνο φθαρμένο μωσαϊκό. Γύρω απ’ αυτό το χώρο ήταν αραδιασμένα γραφεία, εργαστήρια, αίθουσες διδασκαλίας και στο βάθος υπήρχε σκηνή θεάτρου. Δίπλα από την είσοδο ήταν το καμαράκι του επιστάτη. Δύο φαρδιές σκάλες με μασίφ σιδερένια κάγκελα και ξύλινες κουπαστές οδηγούσαν στο πάνω πάτωμα. Κι εδώ η ίδια διαρρύθμιση, μόνο που είχε κι έναν εξώστη περιμετρικά με κάγκελα. Από τον εξώστη μπορούσες να βλέπεις όλο το κάτω πάτωμα μέχρι την είσοδο. Εδώ ήταν όλο αίθουσες διδασκαλίας, η βιβλιοθήκη κι ένα εργαστήριο μαγειρικής. Εκτός από δασκάλες θα γινόμασταν και νοικοκυρές! Στο κάτω πάτωμα στεγαζόταν ένα πειραματικό δημοτικό σχολείο για την πρακτική εξάσκηση των δευτεροετών. Υπήρχε ακόμα αίθουσα μουσικής με πιάνο, αναλόγια και όλα τα εξαρτήματα.
Όλα αυτά τα ανακαλύψαμε σιγά – σιγά. Επίσης ανακαλύψαμε ότι εκείνο το μεγαλοπρεπές κτίριο στέγαζε πολλή βαρεμάρα και πλήξη. Αφόρητη πλήξη.
Και με οικοτροφείο παρακαλώ…
Το οικοτροφείο ήταν στο ημιυπόγειο. Η ίδια αρχιτεκτονική κι εδώ. Ένας τεράστιος χώρος στο κέντρο έπαιζε το ρόλο τραπεζαρίας. Αυτός δε φωτιζόταν από πουθενά. Αριστερά ήταν τα μαγειρεία, κάποιος κοπανούσε κατσαρόλες εκεί μέσα, και δίπλα οι τουαλέτες και τα λουτρά. Γύρω είχε πόρτες που οδηγούσαν στους θαλάμους, στους κοιτώνες του ύπνου κατά τη Φεβρωνία. Δέκα θάλαμοι με δέκα κρεβάτια ο καθένας, στρατώνας κανονικός. Και να είναι όλοι φίσκα, όχι κρεβάτι, ούτε ράντζο εκστρατείας δε χωρούσε. Πρωτοετείς και δευτεροετείς σπουδάστριες, σύνολο εκατό κορίτσια κοιμόντουσαν ομαδικά. Και με μας, εκατόν δύο. Μια που δε χωρούσαμε πουθενά, η δεσποινίς αποφάσισε να μας βολέψει στο εργαστήριο της ραπτικής, είχε κι απ’ αυτό. Ένα δωματιάκι επί τέσσερα δίπλα στο δικό της, με μια ραπτομηχανή, ένα τραπέζι με δυο καρέκλες, μια σιδερώστρα κι δύο μεταλλικά ντουλάπια. Τελικά ήμασταν τελευταίες και τυχερές. Άλλο να κοιμάσαι με έναν και άλλο με δέκα.
Μας έβαλε να κουβαλήσουμε τη ραπτομηχανή στην αποθήκη – του ποδιού ήταν η ρουφιάνα, μας έκοψε τη μέση – κουβαλήσαμε και τη σιδερώστρα, κι από κει μεταφέραμε στο δωμάτιο δύο σιδερένια ντιβάνια, στρώματα και μαξιλάρια. Την ώρα που τοποθετούσαμε τα στρώματα, μεταχειρισμένα στρώματα, όχι καινούρια, ρωτάω εγώ τη Φεβρωνία (αυτή καθόλου δε βοηθούσε. Μόνο διέταζε, μην αδυνατίσει ο κώλος της):
«Δε μου λες, δεσποινίς-Φεβρωνία, αυτό το οικοτροφείο πάντα θηλέων ήταν;»…
Χρέη τραπεζοκόμου…
… Εκείνο το πρώτο βράδυ μας το φαΐ ήταν μια κρεατόσουπα αυγολέμονο και ψωμί. Τα πιάτα τσίγκινα και τα ποτήρια το ίδιο, τσίγκινα τάσια. Μέχρι να φέρουμε το φαΐ από το μαγειρείο είχε παγώσει, το έδειχνε η λίγδα που είχε γύρω-γύρω το πιάτο. Τα τραπέζια ήταν πάγκοι από φορμάικα χωρίς τραπεζομάντιλα. Εννοείται ότι καμιά επαφή δεν είχαμε με τα αγόρια, υπήρχε πάντα ένας καθηγητής που επόπτευε τις κινήσεις μας και έτρωγε από το φαΐ μας παρέα με τη Φεβρωνία. Μπλιάχ!
Αποφάγαμε μάνι-μάνι και τ’ αγόρια τ’ άφησαν όλα όπως ήταν κι έφυγαν. έμεναν έξω αυτοί σε νοικιασμένα δωμάτια. Σίγουρα, πήγαιναν γραμμή στα σουβλατζίδικα να συμπληρώσουν το λιτό δείπνο. Έκανε να το σκάσω προς το δωμάτιό μας, αλλά με βούτηξαν οι άλλες και μ’ έβαλαν στην αλυσίδα. Περνούσαμε η μια στην άλλη τα πιάτα και τα τάσια μέχρι το μαγειρείο. Εκεί θα τα έπλεναν οι λαντζιέρες. Το οικοτροφείο είχε δύο λαντζιέρες κι έναν μάγειρα μισθωτούς. Χρέη τραπεζοκόμων έκαναν οι σπουδάστριες. Τρεις φορές την ημέρα, κάθε μέρα. Φτου, γαμώτο! Να σπουδάσουμε ήρθαμε ή να μαζεύουμε αποφάγια;
Στους κοιτώνες γρήγορα…
Ώρα εννιάμιση ξεμπερδέψαμε και γυρίσαμε στους κοιτώνες υποχρεωτικά. Μέχρι τις δέκα και μισή μπορούσαμε να διαβάσουμε, να κουβεντιάσουμε και ν’ ασχοληθούμε με ό,τι θέλαμε χωρίς να ενοχλούμε. Στις δέκα και μισή ακριβώς η Φεβρωνία βαρούσε σιωπητήριο. Που σήμαινε ότι έπρεπε να σβήσουμε τα φώτα και να κοιμηθούμε. Είχα ένα τρανζιστοράκι με μπαταρίες στη βαλίτσα μου και το έβγαλα ν’ ακούσουμε τις νυχτερινές εκπομπές, είχαμε χορτάσει ύπνο και δε νυστάζαμε. Η Γκεστάπο περιπολούσε στην τραπεζαρία, είχε πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο του δεσμοφύλακα και άμα άκουγε ομιλίες βαρούσε μπουνιές στις πόρτες. Έστηνε αυτί, μπορεί να κοίταγε και από τις κλειδαρότρυπες. Εκείνο το βράδυ τις περισσότερες μπουνιές τις έφαγε η δική μας πόρτα. Πολύ θα ήθελε να μου τις ρίξει στη μούρη, αλλά είχα προνοήσει κι είχα διπλοκλειδώσει. Σβήσαμε τα φώτα, χαμηλώσαμε το ραδιοφωνάκι και ακούγαμε τραγούδια στο σκοτάδι. Αυτό το τραγούδι δικό μου, το άλλο δικό σου. Παίζαμε και χαζογελούσαμε…
Στο μπάνιο, ένας θερμοσίφωνας με ξύλα…
… Ώρα εφτά το πρωί το κουδούνι της Φεβρωνίας σήμανε εγερτήριο. Κοιτάξαμε πάλι από την πόρτα να κατατοπιστούμε περί του πρακτέου. Εκατό κορίτσια με πετσέτες, οδοντόβουρτσες και σαπούνια στα χέρια κατευθύνονταν προς τα λουτρά. Πήγαμε κι εμείς. Ουρά στους νιπτήρες και στις τουαλέτες, οι τουαλέτες τούρκικες. Πανδαισία ήχων. Και τι ήχων! Αν ήθελες, έκανες και ντους με κρύο νερό. Υπήρχε ένα καζάνι θερμοσίφωνα που δούλευε με ξύλα και άναβε μόνο τα Σάββατα. Όποια έκανε το λάθος να πάει για μπάνιο τελευταία, τελείωνε το ζεστό νερό κι έμενε στα κρύα του λουτρού. Σε καθημερινή βάση, κάναμε τοπικές πλύσεις στις μασχάλες και εκεί που ξέρετε. Εκατό κοπέλες, οι μισές να είχαν τα ρούχα τους φανταστείτε τι γινόταν.
Πλυθήκαμε όπως – όπως και στις επτάμιση πάλι στην αλυσίδα να σερβίρουμε το πρωινό. Το πρωινό μας ήταν κανάτες τσίγκινες γεμάτες τσάι, ψωμί, μαργαρίνη και μια μαρμελάδα σαν γράσο. Κάθε μέρα. Οι περισσότεροι προτιμούσαμε τις τυρόπιτες από το κυλικείο του επιστάτη.
Παντού και πάντοτε προσευχή, μέτρα για την προστασία της τιμής μας…
Πριν από κάθε γεύμα κάναμε και προσευχή. Στις οχτώμιση ήμασταν όλοι στην αυλή, μπήκαμε στη γραμμή και ξανακάναμε προσευχή. Τρεις φορές πριν από τα γεύματα και μία πριν το μάθημα, τέσσερις φορές την ημέρα προσευχή υποχρεωτικά. Ακολούθησε έπαρση της σημαίας, εθνικός ύμνος και ανεβήκαμε στις αίθουσες, από διαφορετικές σκάλες αγόρια και κορίτσια. Για να μην μπανίζουν οι σπουδαστές τα πόδια μας και τους μπαίνουν ιδέες. Μέχρι εκεί έφτασε το μυαλό του κυρίου διευθυντού. Είχε διοριστεί από μόνος του προστάτης της τιμής μας. Και πότε; Σε μια ηλικία που οι κοπέλες τίποτε άλλο δε θέλουν από το να τη χάσουν, η πλειοψηφία τουλάχιστον. Ούτε γυμνάσιο να ήμασταν. Μας αντιμετώπιζαν σαν παιδιά του δημοτικού κι όχι σαν φοιτητές. Στο νυχτερινό της Θεσσαλονίκης τα πράγματα ήταν πολύ χαλαρά και έφερα βαρέως μια τέτοια καταπίεση.
Μαθήματα κι, απαραιτήτως, για τα κορίτσια…οικοκυρικά…
Τα μαθήματα ήταν Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Διδακτική, Φιλολογία και Μαθηματικά, πρακτική αριθμητική επί το πλείστον. Και Θρησκευτικά βεβαίως, μπορούσαν να λείπουν τα Θρησκευτικά; Επίσης, Οικοκυρικά για τα κορίτσια και Γεωπονία για τα αγόρια. Και Τεχνικά για όλους. Και φυσικά Μουσική, το χειρότερο απ’ όλα. Έπρεπε ν’ αγοράσουμε ακορντεόν και να μάθουμε να το παίζουμε. Με νότες, σολφέζ, κλειδιά του σολ και του φα, διέσεις, υφέσεις, ημιτόνια, τέταρτα, όγδοα και δέκατα έκτα, μόνο που τ’ άκουγες σου ‘ρχότανε ζαλάδα. Και το ακορντεόν πανάκριβο το άτιμο, τέσσερις χιλιάδες στοίχιζε, ένας βαρβάτος μισθός για την εποχή. Τα παράγγειλε ο διευθυντής από τη Γερμανία – μάρκας Honner, πολύ καλής ποιότητας – και θα τα πληρώναμε με δόσεις. Ποιος ξέρει τι μίζα έπαιρνε κι από κει…
Η Μπουρόβα κατά σύμπτωση είχε ακορντεόν της ίδιας μάρκας, το κέρδισε ο πατέρας της σε μια Χριστουγεννιάτικη λοταρία στο εργοστάσιο που δούλευε στη Γερμανία. Ένα φεγγάρι ήταν μετανάστης στην Κολωνία.
Αυτοί που τελικά μάθανε στ’ αλήθεια να παίζουν ακορντεόν ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, όσοι είχαν κλίση. Οι υπόλοιποι, ίσα-ίσα για να περνάμε το μάθημα. Με την αποφοίτηση οι περισσότεροι τα πουλούσαν. Το πούλησα κι εγώ, η Μπουρόβα όχι, το θεωρούσε κειμήλιο.
Όλα τα μαθήματα γίνονταν χωριστά αγόρια και κορίτσια. Και αν μιλούσαμε στα διαλείμματα ήταν πάντα για τα μαθήματα και για να προμηθευτούμε βιβλία από τους δευτεροετείς. Και τι να πεις και τι να κάνεις μ’ αυτούς; Ένα τσούρμο μαλάκες με το μυαλό τους και το μάτι τους θολωμένο …
Έξι ώρες στις καρέκλες να μας γανώνουν τα αυτιά οι καθηγητές, απολιθώματα όλοι τους, ούτε ένας της προκοπής. Στις δυόμιση, άντε πάλι στην τραπεζαρία για σερβίρισμα. Απόγευμα, εντός των θαλάμων να διαβάσουμε τα μαθήματα. Όποια δεν άντεχε τον συνωστισμό μπορούσε να πάει στην τραπεζαρία, στις αίθουσες και στην αυλή. Είχε ένα παρκάκι με παγκάκια, μια λιμνούλα με κύκνους και κάνα δυο παγώνια. Ούτε έβλεπες, ούτε σ’ έβλεπαν απ’ έξω, ο μαντρότοιχος ήταν δύο μέτρα ύψος, φρούριο…
Και έξοδος στην πόλη…
Τρεις φορές την εβδομάδα είχαμε έξοδο: Τρίτη, Σάββατο και Κυριακή, έξι με εννιά. Στις εξόδους μας μπορούσαμε να πάμε στα μαγαζιά να ψωνίσουμε, να κάνουμε μια βόλτα στην παραλία και το πολύ-πολύ να κάτσουμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να φάμε μια πάστα. Σεμνά και κόσμια. Σινεμά πηγαίναμε μόνο κατόπιν εγκρίσεως του διευθυντού σε ταινίες κατάλληλες και ηθοπλαστικές. Πάντα εντός των χρονικών ορίων έξι με εννιά, επιμένω σ’ αυτό, θα καταλάβετε παρακάτω το γιατί. Στις εννιά ακριβώς, αυλόπορτα και είσοδος κλείδωναν, κλειδοκράτορας η Φεβρωνία. Όποια αργούσε έμενε στο δρόμο και επακολουθούσε σκάνδαλο. Σάββατο απόγευμα λουτρό και Κυριακή πρωί εκκλησιασμός υποχρεωτικά. Μια δόση που πηγαίναμε στην εκκλησία σαν τα πρόβατα, ντυμένες όλες με τα μπλε ταγιέρ…[ Οι άρρενες] δεν ήταν υποχρεωμένοι να εκκλησιάζονται, μπορούσαν να κοιμούνται και να κολάζονται όσο ήθελαν, εμείς έπρεπε ν’ αγιάσουμε…
Οι άρρενες, η θρησκεία, η κοινωνία, ο κόσμος, οι κανόνες ενάντιοι πάντοτε στις επιλογές ελευθερίας των γυναικών…Ευτυχώς που υπάρχει όμως η γραφή, αυτόνομος της ύπαρξής τους καθρέφτης…
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
