Η ρεβανς των φοιτητικων χρονων

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του Παναγιώτη Γούτα με τίτλο «Η ρεβάνς» διαβάζουμε:

«Μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία, τραβηγμένη στην κεντρική πλατεία της Κομοτηνής, στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, μοιάζει να είναι το μόνο που έχει απομείνει να συνδέει δυο παλιούς συμφοιτητές και φίλους. Είκοσι δύο χρόνια μετά, στη Θεσσαλονίκη, ο Ορέστης Ακριβός, οικογενειάρχης πλέον, φτασμένος δικηγόρος και ο Φάνης Μαλικούδης, εργένης ακόμη, πανεπιστημιακός και ακτιβιστής της Greenpeace, ζουν σαν ξένοι στην ίδια πόλη.
Οι ζωές τους θα ξαναδιασταυρωθούν και το ξύπνημα του παρελθόντος θα προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η εκδίκηση, οι ερωτικές προδοσίες, τα ψέματα και οι φιλοδοξίες θα πέσουν στην τσόχα, σε μια παρτίδα όπου δύσκολα θα ξεχωρίσουν οι νικητές από τους χαμένους, τα θύματα από τους θύτες.»

Από το ιδιαίτερα καλογραμμένο όμως αυτό μυθιστόρημα, που υιοθετεί αρκετά από τα θεωρούμενα ως στοιχεία νεωτερικότητας στη δομή,( πολλοί αφηγητές, επιστολές, αποσπάσματα από σημειωματάρια), το ιδιαίτερα ενδιαφέρον πλην της ταυτότητας των δυο πρωταγωνιστών του, του Ορέστη Ακριβού, μεγαλοδικηγόρου και του καθηγητή πανεπιστημίου Φάνη Μαλικούδη, που έλκουν ως προσωπικότητες στην ηλικία μετά τα σαράντα την προσοχή μας ως αναγνωστών για την πορεία τους στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, – εξαιρετική η διαγραφή των χαρακτήρων τους προς την αλλοτρίωση και τη διάψευση των εφηβικών τους ονείρων!, – είναι ο τρόπος με τον οποίο εγγράφεται και, μέσω της «Ρεβάνς», ως λογοτεχνικός χώρος η πόλη της Κομοτηνής, η πόλη μας, με την ταυτότητά της ως φοιτητουπόλεως.

Το ίδιο αξιοσημείωτος τίτλος του μυθιστορήματος θα μπορούσε έτσι να είναι «Η ρεβάνς της Κομοτηνής» που θα υποσήμαινε εύγλωττα πώς τα βιώματα των φοιτητικών χρόνων μένουν ανεξίτηλα και γυρεύουν, όσο οι πρωταγωνιστές τους είναι εν ζωή, τη ρεβάνς τους…

Η ρεβάνς στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να υπονοεί βέβαια και το ένα και το άλλο, και τη ρεβάνς δηλαδή στον έρωτα που παίρνει αργά, όντας ώριμος και μεγαλοδικηγόρος ο Ορέστης από τον Φάνη, κολλητό και συμφοιτητή του, τον Φάνη που τον στιγμάτισε ως άνθρωπο από τότε, κάνοντας έρωτα με την κοπέλα του…

Η Κομοτηνή μας όμως δια χειρός Παναγιώτη Γούτα…

Αστραφτερή, ποιητική, εξαίσια…

Η Κομοτηνή του ογδόντα…ή άλλοι στη βιβλιοθήκη, άλλοι στα μπιλιάρδα κι άλλοι στα τοστάδικα…

«…. Όταν ξεπηδά αχνά από τη μνήμη μου η Κομοτηνή του ογδόντα, νομίζω πως σε όλα τα καφενεία του ντουνιά ηχεί το ίδιο πάντα ρεμπέτικο τραγούδι. «Ω! Στης ζωής τη στράτα, αργοσβήνεις μόνη δίχως να ’χεις καμιά συντροφιά, μαυρομάτα», όπως ακουγόταν, τότε, μέσα από τα ηχεία της Τούρκικης Νεολαίας. Δεν γνωρίζαμε, τότε, πολλά από Τσιτσάνη ή τουλάχιστον ήταν αδύνατον να φανταστούμε το μέγεθος της τέχνης και της αξίας του συνθέτη. Όμως ακούγαμε τα τραγούδια του με πίστη και αγνή προσήλωση, ιδίως τα Σάββατα, στις ταβέρνες και στα δωμάτια της εστίας. Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, να μην χαρτοπαίζαμε. Διότι, όταν το πρόγραμμα είχε πινακλάκι, πήγαιναν βόλτα κι ο Τσιτσάνης και τα πολιτικά κι οι γκόμενες κι οι αναρχικές συσπειρώσεις. Το τέμενος αυτής της αλλόκοτης θρησκείας μας ήταν το «Αστόρια». Ένα σχετικά ευρύχωρο καφενείο, στο κεντρικότερο σημείο της μικρής πολιτείας. Η εικόνα του καφενέ έρχεται σήμερα μπροστά μου θολή, αλλοιωμένη από τα χρόνια. Πίσω απ’ τη τεράστια τζαμαρία Τούρκοι κι Έλληνες συμφιλιωμένοι – παρά τις ακραίες θέσεις και τις κινδυνολογίες των εκατέρωθεν υπερπατριωτών για τη συνύπαρξή τους – έπιναν τσάι, κάπνιζαν ασταμάτητα και κοίταζαν έξω, την κίνηση στους δρόμους. Φάτσα, απέναντί τους, η πιάτσα των ταξί. Δυο τρεις παρέες φοιτητών περπατούσαν βιαστικά, χωμένοι στα χοντρά τους πανωφόρια. Άλλοι πήγαιναν στη βιβλιοθήκη για διάβασμα, άλλοι στα μπιλιάρδα και στα τοστάδικα. Κάποιοι το έκοβαν για τον ΟΤΕ, για τηλέφωνο στους δικούς τους. Η παρέα μου χωνόταν στο «Αστόρια» για τα περαιτέρω.»

Είχαμε μακριά μαλλιά και γένια… Ήμασταν ωραία παιδιά, δερβισόπαιδα…

«Ήμασταν, καλή μας ώρα, ωραία παιδιά. Δερβισόπαιδα. Είχαμε μακριά μαλλιά και γένια, όχι από μόδα – την είχαμε χεσμένη τη μόδα – , αλλά γιατί το νιώθαμε. Φορούσαμε φουλάρια και αμπέχονα στρατιωτικά. Στα πόδια μας άρβυλα ή γαλότσες χοντρές. Κατακόκκινοι από το κρύο, πιάναμε το πίσω, μεγάλο τραπέζι του καφενέ, δίπλα στη σόμπα. Ο Αχμέτ μας έφερνε κονιακάκια, σημειωματάριο και μια διπλή, τσίλικη τράπουλα. Τρίβαμε για λίγο τα ξυλιασμένα δάχτυλά μας πάνω απ’ τη σόμπα να ζεσταθούν και το στρώναμε στο παιχνίδι. Έτσι σκυμμένοι που ήμασταν στην τσόχα, θα πίστευε κανείς ότι προσευχόμασταν….»

Παρτίδα και πεντακοσάρι…

«Παρτίδα και πεντακοσάρι, το στοίχημα. Κάψιμο στα 201. Γαλάζια δαχτυλιδάκια καπνού λίμναζαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας σαν ιερά φωτοστέφανα. Ο Αχμέτ πηγαινοερχόταν σαν αερικό μοιράζοντας βαρύγλυκους και τσάγια στις παρέες. Αρχίζω να μετράω τα φύλλα που περάσανε, τα φωτογραφίζω, τα αποθηκεύω στον σκληρό δίσκο του νου μου. Αν έκανα το ίδιο και με τα άρθρα και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, θα έπαιρνα πτυχίο τρία χρόνια νωρίτερα.

Καθισμένος στην πολυθρόνα μου, είκοσι δύο χρόνια μετά, μια ακόμα παρτίδα του παρελθόντος περνά από τη σκέψη μου. Έχω και απόψε ρέντα. Βεντάλια μπροστά μου τα χαρτιά, κι οι παλιοί φίλοι, αμίλητοι, προσηλωμένοι στο παιχνίδι. Σκέψεις, στρατηγικές, τερτίπια της τσόχας ταξιδεύουν με τα μάτια, με το νου, κάτω από το ντουμάνι του καπνού. Όλοι ελπίζουμε στο μαγικό, στο απρόβλεπτο, στο λυτρωτικό δυάρι. Ο μπαλαντέρ των ονείρων μας, η σφήνα της ζωής μας. θα σχηματίσουμε τρίτες μ’ αυτόν, που θα μας οδηγήσουν σε τυχερές ατραπούς και νικηφόρες. Μπλόφα ή τάχα ανοιχτό παιχνίδι;…»

Θυμάσαι ρε συ;

«Θεοί της Μαρώνειας και της Ροδόπης, στείλτε τους, έστω για ένα βράδυ, στο δωμάτιό μου. άλουστους, ατημέλητους, έτσι τους θέλω. Μιχάλη, Άγγελε, Σπύρο, Θανάση, Δημήτρη, Αλέξη και Κοσμά, μπλοφάρετε ακόμα στο όνειρο ή υποταχθήκατε όπως εγώ; Το παλεύετε στην αλητεία ή συμβιβαστήκατε; Κι εσύ, Φάνη, που έγραφες στο σημειωματάριο τους πόντους των παιχνιδιών, πάντα με το ζιβάγκο σου και τα μικροσκοπικά γυαλιά σου, ατάραχος στις ήττες σου…Σε θυμάμαι πως έπιανες στην τράπουλα με τα λεπτεπίλεπτα, αριστοκρατικά σου δάχτυλα, την έκοβες στη μέση και άρχιζες να μοιράζεις. Τότε που ακόμα ήμασταν φίλοι, που δεν είχε ξεσπάσει ο δικός μας εμφύλιος. Σου είχα μιλήσει και για την Ερατώ, πως βρίσκεται δίπλα μας και μας βοηθά, κι εσύ γελούσες πιστεύοντας πως παραφρόνησα, θυμάσαι, ρε συ;»

Θυμάμαι… Το πρώτο μας φιλί… τα παιδιά

από το Πολυτεχνείο Ξάνθης

«Στο ίδιο παρκάκι, στο πρώτο φιλί μας, η προτομή του Στίλπωνα Κυριακίδη βουβά συνωμοτούσε. Δεν ξαναπέρασα ποτέ από εκεί. Ήθελα, αλλά δεν το τόλμησα. Δεν γύρισα ξανά στα πώς και στα γιατί εκείνης της βραδιάς. Άλλωστε τ’ αγάλματα, αιώνες τώρα, είθισται να σιωπούν.

Η μνήμη επιμένει. Όλα είναι εντός μου και περιμένουν. Ξάφνου, γίνονται πίδακας και αναβλύζουν στην επιφάνεια.

Ωραία παιδιά από το Πολυτεχνείο Ξάνθης φτάνουν με το τρένο. Ξεπεζεύουν στο σταθμό. Τους περιμένουν οι αυτόνομοι της Νομικής. Φεύγουν όλοι μαζί με γέλια και πειράγματα. Πηγαίνουν σε σπίτια ενοικιαζόμενα, ακούν παλιά ρεμπέτικα και ροκ, καπνίζουν χόρτο απαγορευμένο. Τα βράδια γίνονται λιώμα, με ρετσίνες, στους «Στρατώνες». Την άλλη εβδομάδα, στο σταθμό της Ξάνθης, θα περιμένουν με τη σειρά τους τα παιδιά από την Κομοτηνή, να τα γυρίσουνε στα μαγαζιά της πόλης.

Σκόρπια ονόματα, ρούχα, μυρωδιές, η φοιτητική εστία, τα σκυλιά στη διασταύρωση, βιβλία πεταμένα στο δωμάτιο, άδεια μπουκάλια αλκοόλ κι αφίσες, όλα κύλησαν σιωπηλά και χάθηκαν, μέσα σε μια στιγμή, σαν σε όνειρο, όλα γίνηκαν σκόνη στο παλιό της ζωής μας σεντούκι.

Με λίγα μπουκάλια τζιν και παλιά ρεμπέτικα, έμενες κλεισμένος μια βδομάδα στην εστία παίζοντας ρώσικη ρουλέτα με το χρόνο. Ήθελα να σε πλησιάσω, αλλά φοβόμουν – δεν σου κρύβω – τη μία σφαίρα στο πιστόλι σου.

Οι αφές, οι σπασμοί, τα νεύματα, οι κλεφτές ματιές της πλατείας, η θλίψη της εστίας, τα νυχτέρια, η υπεραιμία της Κυριακής, οι σιωπές… Τώρα στάχτη κι αποκαΐδια. Ένα της μνήμης λιθαράκι, που αδίστακτα ο Χρόνος πελεκά.

Σε πακέτα άδεια τσιγάρων σημείωνες, θυμάσαι; Άρρωστο πουλί, δειλό, θλιμμένο, σε πλησίασα. Άραγε, ποιοι θεοί σ’ έσπρωξαν στα βήματά μου;»

Γλυκά πρωινά

της Κομοτηνής…

«…Κι εκείνα τα γλυκά πρωινά της Κομοτηνής, στην εστία αρρένων…

Έξω αχνοφέγγει η Ροδόπη. Οι πρώτοι ήχοι της πόλης, το σφύριγμα του πρωινού συρμού. Αργά σκουντουφλά κι αυτή η μέρα, ξετυλίγεται. Θέλω να σε ξυπνήσω. Τραβώ την κουρτίνα, ανοίγω το παράθυρο. Μια δειλή δέσμη φωτός διεισδύει, πέφτει στο πρόσωπό σου και σε φωτίζει. Αλλάζεις πλευρό, ενοχλημένος, και συνεχίζεις. Ξέχασα, Φάνη, πως τη νύχτα λειτουργείς. Στη νύχτα ανήκεις…

Έπαιρνες από το θυρωρείο της εστίας τα κλειδιά, κρυφά για να καπνίσεις. Είχε υπόψη του ο θυρωρός, μα έκανε τα στραβά μάτια. Απλή συμπάθεια ή μήπως γνώστης βαθύς της άνομης συνήθειάς σου;

Με μάτια γλαρά κατεβαίνεις τις σκάλες. Το βράδυ, το δωμάτιο ακόμα μυρίζει λιβάνι, ακόμα διατηρεί κάτι από τη μυστική τελετουργία του απογεύματος.

Το άρωμα της πόλης. Κλείνω τα μάτια κι ακόμα το εισπνέω…

Μοσχοβολούν τα τούρκικα στενά απ’ τα μπαχαρικά, τον καβουρντισμένο καφέ, τη λακέρδα και τον παστουρμά. Μα πιο πολύ ευωδιάζεις εσύ, όπως αθόρυβα γλιστράς στη γωνία, φορώντας το άσπρο σου αδιάβροχο…»

Τούρκοι κι Ελληνες λιώνουν ειρηνικά…

«…Σ’ αυτό το ταπεινό δρομάκι, χρόνια τώρα, Τούρκοι κι Έλληνες λιώνουν ειρηνικά με τις σόλες το πλακόστρωτο. Σ’ αυτό το στενοσόκακο με τα μπαχαρικά, τα φτηνομάγαζα και τις βαμμένες πινακίδες, ψυχορραγούν πολιτικοί και διπλωμάτες.

Οι Τούρκοι έμαθαν στους Έλληνες την κάνναβη, το αραλίκι και την απάθεια στα προβλήματα της ζωής. Οι Έλληνες, απ’ τη μεριά τους, τους έμαθαν τα λούσα, τις ακριβές κούρσες, τα σκυλάδικα. Κι όλους στα δάχτυλα τους παίζει, μπεγλέρι, η πόλη.

Ύστερα η πλατεία…

Η «My Lord» και η «Marqee»

«…Ύστερα η πλατεία…

Κείνες οι βόλτες στην υγρή πλατεία, στις ταβέρνες, στις παμπ, στο σταθμό έγιναν με τον καιρό ένας άηχος λυγμός, μια αδιόρατη ουλή στο στήθος, κάτω από το μάλλινο μπλουζάκι που – φοιτητής – φορούσες, στην Κομοτηνή, κατάσαρκα. Τα χρόνια τα χαμένα ζωντανεύουν, όταν σε κοιτώ. Και η πληγή στο στήθος σου κακοφορμίζει.

Πάλι λιώμα και σήμερα. Φτιαγμένος, πάλι, άσχημα. Τα πόδια σου βαριά, δεν τα ελέγχεις. Κι ο μάγειρας της λέσχης να σε βρίζει που να σηκώσεις δεν μπορείς το δίσκο. Δύο τραπεζάκια παρακάτω, άμαθος από εκτροπές, αγνός από ουσίες, ρουφώ ασταμάτητα των ματιών σου το γλυκό χορτάρι.

Νυχτώνει. Κι εσύ, πάλι στα ίδια τα σοκάκια. Με τα γυφτάκια, στα σκυλιά και τα λασπόνερα. Ξανά στης πόλης τα παράξενα ποιήματα. Στο ίδιο μετερίζι του χαμού.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ανάβω τσιγάρο συνεχίζοντας την ανάγνωση…

Ένα τσιγάρο για τα έρημα καφενεία της Κομοτηνής. Για τα χαμένα χρόνια στα υγρά σοκάκια της Ξάνθης. Τους πικρούς αποχωρισμούς στο σταθμό του ΚΤΕΛ. Τα βουρκωμένα απογεύματα.

Το μουστάκι που άφησες σου πήγε. Έδωσε χρώμα και ορμή στο παιδικό σου πρόσωπο, σε μεταμόρφωσε τελείως. Στο μήνα πάνω, το ξύρισες. Μοσχοβολούσες, βέβαια, κολόνιες, όμως η λεπίδα είχε ρημάξει την αναπάντεχη ομορφιά σου. Υποτάχθηκες, λοιπόν, κι εσύ. Το μέλος της επιτροπής των ανυπότακτων φοιτητών.

Όσο κι αν τριγυρνάς στο τούρκικα, δεν απαλύνεται η ερημιά. Στη «My Lord»

και στη «Marqee» τα βράδυα σκυφτός. Να σου μιλήσω;

Στρατώνες, σκυλάδικα, φαντάροι, ομίχλη. Το μεγάλο ρολόι. Στα μικρομάγαζα διάχυτο το άρωμα του καφέ. Πάντα θα επιστρέφω, Γιουμουλτζίνα, στους μαχαλάδες σου, στις ευωδιές σου. Σαν τον ξενιτεμένο στο χωριό του, τον άσωτο στον τρυφερό τον πατερούλη. Πάντα θα επιστρέφω στα ρυάκια της θλίψης σου με την πιρόγα του χρόνου…

Επιλέγοντας, «πάντα θα επιστρέφω» λέει ο συγγραφέας προς την Κομοτηνή, την πόλη της εφηβείας του…Πάντα θα επιστρέφω στα ρυάκια της θλίψης σου… όπως επιστρέφουν πολλοί από τότε, μεταξύ αυτών και εκείνοι στους οποίους αφιερούται αυτό το κείμενο…

Ο Γούτας ό,τι περισσότερο πετυχαίνει εξάλλου είναι να περιγράψει με το λαμπρό υποδόρειο χιούμορ του τα συντρίμμια μιας γενιάς που έζησε τη δεκαετία του ογδόντα στην Κομοτηνή κι όπως όλοι πίστευαν τότε ότι το μεγαλύτερο όπλο τους ήταν η πίστη ότι θ’ αλλάξουν τον κόσμο… Μεγαλώνοντας στο μεταξύ ό,τι κέρδισαν ήταν η δυνατότητα ν’ αντιλαμβάνονται ότι παρόλη την προσδοκία δεν άλλαξαν τίποτα… Κι ό,τι κέρδισαν ήταν τα όνειρα κι οι φιλίες κι οι έρωτες στην ανθισμένη μοναξιά του φοιτητόκοσμου αυτής της πόλης…

Κείμενα- επιμέλεια: Τ.Β.

*Ο Παναγιώτης Γούτας γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Δημοσίευσε κατά καιρούς ποίηση και πεζογραφία στα περιοδικά «Τραμ», «Παραφυάδα», «Μπιλιέτο», «Οδός Πανός» και βιβλιοκριτικές στο ένθετο «Πανσέληνος» της εφημερίδας Μακεδονία. Κυκλοφόρησε δύο συλλογές αφηγημάτων.

Κομοτηνή, 3/11/1980

Αγαπημένη φίλη μου Στέλλα,

Σου γράφω από το δωμάτιό μου, στην εστία. Σε σκέφτομαι συχνά και εύχομαι, το συντομότερο, να ανταμώσουμε και να τα πούμε. Η ζωή εδώ, στην Γκατζολία (έτσι λέμε τη Θράκη), κυλά αρκετά καλά. Το φαγητό της λέσχης, μπλιαααχ! Περισσότερο τη βγάζω με σάντουιτς και τοστάκια από την πλατεία. Από διάβασμα, δεν φούλαρα ακόμα τις μηχανές. Έχει ο Θεός, λέω.

Λοιπόν, ξέρεις τι σημαίνει Δ.Π.Θ. ; Δυστυχώς, περάσατε Θράκη. Μας το είπαν κάτι παλιοί, ωραίο ε;

Στελλάκι, πώς τα περνάς; Εδώ έχει ωραία αγόρια, στο πανεπιστήμιο. Κάνουν και «πολιτικό» καμάκι. Γνωρίσαμε με μια φίλη μου κάτι παιδιά απ’ την Αθήνα. Αυτόν που μου δείχνει ενδιαφέρον, τον λένε Μάκη. Λίγο περίεργος τύπος μου φαίνεται και του το παίζω δύσκολη.

Γράψε μου νέα σου από την Κατερίνη. Πέρνα κάνα πρωί απ’ τους γονείς μου, να τους πεις ότι είμαι καλά. Τι γίνεσαι εσύ με τον Σταύρο; Συνεχίζετε; Γράψε μου, φιλενάδα, κι άμα βρεθείς στην Γκατζολία (είπαμε, Κομοτηνή, ντε!), έλα να σε φιλοξενήσω στο δωμάτιό μου, στην εστία.

Η φίλη σου, Φλόρα

Κομοτηνή, 7/12/1980

Αγαπημένη μου φίλη,

Διάβασα σήμερα κάτι πολύ ωραίο στις τουαλέτες του Δημοκρίτειου. «Φύτεψε κι εσύ ένα κνίτη στην αυλή της Σχολής. Μπορείς!» Ωραίο, ε; Ο Κρίμπος το έγραψε, ένας αναρχοαυτόνομος, που χρωστάει δεκαπέντε μαθήματα εδώ και πέντε χρόνια.

Λοιπόν, τα νέα μου εν τάχει. Τα έφτιαξα τελικά με τον Μάκη. Είναι δευτεροετής και με κατατοπίζει και για την παραμικρή λεπτομέρεια στα μαθήματα. Είναι ψηλός, με αραιό γενάκι, αλλά σαν χαρακτήρας αρκετά νευρικός. Κάναμε έρωτα τρεις φορές στο σπίτι που νοικιάζει. Στην εστία δεν τολμώ να τον καλέσω, αν και κάτι απογεύματα τριγυρνά κάτω από το δρόμο και μ’ εκνευρίζει. Ο κύκλος του, ήσυχα παιδιά, ψηφίζουν και ΠΑΣΠ.

Στελλάκι, πρέπει να ζούμε τη ζωούλα μας. Το ‘χω βάλει αμέτι μουχαμέτι να βγάλω τρεις τέσσερις γκόμενους πριν από το τρίτο έτος. Εκεί, λένε, αρχίζουν τα δύσκολα.

Εσύ, τι γίνεσαι, βρε ψυχή; Απ’ αυτά που μου έγραψες τελευταία, κατάλαβα πως περνάς με τον Σταύρο κατάσταση. Στελλάκι, μην τα βάφεις μαύρα. Κοίτα το εαυτό σου. Έξω καρδιά, μωρέ!

Α, ξέχασα να σου πω πως πέρασα Ρωμαϊκό Δίκαιο και Πολιτικές Επιστήμες. Κόπηκα στο Οικογενειακό. Λες τα οικογενειακά μου να μην πηγαίνουν…καλά;

Σε φιλώ. Μου λείπει κάποιες φορές η Κατερίνη.

Μου λείπεις κι εσύ.

Με αγάπη

Φλόρα

Κομοτηνή, 2/2/1981

Στέλλα,

Μόλις γύρισα από το αναγνωστήριο, κλείστηκα στο δωμάτιό μου κι αποφάσισα να σου γράψω. Έχω τις μαύρες μου, φιλενάδα. Χώρισα με τον Μάκη, τόσο σύντομα ήταν όλα. Παράξενο παιδί. Ήθελε να καθόμαστε, κάθε βράδυ, στην ίδια παμπ και ν’ ακούμε Jim Morrison. Έπινε δύο μπίρες και μετά έπρεπε ν’ ανεχτώ όλη τη σαχλοπαρέα του – κάτι φαντάρους από το Μενίδι και κάτι ντόπιους που έκανε παρέα. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το νου μου μήπως παίρνει τίποτα ουσίες. Πολλοί φοιτητές, ξέρεις, γίνονται βαποράκια και φέρνουν «πράμα» από Τουρκία και το διακινούν στην πόλη. Άσε, δεν είμαστε για τέτοια!

Σε πήρα μονότερμα, ρε Στελλάκι, με τα δικά μου, με συγχωρείς. Τώρα το παίζω καλό κορίτσι. Θυμάμαι τις συμβουλές της μαμάς. «Να προσέχεις τις παρέες σου!» Ε, αυτό εφαρμόζω. Οι Αθηναίοι μου είναι απωθητικοί. Λέω να κολλήσω τώρα με τη συγκάτοικό μου – σου έχω μιλήσει για την Τζούλια λίγο φευγάτη, αλλά χρυσή καρδιά – σε Θεσσαλονικιούς. Πιο ξηγημένα παιδιά και πιο ήσυχα. Κάνω τα γλυκά μάτια τώρα σ’ έναν Ορέστη, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Λίγο βαρύς και σοβαρός δείχνει κι, απ’ ότι έμαθα, Θεσσαλονικιός. Ομορφόπαιδο. Πολύ στο χαρτί είναι σκυμμένος, να δούμε…

Χάρηκα που τα ξαναβρήκατε με τον Σταύρο. Λίγο υπομονή με το στρατιωτικό του. μην τον κάνεις και νιώσει αβέβαιος μαζί σου, όσο θα λείπει. Μην κοιτάς εμένα, είμαι τρελή – το ξέρω ότι το ξέρεις, μην φωνάζεις!

Λοιπόν, το σύνθημά μου αποδώ και στο εξής: «Be good company» (βλέπε Queen, και γαμώ τα συγκροτήματα!).

Σε φιλώ

Φλόρα

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.