Η σημασια της βιωσιμοτητας του προεδρικου κυρους στην εδραιωση του δημοκρατικου πολιτευματος
1Πρόσφατα δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο κατά του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας προκάλεσαν εύλογη απορία έως και δικαιολογημένη αγανάκτηση της κοινής γνώμης και σύσσωμη αντίδραση του πολιτικού κόσμου, πρωτόγνωρη, τουλάχιστον, για τα ελληνικά πολιτικά ήθη.
Ως γνωστόν, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα η άσκηση κάθε δημόσιου λειτουργήματος υπόκειται σε έλεγχο και καλόπιστη κριτική, ιδίως δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ωστόσο, η στόχευση, άνευ αποχρώντος λόγου, ενός φορέα πολιτειακού λειτουργήματος, που ενσαρκώνει, κατά τρόπο υποδειγματικό (για δεύτερη συνεχή θητεία), την εθνική και κοινωνική συνοχή και τη συνέχεια της κρατικής οντότητας, όχι μόνο είναι ανεπιεικής, άδικη, νομιμοποιητικά ανερμάτιστη, αλλά, (προεχόντως) συνταγματικά επιλήψιμη.
Εν όψει αυτού του γεγονότος, σκόπιμη κρίνεται η, εκ προοιμίου, συνοπτική αποτίμηση του προεδρικού έργου, προκειμένου να καταδειχθούν οι συνεπαγωγές του απρόσμενου πλήγματος κατά τις τρίτης ελληνικής δημοκρατίας και να καταστεί εναργέστερη η ανάγκη της περαιτέρω (ηθικής) ενίσχυσης μιας βαθμίδας πολιτικής ενοποίησης, η οποία σε στιγμές κρίσης και θεσμικών αδιεξόδων μπορεί – στα πλαίσια, πάντοτε, της λογικής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος – να υπενθυμίζει και να υποδεικνύει (χωρίς, πάντως, να επιβάλλει) στους πολιτιστικούς ανταγωνιστές, ότι πέρα από το (μικρό) κομματικό – παραταξιακό συμφέρον προέχει το κοινωνικό και εθνικό συμφέρον.
2Οι φορείς του προεδρικού αξιώματος λειτούργησαν, μεταπολιτευτικά, ως πολιτειακά πρότυπα, τα οποία δικαίωσαν τη λαϊκή ετυμηγορία του δημοψηφίσματος της 8.12.1974, τερματίζοντας, παράλληλα, με την ανενέργεια των εξουσιών τους, μια σχετικώς μακρά περίοδο (1975-1986) «προεδρολογίας», που εξέθρεφε το Σύνταγμα του 1975.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει, πλέον, αποφασιστικές αρμοδιότητες, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εφεδρικοί μηχανισμοί αντιμετώπισης πολιτικών κρίσεων και εξαιρετικών περιστάσεων. Περιορίζεται, κυρίως, σε συμβολικές αρμοδιότητες (με ελάχιστα περιθώρια οριακών πρωτοβουλιών) οι οποίες ωστόσο δεν παύουν να είναι πολλαπλώς σημαντικές και αποτελεσματικές στη διαμόρφωση ενός κλίματος κοινωνικής ασφάλειας σε συνδυασμό με τα εξίσου αναγκαία και τονωτικά αισθήματα εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης. Συνεπώς, η εκμαίευση της ρυθμιστικής συναίνεσης των προεδρικών πράξεων από τον πολιτικό κόσμο προαπαιτεί την εδραίωση του προεδρικού κύρους και της αξιοπιστίας των φορέων του μέσα από την ανάδειξη μιας πρότυπης πολιτικής συμπεριφοράς και όχι με την ενεργοποίηση διαδικασιών εξουσιαστικής επιβολής.
Ειδικά, η συμβολή του κ. Κ. Στεφανόπουλου στην εδραίωση της «προεδρευομένης – κοινοβουλευτικής» μορφής του πολιτεύματος είναι πρόδηλη και αναγνωρισμένη. Διότι, καταξίωσε στη συνταγματική πρακτική τις εξισορροπητικές παραμέτρους της θεσμικής υπευθυνότητας, της αμερόληπτης διαμεσολάβησης και της ενοποιητικής πληρότητας, περιοριζόμενος στα πλαίσια της προέχουσας ιδιότητάς του ως «ρυθμιστή του πολιτεύματος (αρθρ. 30 εδ. α΄ Συντ.), πέρα και ανεξάρτητα από πολιτικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Όταν, μάλιστα, η ενοποιητική λειτουργία του πολιτικού μέτρου και η βιωσιμότητα των διαύλων πολιτικής επικοινωνίας και προσέγγισης των κομμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, διότι ανταποκρίνεται σε ζωτικές – επιβιωτικές ανάγκες της κοινωνίας απέναντι στον πολυσχιδή «υποκειμενισμό» και τον παγκοσμιοποιημένο και ανέλεγκτο οικονομικό «ωφελισμό».
Η γενικότερη θεσμική συμπεριφορά του ανταποκρίθηκε, πλήρως, στην αυτοδεσμευτική (όσο και αποκαλυπτική των προθέσεων) αντιφώνησή του στον Πρόεδρο της Βουλής, μετά την αναγγελία της εκλογής του, η οποία περιλάμβανε και το εξής χαρακτηριστικό παράθεμα: «Σε μένα εναπόκειται να υπενθυμίζω ότι οι ευρύτερης αποδοχής λύσεις είναι δικαιότερες, αποτελεσματικότερες και συμφερότερες για τον τόπο» (εφημ. 9.3.1995).
3Ο λίβελος κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, στόχευε, άμεσα, τον συγκεκριμένο φορέα του λειτουργήματος, με ενδεχόμενη επιδίωξη να πλήξει πέραν του προεδρικού θεσμού και το πολιτικό σύστημα, να το αποδυναμώσει και να το ελέγξει ευχερώς.
Μέσα από αυτή την οπτική των γεγονότων, η προστασία του Προέδρου της Δημοκρατίας (λ.χ. η κατάσχεση εφημερίδων, παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία τους λόγω προσβολής του προσώπου του αρχηγού του κράτους: αρθρ. 14 παρ. 3 εδ. β΄περ. β΄Συντ.), χωρίς να αποβάλει τον χαρακτήρα της υποκειμενικής αξίωσης διευρύνεται και αποκτά περιεχόμενο λειτουργικό και συγχρόνως υπομνηματικό της ανάγκης για διαλεκτική ενότητα του πολιτικού κόσμου σε θέματα μείζονος σημασίας, ιδίως απέναντι σε μεθοδεύσεις υπονομευτικές της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών.
Στα πλαίσια άσκησης των λειτουργιών τους, οι φορείς της κρατικής εξουσίας θα πρέπει να καταστούν ιδιαίτερα φειδωλοί στην επαναδιαπραγμάτευση των ισόρροπων σχέσεων ανάμεσα στην κοινωνική και ιδιωτική αυτονομία και στο δημόσιο συμφέρον, αντισταθμίζοντας ορισμένες αδυναμίες πολιτικής παρέμβασής τους. Όταν, μάλιστα, στα πλαίσια των κοσμογονικών αλλαγών που διαμορφώνονται, τις οποίες υποθάλπτουν η ραγδαία εξέλιξη της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και της παγκόσμιας αγοράς εμφανίζονται παράκεντρα εξουσίας, τα οποία διαβρώνουν, άδηλα, τους ιστούς της κοινωνικής δομής, απονευρώνουν τον πολιτικό διάλογο και αφυδατώνουν το πολιτικό σύστημα.
Συμεών Μηναΐδης
Αναπληρωτής Καθηγητής
Συνταγματικού Δικαίου
του Δ.Π.Θ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
