«Η τεχνη ειναι μια δημοκρατικη αγκαλια, μας μαζευει ολους»

Η Μαρία Αμπατζή και ο Σαμή Καραμπουγιούκογλου συζητούν με τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη για την ταινία του «Ψυχή βαθιά» και τα σχόλια που έχουν γίνει, με αφορμή την παρουσία του στην Κομοτηνή. Ξεδιπλώνοντας την διαδρομή από την ανάγνωση πηγών για τον Εμφύλιο Πόλεμο μέχρι τη δημιουργία της ταινίας ανακαλύπτουμε τη ματιά του δημιουργού, τα εμπόδια στα γυρίσματα αλλά και τις ευτυχείς συμπτώσεις όπως είναι η συνεργασία με τον Γιάννη Αγγελάκα που έγραψε τη μουσική και τα τραγούδια αλλά και μιας ομάδας 15 ατόμων από τη Βουλγαρία που είναι ειδικοί στα γυρίσματα σκηνών πολέμου. Ευτυχία βέβαια είναι η γνώση, η σπουδή πάνω σε μια χρονική περίοδο της ιστορίας μας με πολλά αγκάθια όπως και με πολλά θύματα και η ταινία αφετηρία για διάβασμα.

«Οι ιστορίες ήρθαν

και με βρήκαν»

Μ.Α.: Ποια ήταν η αφορμή για να γραφτεί αρχικά ένα σενάριο με την αρωγή της Ιωάννας Καρυστιάννη και στη συνέχεια να γυριστεί μια ταινία για τον Εμφύλιο;

Π.Β.: Έχω κάνει 11 ταινίες κι αυτές οι 11 ιστορίες ήρθαν και με βρήκαν.

Ο κινηματογραφιστής πρέπει να έχει το βασικό προτέρημα να παρατηρεί και νʼ ακούει σε καθημερινή βάση. Τώρα που είμαι εδώ στην Κομοτηνή τα μάτια μου και τʼ αυτιά μου είναι ανοιχτά και μπορεί να μού προκύψει μια ιστορία εκεί που δεν το περιμένω.

Για τη συγκεκριμένη ταινία επισκέφθηκα την Καστοριά το 1997 ψάχνοντας να βρω εγκαταλελειμμένα χωριά που τα χρειαζόμουν για τις «Νύφες». Είχα ένα φίλο ο οποίος με συνόδευσε και ταυτόχρονα είδα για πρώτη φορά, «έγραψα» στη συνείδησή μου τους δυο ορεινούς όγκους, τον Γράμμο και το Βίτσι και επέστρεψα μερικές σκόρπιες ιστορίες.

Αυτό μʼ έκανε να κατεβάσω βιβλία που είχα ήδη. Μʼ ενδιαφέρει η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας αλλά τον Εμφύλιο δεν μπορούσα να τον καταλάβω, δεν τον ήξερα. Το πώς έγινε, πώς βρέθηκαν στα βουνά, ποιες ήταν οι μάχες, πώς έχασαν δεν το ήξερα.

Μπήκα σε μια περιπέτεια με τα βιβλία την οποία γουστάρω πολύ. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή είχα ασχοληθεί με την περίπτωση του Αλή Πασά, ξέροντας πως δεν μπορώ να κάνω μια ταινία γιατί είναι πανάκριβη. Έμαθα, όμως, τι έτρωγε το μεσημέρι, πότε πλενόταν, πώς ντυνόταν.

Ξεκίνησα να διαβάζω για τον Εμφύλιο χωρίς να έχω στο μυαλό μου ότι οπωσδήποτε θα κάνω μια ταινία.

Οι «Νύφες» έγιναν το 2003 και από εκεί κι έπειτα άρχισα να διαβάζω ιστορία από τη μία και την άλλη πλευρά, τα ιστορικά βιβλία, τα απομνημονεύματα, τις μικρές εκθέσεις. Τώρα που η ταινία έχει τελειώσει σχεδόν έχω εξαντλήσει όλες τις πηγές.

Ταυτόχρονα, συναντούσα ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία, όπου κι αν βρισκόντουσαν. Μάζευα ιστορίες. Στο τέλος έλεγα στα παιδιά μου πως το πιο φυσικό θα ήταν να κάνω μια ταινία για το θέμα που μʼ ενδιαφέρει, πλην όμως έπρεπε να βρω τα χρήματα. Πήγαινα στους παραγωγούς και μού έλεγαν «ποιον ενδιαφέρει ο Εμφύλιος;». Μού πρότειναν να κάνω μια ωραία ερωτική ιστορία.

Ακόμη, όμως, κι αν δεν γινόταν μια ταινία αφιέρωσα τον εαυτό μου στο να ψάξω, να διαβάσω, να ταξιδέψω, να μελετήσω.

Χρόνος γυρισμάτων

9 εβδομάδες

Η ταινία έγινε. Φαίνεται να είναι μια ακριβή παραγωγή γιατί δουλέψαμε πολύ στην προετοιμασία. Ο χρόνος γυρισμάτων ήταν 9 εβδομάδες αλλά προηγούμενα δουλεύαμε για τρία χρόνια στην απόλυτη λεπτομέρεια, το πώς θα γυριστεί, σε ποιο σημείο, ποια ώρα, ποια μέρα, με ποιους ηθοποιούς, μια σχολαστική προσέγγιση.

Όταν γύριζα την ταινία, όταν την μοντάριζα μού ερχόταν το σύνηθες ερώτημα: ενδιαφέρει κανέναν αυτή η ταινία; Αυτό δεν το ξέρουμε, γιατί αν το γνωρίζαμε θα είχαμε τη μαγική συνταγή της επιτυχίας. Λόγω του ότι έχω την εμπειρία της επιτυχίας και της αποτυχίας μιας ταινίας δεν κατάλαβα ποτέ γιατί απέτυχε μια ταινία όπως και δεν κατάλαβα ποτέ γιατί πέτυχε.

Βέβαια, όταν πετυχαίνει δεν αναρωτιέσαι πολύ γιατί ζεις τη χαρά της επιτυχίας. Όταν βγήκε η ταινία στους κινηματογράφους έτρεμε το φυλλοκάρδι μου. Ήμουν με τη γυναίκα μου στο σπίτι και αναρωτιόμουν εάν μπαίνει κάποιος στον κινηματογράφο καθώς παιζόταν σε 40 αίθουσες στην Ελλάδα.

Η Village έχει τις αίθουσες στο μεγάλο κέντρο, το Mall, πηγαίναμε και βλέπαμε την προβολή σε διάφορες φάσεις της ταινίας κι έβλεπα το νεαρόκοσμο που έπινε καφέ και φλερτάριζε και αναρωτιόμουν εάν είναι πελάτες μου, εάν θα μπουν να δουν την ταινία. Προχθές μού τηλεφώνησαν και μού είπαν πως στους κινηματογράφους της Village η «Ψυχή βαθιά» είναι πρώτη σε εισιτήρια κι αυτό σημαίνει ότι την βλέπουν νέα παιδιά και αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μπαίνουν.

Αναφέρομαι στη νέα γενιά γιατί δεν έχει διδαχτεί τον Εμφύλιο. Η ελληνική ιστορία τέλειωνε με την αποχώρηση των γερμανών στο τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά ξαναβρισκόμαστε στην ΕΟΚ.

Απλώς, είχα μια ένδειξη. Κάνω μαθήματα σε σχολές κινηματογράφου και συζητάω με νέους και τους έλεγα κάποιες ιστορίες, όταν με ρωτούσαν ποια είναι η επόμενη ταινία, στο τέλος με ρωτούσαν εάν υπάρχει μια βιβλιογραφία. Αυτό ήταν ένα στοιχείο.

Πέρα από το θέμα είναι η ίδια η ταινία. Θυμάμαι τον Φιλοποίμενα Φίνο που έλεγε «στο τέλος μιλάει το πανί». Ό,τι και να λέμε, ό,τι και να γράφουν οι κριτικοί, ό,τι και να πει ο σκηνοθέτης, το λευκό πανί έχει ή δεν έχει σχέση με το κοινό. Φαίνεται πως αυτή η ταινία δημιουργεί μια σχέση συγκίνησης με το κοινό, μια διάθεση για να μάθουμε και να κουβεντιάσουμε.

Η τέχνη είναι μια δημοκρατική αγκαλιά, μάς μαζεύει όλους κι αυτούς που συμφωνούν κι αυτούς που διαφωνούν.

Πότε γίνεται μια ταινία

Μ.Α.: Έχουμε δει όλοι πολλές αμερικάνικες ταινίες που διαπραγματεύονται την εισβολή στο Βιετνάμ και μάλιστα αυτές οι ταινίες κόβουν ανά τον κόσμο πολλά εισιτήρια, είτε προσεγγίζουν το θέμα μυθοπλαστικά είτε ιστορικά. Παρά το ότι υπάρχουν αξιόλογοι έλληνες κινηματογραφιστές κι έχουν μπει στα βαθιά σε πολλές περιπτώσεις το γεγονός ότι δεν δούλεψαν πάνω στον Εμφύλιο οφείλεται στο ότι είχαν ενδεχόμενα τη δική σας «ανασφάλεια» για το πώς θα λειτουργήσει το κοινό και ποια θα είναι η ψυχολογία του;

Σ.Κ.: Τι απέτρεψε τους σκηνοθέτες της γενιάς σας να κάνουν μια ταινία για τον Εμφύλιο; Πιστεύετε ότι ήρθε η εποχή για να έχουμε μια ταινία για τον Εμφύλιο;

Π.Β.: Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω το εξής: Μέχρι το 1974 για μας τους κινηματογραφιστές ίσχυε η λογοκρισία. Δεν μπορούσαμε νʼ αναφερθούμε στον Εμφύλιο. Για να γυρίσουμε έπρεπε να πάρουμε άδεια λήψεως σκηνών, ελεγχόταν το σενάριο.

Στη δεκαετία του ʼ70 και του ʼ80 γυρίστηκαν 5 – 6 ταινίες για τον Εμφύλιο. Το ένα θέμα είναι να ψάξεις για τον Εμφύλιο και να μιλήσεις και το άλλο να είναι αποτελεσματική η ταινία. Θεωρώ ότι οι προηγούμενες ταινίες είχαν ελλείψεις. Η ταινία του Νίκου Τζίμα «Τα χρόνια της θύελλας» έγινε αμέσως μετά από τον «Άνθρωπο με το γαρύφαλλο». Η δεύτερη ταινία του δεν συνάντησε το κοινό.

Από την άλλη, ίσως είναι κι ένα χρονικό σημείο που κάνει ένα κλικ στον κόσμο νʼ ασχοληθεί.

Έχει μεγάλη σημασία πότε γίνεται και πώς προβάλλεται μια ταινία. Ίσως να ήταν ένα θέμα που ξεπερνούσαν και τώρα με τα καθημερινά προβλήματα να υπάρχει ένα ενδιαφέρον για να δούμε τον τόπο, να δούμε εκείνη την περίοδο.

Η Γιαννούλα και

ο Τριαντάφυλλος

Μ.Α.: Να έρθουμε στα πρόσωπα του έργου. Όλοι είναι πρωταγωνιστές. Ανάμεσα σʼ αυτούς είναι η Γιαννούλα με τους αντάρτες και ο ανθυπολοχαγός Τριαντάφυλλος από τον στρατό. Τι συμβολίζουν η Γιαννούλα και ο Τριαντάφυλλος;

Π.Β.: Δεν χρησιμοποιώ τον όρο του συμβόλου αν και υπάρχουν σκηνοθέτες που λατρεύουν τα σύμβολα. Προσπαθώ να στήνω πάντα στα σενάριά μου ανθρώπινους χαρακτήρες που έχουν πολλές πλευρές που μπορείς να προσεγγίσεις. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μόνο το καλό και το κακό. Υπάρχουν οι αποχρώσεις του καλού και του κακού. Μού αρέσει να κάνω σινεμά στην Ελλάδα γιατί ο ίδιος ο έλληνας είναι πολλές φορές αντιφατικός. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι ηρωικό και μετά από δυο μήνες να έχει βαθιά κατάθλιψη. Τη μία μπορεί να ελπίζει και την άλλη να είναι στα όρια του ψυχίατρου. Αυτή η πολυπλοκότητα στην ανθρώπινη περιπέτεια είναι υλικό πολύτιμο για έναν καλλιτέχνη.

Αυτοί οι δυο χαρακτήρες εκπροσωπούν τις δυο αντίθετες παρατάξεις, αλλά φρόντισα να έχουν μια διαφορετική προσέγγιση. Εάν έκανα μια ταινία όπου ο Τριαντάφυλλος θα ήταν μόνο ο αιμοσταγής εθνικόφρονας και η Γιαννούλα το αντίστοιχο, θα ήμουν στα στερεότυπα του καλού και του κακού. Για μένα, δεν υπάρχει καλό και κακό. Αυτά που μπορούν νʼ αλλάζουν τους ανθρώπους είναι οι συνθήκες. Ο Τριαντάφυλλος, που είναι μέσα στο αίμα, όταν έφτιαχνα το βιογραφικό του, έλεγα ότι ο πατέρας του έχει αρτοποιείο στον Βόλο και του στέλνει στο γράμμα ένα κουτί με κουλουράκια, μια λεπτομέρεια που δεν μπήκε.

Όταν φτιάχνω τα πρόσωπα στην ουσία τα χτίζω.

Αμερική και …

«λύση»

Μ.Α.: Υπάρχει μια εξαιρετική ατάκα στην ταινία «η λύση θα έρθει από την Αμερική», η οποία «λύση» ήταν οι βόμβες ναπάλμ που διαπιστώσαμε από τα καρβουνιασμένα σώματα τι είδους «λύση» ήταν. Είναι επίκαιρο γιατί πολλές φορές η «λύση» έρχεται από την Αμερική, όπως στο Βιετνάμ, το Ιράκ, το Αφγανιστάν… την ευρωπαϊκή οικονομία.

Π.Β.: Ήρθαν στιγμές που ήθελα να μην τα ξέρω αυτά, μού κόστιζαν ψυχολογικά. Από την άλλη, χαιρόμουν όταν ανακάλυπτα πλευρές της ιστορίας, όταν αναφερόμαστε στον αμερικάνικο παράγοντα, όπου διαπιστώνω ότι αυτός ο πόλεμος τον οποίο τον διαχειρίζεται από το 1948 κι έπειτα ο αμερικάνικος παράγοντας ήταν μια εκπληκτική άσκηση για την πολεμική τέχνη και τους αμερικάνους. Μέχρι τότε, οι αμερικάνοι δεν είχαν αντιμετωπίσει αντάρτικο. Έχουμε το θέατρο του πολέμου όπου αυτοί που σκοτώνονται δεν είναι δικοί τους – στο Αφγανιστάν τους κοστίζει, σκοτώνονται πέντε άτομα και γίνεται χαμός – έχουμε τους «κομπάρσους» έλληνες να πολεμούν και να σκοτώνονται, έχουν έτσι τη δυνατότητα να μάθουν τον αντάρτικο πόλεμο. Το 1948, για να είναι αποτελεσματικές οι εθνικές δυνάμεις έγιναν όλο το χειμώνα ασκήσεις στην περιοχή της Κοζάνης σε πραγματικό υψόμετρο για το πώς επιτίθενται τη νύχτα. Δεν ήξεραν τα φανταράκια πώς γίνονταν ο πόλεμος που ήξεραν οι αντάρτες.

Αυτό μαζί με το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν οι βόμβες ναπάλμ, οι οποίες δοκιμαστικά με άλλη γόμωση είχαν πέσει στον Ειρηνικό Ωκεανό και στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο σε ελάχιστες περιπτώσεις και ελάχιστες βόμβες. Εδώ, στον Εμφύλιο είναι η καθοριστική γόμωση των βομβών. Σκεφτείτε ότι ενώ ο πόλεμος κράτησε τρία χρόνια η λήξη του Εμφυλίου αφορά πέντε μέρες μαχών στο Βίτσι και τέσσερις μέρες στον Γράμμο, διαλύθηκε το σύμπαν.

Όλη αυτή η αμερικάνικη εμπειρία διδάχτηκε στις σχολές πολέμου στην Αμερική κι έτσι έφτασαν έτοιμοι στην Κορέα και το Βιετνάμ. Ακριβώς, το ίδιο σκηνικό, τα ίδια μέτρα, η ίδια τεχνική χρησιμοποιήθηκε και μετά.

Αυτά που διατυπώνονται, το ύφος του Βαν Φλιτ, οι διάλογοι, δεν είναι από το μυαλό μου. Έχω βρει πρακτικά αυτών των συνεδριάσεων και μάλιστα η συμπεριφορά των αμερικανών προς τους έλληνες αξιωματικούς ήταν ακόμη πιο ακραία. Αυτά που βρήκα δεν θα τα πίστευε κανένας εάν τα έβαζα στην ταινία. Τα αφαίρεσα γιατί ήταν σχεδόν απίστευτα.

Μ.Α.: Από τη μία είχαμε την «μάνα» Αμερική, από την άλλη οι αντάρτες περίμεναν τον πατερούλη Στάλιν, αλλά όπως λέγεται κάποια στιγμή στην ταινία «οι διάδρομοι στο Κρεμλίνο είναι πολλοί».

Π.Β.: Γιʼ αυτά τα παιδιά, γιʼ αυτούς τους αντάρτες υπάρχει μια ονειρική επαναστατική εικόνα μιας άλλης πραγματικότητας, μιας άλλης ζωής, μιας αλλαγής στις ανθρώπινες σχέσεις, αυτό το όραμα του σοσιαλισμού που εκείνη την εποχή ήταν ένα κίνημα που συνέπαιρνε τους ανθρώπους. Η μεριά των ανθρώπων που βοήθησαν τον Δημοκρατικό Στρατό πίεσε πάρα πολλές φορές και προς άλλες κατευθύνσεις και η λήξη του Εμφυλίου οφείλεται στη ρίψη των βομβών ναπάλμ και το κλείσιμο των συνόρων από την Γιουγκοσλαβία. Το ʼ50, ο Ζαχαριάδης σε μια Ολομέλεια είπε «αν ήξερα ότι θα έκλειναν τα σύνορα δεν θα είχε γίνει ο πόλεμος».

«Αισθάνομαι ότι δεν θέλουν

να συζητηθεί ο Εμφύλιος»

Σ.Κ.: Σε μια συνέντευξη είχατε δηλώσει «ξεκινώντας την ταινία την πολιτική μου ταυτότητα την άφησα στο συρτάρι κι έκανα μια ταινία έτσι όπως την ήθελα». Οι περισσότερες επικρίσεις που δέχτηκε η ταινία έχουν να κάνουν με το ότι φαίνεται πως για όλα φταίνε οι ξένοι. Εμείς, δεν έχουμε κάποια ευθύνη;

Θεωρείτε πως οι πληγές του πολέμου έχουν κλείσει και είμαστε άνετοι να συζητήσουμε ανοιχτά για τον Εμφύλιο;

Π.Β.: Να ξεκινήσω από το δεύτερο. Η προσπάθεια να κατανοήσουμε τον Εμφύλιο και αναφέρομαι στις γενιές που σημαδεύτηκαν από αυτόν έγινε για χρόνια ερήμην των κομμάτων. Οι άνθρωποι είχαν ανάγκη να δεχτούν τον γείτονα ως ένα άτομο από μια άλλη πλευρά. Αυτά έγιναν πολύ νωρίτερα από τότε που οι πολιτικές δυνάμεις αναγνώρισαν τον Εμφύλιο μετά το τέλος της διδακτορίας, τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος ή την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και στη συνέχεια την αναγνώριση του Εμφύλιου Πολέμου. Ο λαός τα είχε ξεπεράσει αυτά, όπως και οι καλλιτέχνες.

Η ποίηση του Ρίτσου και του Αναγνωστάκη, το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου ήδη είχαν δημιουργήσει τις γέφυρες προς μια παρόμοια κατεύθυνση. Τώρα, με την επικαιρότητα της ταινίας, από αυτά που ακούγονται από κόμματα ή φορείς αισθάνομαι πως τους προβληματίζει ότι μπορούμε να κουβεντιάσουμε για τον Εμφύλιο. Αισθάνομαι ότι δεν θέλουν να συζητηθεί, αλλά αυτό είναι πέρα από μένα. Ο κόσμος είναι πάντα πολύ πιο μπροστά από τις πολιτικές δυνάμεις που τον εκπροσωπούν στον κοινωνικό χώρο, την ιστορία, την τέχνη.

Δεν υποστηρίζω ότι έκανα μια ιστορική ταινία, αλλά μια μυθοπλασία. Αναφέρονται σε πράγματα που λείπουν γιʼ αυτό και προκαλώ να μού πουν σε ποιες από τις ξένες ταινίες που βλέπουμε και αναφέρονται στον πόλεμο υπάρχουν όλες αυτές οι πληροφορίες που θα μας κάνουν να γίνουμε ιστορικοί; Στην ποίηση και το μυθιστόρημα γιατί το αποδεχόμαστε και το ζητάμε από την «Ψυχή βαθιά;»

Η συνεργασία με

τον Αγγελάκα

Σ.Κ.: Συνεργαστήκατε μʼ έναν εξαιρετικό μουσικό, τον Γιάννη Αγγελάκα. Πώς ήταν η συνεργασία σας;

Π.Β.: Με τον Αγγελάκα δεν γνωριζόμασταν, αλλά ήξερα τη δουλειά του. Υπήρξε μια σύμπτωση. Είχε δει το «Όλα είναι δρόμος» η οποία διαπίστωσα πως έγινε μεγάλη επιτυχία στο νέο κόσμο. Τότε ο Αγγελάκας έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «Όλα είναι δρόμος», σαν αναφορά στην ταινία, επειδή την γουστάριζε. Είχαμε μιλήσει τότε τηλεφωνικά.

Όταν σκεφτόμουν τους συνεργάτες ήθελα κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, κάτι ιδιαίτερο που να μην το έχω ξανακούσει από παλιότερους συνεργάτες που είχα και μάλιστα έχω δουλέψει με εξαιρετικούς, με τον Σαββόπουλο, με τον Σπανουδάκη, με τον Χατζηδάκη, με τον Κηλαηδόνη. Όταν το συζήτησα με τα παιδιά μου κι έφερα στην κουβέντα τον Αγγελάκα πέταξαν τη σκούφια τους και μού πρότειναν να δοκιμάσω.

Τηλεφώνησα, διάβασε το σενάριο, του άρεσε, έκανε ένα δείγμα. Όταν γυρίζω μια ταινία δεν ξέρω ποια μπορεί να είναι και σε ποια σημεία και ορισμένες φορές κάνουμε κουβέντες του αέρα. Είπα στον Αγγελάκα «να βγαίνει η μουσική από τα φυλλώματα, να είναι η προέκταση του αέρα». Ο συνθέτης δοκιμάζει και μπορεί να δημιουργήσει αυτό που ονειρευόμουνα ή κάτι άλλο.

Ήμουν τυχερός, όπως ήμουν τυχερός και σε πολλά πράγματα στην ταινία, γιατί βρήκαμε αυτό που είναι ιδιαίτερο, απροσδιόριστο, ατμοσφαιρικό, συγκινητικό χωρίς να είναι μελό και οφείλω πολλά στον Αγγελάκα.

Τους συνεργάτες μου τους βάζω σιγά – σιγά στην ταινία. Στην αρχή ταξιδεύω μόνος μου, μετά παίρνω τον βοηθό μου, ακολουθεί ο διευθυντής φωτογραφίας για να δει τα χρώματα. Ήρθε κάποια στιγμή ο Γιάννης, πήραμε το αυτοκίνητο και βρεθήκαμε σʼ ένα ανοιχτό κομμάτι, ακριβώς κάτω από το Βίτσι με ψηλές οξιές και υπέροχα χρώματα και εκεί που ήμασταν μόνοι μας κι ακούγαμε την ησυχία ακούσαμε έναν περίεργο ήχο, σαν κουδουνίσματα… Κατά σύμπτωση αυτός ο χώρος ήταν ένα φυσικό ηχείο που πολλαπλασίαζε τον ήχο και ο ήχος όλο και μας πλησίαζε. Καταλάβαμε κάποια στιγμή ότι πρόκειται για ένα μεγάλο κοπάδι και είδαμε να ξεπροβάλλουν μέσα από τα δέντρα γύρω στα 1.000 κατσίκια. Του είπα «Γιάννη, αυτό εννοώ σαν ήχο της ταινίας».

Όλοι μας δουλεύουμε κάπως στον αέρα. Το σενάριο γράφεται αλλά το θέμα είναι πώς γυρίζονται οι μάχες. Δεν το ήξερα γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει η εμπειρία της Αμερικής και πήρα τιμές από άγγλους που είναι καλοί τεχνικοί αλλά ήταν πολύ ψηλά. Ήμουν τυχερός γιατί βρήκα στη Βουλγαρία μια ομάδα 15 ατόμων που είχαν και κασκαντέρ από αυτούς που τινάζονται. Είχαμε τρεις τους οποίους τους αλλάζαμε ρούχα. Πότε ήταν αντάρτες που ανατινάζονταν, πότε φαντάροι…

Έγιναν οι μάχες και δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν έτσι. Στην αρχή είχα γράψει 16 εικόνες και σκεφτόμουν ότι θα είχα κάποιο καπνογόνο κοντά στην κάμερα, ένα τουφέκι να βαράει και να βγάζει πυροβολισμό, ίσως μια έκρηξη. Βρέθηκα, όμως, να έχω ανθρώπους ικανούς κι όλα έγιναν καλά.

Σ.Κ.: Στην ταινία ακούγεται κι ένα παραδοσιακό τραγούδι από την περιοχή της Καστοριάς. Πώς γεννήθηκε;

Π.Β.: Ναι, από το Βογατσικό, το λέω εγώ. Για να γίνει η ταινία αυτό που είναι περνάει από πολλά χέρια δουλειάς. Στη σκηνή που είναι η Γιαννούλα με τον μικρό Βλάση και την ρωτάει «τι δουλειά έκανες» κι εκείνη απαντάει «ράφτρα», χρειαζόμουν ένα ήχο από το περιβάλλον που δεν τον είχα. Σκέφτηκα να ʽναι εκεί κοντά ένας αντάρτης που σιγοτραγουδάει ένα τραγούδι που ακούγεται και δεν ακούγεται και βρήκα ένα από το Βοκατσικό και το ψιθύρισα. Το άκουσε ο Αγγελάκας και είπε να το βάλουμε στο cd.

Σ.Κ.: Έχει δημιουργηθεί στο μυαλό σας η επόμενη ταινία;

Π.Β.: Είμαι στην περίοδο της σύλληψης, δεν έχω κάτι. Η ταινία πηγαίνει καλά, πιστεύω πως θα έχω τη δυνατότητα να κάνω κι άλλη αλλά δεν ξέρω τι θα ʽναι. Μετά τις «Νύφες» έλεγα στη γυναίκα μου πως θα γράψω μια ταινία με 4 πρόσωπα σʼ ένα σπίτι και μού βγήκε ο Εμφύλιος.

Μπορεί να ʽναι μια σύγχρονη ταινία, να εκτυλίσσεται στην Κομοτηνή. Κάποια στιγμή αυτά συνδέονται μέσα σου, σαν να είναι σʼ ένα σκληρό δίσκο που πατάς ένα κουμπί και σού βγάζουν μια αίσθηση είτε διατηρείται στη φαντασία για καιρό κι επιμένει είτε όχι, αλλά ακόμη είναι πολύ νωρίς.

Η αποχή από

το Φεστιβάλ

Σ.Κ.: Πώς βλέπετε το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου;

Π.Β.: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χρειάζεται μια βάση πραγμάτων για να γίνει σοβαρά καλός κινηματογράφος σʼ ένα τόπο. Αρχικά χρειάζεται μια καλή παιδεία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως όλοι οι σκηνοθέτες πήγαν σε σχολή. Μια χώρα, όμως, δεν ψάχνει να βρει τον ιδιοφυή, θέλει πολύ καλούς σκηνοθέτες για το σινεμά, την τηλεόραση, για διάφορες οπτικοποιήσεις μιας καλλιτεχνικής δράσης. Ένας νόμος κάνει και καλούς σκηνοθέτες; Όχι, αλλά τους δημιουργεί ένα περιβάλλον σοβαρότητας, ασφάλειας για να εκφράσει κατά το δυνατόν καλύτερα ο καθένας αυτό που έχει μέσα του.

Πιστεύω πως η νέα γενιά των σκηνοθετών που μέσα σʼ αυτούς συμπεριλαμβάνονται τα δυο παιδιά μου, μοιάζει με τη δικιά μας γενιά, του νέου ελληνικού κινηματογράφου που συναντηθήκαμε γύρω στο ʼ60 και είμαστε γύρω στους 30, με διαφορετικές προσεγγίσεις για τον τόπο και τα ανθρώπινα προβλήματα, η Μαρκετάκη, ο Αγγελόπουλος, ο Φέρρης, ο Νικολαϊδης, ο Παναγιωτόπουλος, που ήθελαν κάτι νʼ αλλάξουν και να τολμήσουν να πουν.

Αυτή τη γενιά την βρίσκω σήμερα στα νέα παιδιά, τα υποστηρίζω, γιʼ αυτό και συμμετέχω στην αποχή από το Φεστιβάλ η οποία μού κοστίζει, γιατί μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Είναι, όμως, ένας τρόπος πίεσης για να γίνει κάτι σοβαρό για τον κινηματογράφο σʼ αυτόν τον τόπο.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.