Η ποιοτητα του δομημενου περιβαλλοντος αξιζει να πληρωθει
Η ποσότητα είναι αντίστοιχη της εκάστοτε ζήτησης που υπάρχει. Εκτείνεται η πόλη και ο ρυθμός ανάπτυξής της είναι υψηλός. Μερικές γενικές αρχές που τις έχουμε σαν ΤΕΕ. Η Ξάνθη σαν πόλη ακολούθησε τη λογική δόμησης της εμπορικής κατοικίας. Η λογική δόμησης της περιόδου εκείνης αλλά και σήμερα είναι κυρίως εμπορικής μορφής. Είναι πάρα πολύ λίγες οι κατοικίες που έγιναν από ιδιώτες, που έχουν δηλαδή τη σφραγίδα των αναγκών και του γούστου του ιδιώτη. Εξαιρέσεις μπορούμε να μετράμε. Από κει και πέρα η κατασκευή και η μεγάλη της μάζα είχε να κάνει με τα τετραγωνικά που μπορούσε να πουλήσει ο εκάστοτε κατασκευαστής στην τιμή της αντίστοιχης περιόδου. Υπ’ αυτή την έννοια έχει αναπτυχθεί μία μαζική δόμηση η οποία σίγουρα δεν εξασφαλίζει ιδιαίτερη αισθητική. Από την άλλη μεριά οι υψηλοί συντελεστές δόμησης σε συνδυασμό με τα πολύ μικρά οικόπεδα δημιουργούν σημαντικές δεσμεύσεις στον εκάστοτε μελετητή για να δημιουργήσει κάτι διαφορετικό. Θα έπρεπε να είχε αναπτυχθεί μία άλλη φιλοσοφία δόμησης στις επαρχιακές πόλεις, αυτή που άρχισε να υλοποιείται από το 1983 η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε. Ήταν μια άλλη προσέγγιση… Τώρα γίνονται καινούριες προσπάθειες ολοκλήρωσης Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων και θεωρούμε ότι με τους καινούριους, μειωμένους συντελεστές δόμησης που συνήθως εισάγονται στις επεκτάσεις των πόλεων, να δημιουργηθούν περιοχές τουλάχιστον που να έχουν καλύτερες συνθήκες δόμησης. Η Ξάνθη, δομήθηκε με τους περιορισμούς που είχε, αναγκαστικά όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα. Ήταν αποτέλεσμα οικοπέδων, Νόμων δόμησης, αγοράς και κατ’ επέκταση των μηχανικών που ήταν ενταγμένοι σ’ όλη αυτή τη διαδικασία.
ΚτίΖω: Ο κόσμος των πολιτικών μηχανικών που εμπλέκεται άμεσα στην υλοποίηση δεν αντιστάθηκε… Με πρόταση. Συνυφασμένο είναι αυτό του φαινομένου απρόσωπων έργων… Που δεν φέρουν σφραγίδα και υπογραφή, ειδικά τα δημόσια. Εικόνα ισοπεδωτική είναι αυτή, όπου ακόμη και οι επιστήμονες λειτουργούν σα γρανάζια ενός μηχανισμού στον οποίο όλοι είναι υπεύθυνοι και όλοι ανεύθυνοι… Ποιος είναι ο ρόλος του πολιτικού μηχανικού σ’ όλο αυτόν τον μηχανισμό;
Αργύρης Πλέσσιας: Την προσωπική μου άποψη θα καταθέσω: είμαι από τους μηχανικούς που θεωρούν ότι τις μεγαλύτερες ευθύνες για τα τεχνικά ζητήματα τις έχουμε εμείς οι μηχανικοί. Ξεκινώντας μ’ αυτή τη λογική, λοιπόν, σαφώς αναγνωρίζω το σημαντικό μερίδιο ευθύνης που έχουμε σα μηχανικοί. Από την άλλη μεριά δεν μπορώ να πω «…εσύ το σχεδίασες μέσε μηχανικέ και επειδή προσπάθησες να εξαντλήσεις τα ευεργετήματα που δίνει ο Νόμος για τον ιδιοκτήτη, δημιουργώντας συνεπώς χειρότερο περιβάλλον, φταις εσύ!» Αν δεν το έκανε ο μέσος μηχανικός Α΄ θα το έκανε ο μέσος μηχανικός Β΄. Διότι όλη αυτή η ιστορία είχε σημαντικό οικονομικό αντίκρισμα από τη διαδικασία της αντιπαροχής. Για τον ιδιοκτήτη. Η ευθύνη των μηχανικών, ως μέλη της κοινωνίας πλέον, είναι ότι δεν μπορέσαμε να ενστερνιστούμε και να περάσουμε ίσως σε μεγάλο μέρος του κόσμου, μια περιβαλλοντική αντίληψη για το δομημένο περιβάλλον ώστε να πείσουμε ότι και η ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος είναι ένας παράγοντας που αξίζει να τον πληρώσουμε. Έστω μειώνοντας το οικονομικό μας κέρδος. Αν και δεν είμαι πεπεισμένος ότι θα ήταν εύκολο να περάσει μια τέτοια πρόταση. Τελευταία, βέβαια, καλλιεργείται ιδιαίτερα.
ΚτίΖω: Ποιες οι προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης της Ξάνθης; Δεν είναι ήδη μία κορεσμένη πόλη;
Α.Π.: Η δομή τού βασικού ιστού, δηλαδή του παλιού Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, δεν μπορεί να τροποποιηθεί σημαντικά, υπό την έννοια ότι υπάρχουν συντελεστές δόμησης, συγκεκριμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς, όλα είναι δεδομένα, άρα, στην κατεύθυνση εκείνη θα κινηθούμε. Από κει και πέρα με το ΓΠΣ που εισάγεται τώρα και την τροποποίησή που συζητάμε, προτείνονται χρήσεις για καινούριες περιοχές περιμετρικά της πόλης. Οι νέες επεκτάσεις θα πρέπει να ιδωθούν με μια τελείως διαφορετική λογική. Οι μελέτες πολεοδόμησης των καινούριων περιοχών, όταν αυτές ανατεθούν, θα πρέπει να λάβουν υπόψιν τη δυνατότητα να δημιουργηθούν περιοχές με ένα διαφορετικό προφίλ. Που να έλκουν τον άνθρωπο να επενδύσει κάποιο σημαντικό κομμάτι της ζωής του εκεί. Άλλωστε οι μέχρι τώρα επεκτάσεις που έγιναν ήταν αναγκαστικές, δεν ακολούθησαν κάποιο σχεδιασμό. Πρακτικά ήταν άναρχη η εξέλιξη.
ΚτίΖω: Πώς ερμηνεύετε το φαινόμενο ότι έχουμε πλειοδοτήσει στο έπακρο ως χώρα τα αρνητικά στοιχεία τού εισαγόμενου δυτικού μοντέλου τής κάθετης δόμησης;
Α.Π.: Πολλά πράγματα έγιναν αρνητικά. Το να μηδενίζουμε ή να υπερτιμούμε τα πράγματα δεν είναι για μένα η σωστή προσέγγιση. Όντως η Ευρώπη, αν τη δούμε σαν σύνολο, γιατί κάθε χώρα και κάθε πόλη ακόμη ακόμη, έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, είχε σαφώς καλύτερη λογική ανάπτυξης των πόλεών της. Η Ελλάδα δεν είχε μεταπολεμικά τουλάχιστον, τέτοια δομή ανάπτυξης των πόλεων. Θεωρώ ότι ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης της περιόδου εκείνης. Μην ξεχνάμε ότι η Ευρώπη βγήκε από έναν πόλεμο πενταετίας αλλά με σημαντικές στηρίξεις εξωτερικές και οι οποίες σε συνδυασμό με τη δουλειά που έγινε δημιούργησαν συνθήκες οικονομικής ισχυροποίησης και περαιτέρω ανάπτυξης ενώ η Ελλάδα είχε δεκαετή αιμορραγία – από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο – που σημαίνει ότι τα οικονομικά της δεδομένα ήταν σε πολύ δυσμενέστερη κατάσταση κατά την αντίστοιχη περίοδο από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο Νόμος της αντιπαροχής που αρεσκόμαστε πολλές φορές να λέμε ότι ήταν καταστροφικός για τη δόμηση, ήταν γέννημα της περιόδου εκείνης. Δημιούργησε σημαντική αστυφιλία η οποία όμως ούτως ή άλλως θα συνέβαινε. Η ανάγκη για την ανύψωση των πόλεων υπήρξε αποτέλεσμα της πίεσης ενός μεγάλου πληθυσμού της κατεστραμμένης υπαίθρου να έρθει, για να φυτοζωήσει έστω, στα αστικά κέντρα και πρωτίστως στην Αθήνα. Από αυτή την ανάγκη ανύψωσης των αστικών κέντρων κάποιοι ντόπιοι ωφελήθηκαν σημαντικά. Αυτό το όφελος το διατήρησαν και το ισχυροποίησαν εν συνεχεία. Όλο αυτό το σύστημα δημιούργησε το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο. Η αλήθεια είναι ότι έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες ερμηνείας αυτού του φαινομένου από το Τεχνικό Επιμελητήριο, από επιστήμονες χωροτάκτες που έχουν εντρυφήσει φιλοσοφικά πάνω στο θέμα… Αυτό που μπορώ να κάνω εγώ είναι να μεταφέρω τον προβληματισμό…
ΚτίΖω: Πώς θα μπορούσε να παρέμβει κανείς διορθωτικά στο σημερινό δομημένο αστικό περιβάλλον για να το βελτιώσει;
Α.Π.: Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, η ανάπλαση και η ωραιοποίηση μιας κατάστασης, μόνο με ειδικές συνθήκες – που δεν θα υπάρξουν στην Ξάνθη – μπορεί να γίνει. Στην Αθήνα ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, για πολιτικές δηλαδή συνθήκες, ορισμένες διαδρομές μπήκαν σε ένα πρόγραμμα αναπλάσεων… Όπου έρχεται η Πολιτεία και πληρώνει ένα τμήμα του κόστους. Αλλά είναι αδύνατον να ζητήσουμε για μια επαρχιακή πόλη αναπλάσεις ή αναμορφώσεις αισθητικής κάποιων πραγμάτων, από τη στιγμή που θα πρέπει το οποιοδήποτε κόστος να το αναλάβει ο ιδιώτης από τη μια μεριά και από την άλλη θα πρέπει όλες οι παρεμβάσεις να ενταχθούν σε μια συνολική αναβάθμιση όπου είναι πρακτικά ανέφικτο να υπάρξει συμφωνία στο εσωτερικό μιας πολυάριθμης ομάδας ιδιοκτητών π.χ. ενός δρόμου για το τι πρέπει να γίνει και πώς πρέπει να γίνει… Έπειτα, θεωρώ ότι πριν φθάσουμε να λέμε ότι πρέπει ν’ αλλάξουμε τις όψεις, στην Ξάνθη υπάρχουν και άλλες αναγκαιότητες, όπως οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις λόγου χάρη.
ΚτίΖω: Μήπως έχουμε αντιληφθεί κι εφαρμόσει εμείς στρεβλά τα πράγματα; Υπάρχει η θεωρία ότι η κάθετη δόμηση είναι αυτή που μπορεί να φέρει εγγύτερα τους ανθρώπους και να ακυρώσει την αναγκαιότητα του αυτοκινήτου σε αντίθεση με την οριζόντια όπου οι αποστάσεις μεγαλώνουν εκ των πραγμάτων. Μήπως δεν είναι αυτή καθεαυτή η κάθετη δόμηση ένοχη – παρόλο που την έχουμε ενοχοποιήσει – αλλά η δική μας κουλτούρα, εγκλωβισμένη σε στερεότυπα π.χ. της χρήσης του αυτοκινήτου, που την καθιστά ενοχλητική έως και αποκρουστική; Τι είναι τελικά αυτό που φταίει;
Α.Π.: Μπαίνουμε σ’ ένα κοινωνιολογικό ζήτημα που όμως έχει τα τεχνικά του χαρακτηριστικά. Και υπ’ αυτή την έννοια, τα ζητήματα αυτά έχουμε φθάσει να τα προσεγγίζουμε στο πλαίσιο μιας διεπιστημονικής προσέγγισης. Η προσέγγιση του «πανεπιστήμονα» έχει σβήσει… Το μοντέλο της κάθετης δόμησης με τα χαρακτηριστικά τα οποία βάζετε, κοινωνιολογικά τουλάχιστον δεν αποδεικνύει τη σύσφιξη των διαπροσωπικών σχέσεων. Έχουμε χαμηλότερο δείκτη προσέγγισης των ανθρώπων σε μια εξαόροφη πολυκατοικία απ’ ό,τι στον παλιό απλωμένο αστικό συνοικισμό. Άρα αυτό έχει να κάνει με τις περιόδους τις οποίες ζούμε και όχι με το μοντέλο της κάθετης ή της οριζόντιας δόμησης. Στη σημερινή περίοδο η εξέλιξη της ηλεκτρονικής επικοινωνίας δημιουργεί συνθήκες μη «συν – κοινωνίας» των ανθρώπων. Υπ’ αυτή την έννοια δεν νομίζω ότι το μοντέλο της κάθετης δόμησης, με τα χαρακτηριστικά που είπατε, θα μας έλυνε το πρόβλημα. Έχει όμως μία εφαρμογή η οποία προϋποθέτει την εξαρχής δημιουργία μιας πόλης: συγκεκριμένες δραστηριότητες (εργασίας, κατοικίας, κ.λ.π.) που επικοινωνούν μεταξύ τους με αρχικά συστήματα και δεν έχουν καμία δέσμευση. Όταν όμως αυτό το μοντέλο πάμε να το εφαρμόσουμε σε ήδη δομημένες πόλεις που έχουν τις δεσμεύσεις τους, δεν είναι τόσο απλό να γίνει… Και ακριβώς επειδή δεν μπορεί να γίνει, καταλήγει προβληματική. Η λειτουργία, πάντως, της διασύνδεσης των ανθρώπων και ιδιαίτερα στις μικρές πόλεις όπως είναι η Ξάνθη που είναι δομημένη πάνω στη χρήση του αυτοκινήτου, έχει δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα. Είναι ζήτημα συνείδησης, που πιστεύω ότι πρέπει να την περάσουμε στον πολίτη και οι μηχανικοί – συγκοινωνιολόγοι αλλά κυρίως οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είτε με την πειθώ είτε με την επιβολή μέτρων εάν δεν υπάρχει δυνατότητα πειθούς. Οι εξελίξεις της τελευταίας εικοσαετίας για την Ευρώπη, περιλαμβάνουν τη λήψη πολύ σκληρών μέτρων για τη χρήση των αυτοκινήτων στα κέντρα των πόλεων. Αυτό σημαίνει «ρήξεις».
ΚτίΖω: Αν ήταν στο χέρι σας να κάνετε παρεμβάσεις και είχατε την παντοδυναμία γι’ αυτό, τι είδους θα κάνατε για να αλλάξετε προς το καλύτερο την Ξάνθη;
Α.Π.: Κοιτάξτε, αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί και να διατυπώσουμε και μια πρόταση η οποία να στέκει… Πραγματικά θα ήταν έωλο να πω τρεις ή πέντε προτάσεις, γιατί δεν είναι ζητήματα τα πολεοδομικά τέτοια που να χωρούν ένα σχεδιασμό τριών ή πέντε προτάσεων. Πρέπει να γίνει μια συνολική μελέτη, να λάβει υπόψιν της όλους τους παράγοντες – και εδώ είναι η διεπιστημονική προσέγγιση – η οποία θα έχει να λύσει ζητήματα κυκλοφοριακού, μέσων μαζικής επικοινωνίας, μέσων μεταφοράς, ανάπτυξης χώρων αθλητισμού, διοίκησης, οικονομικών δραστηριοτήτων, κλπ., και έχοντας καταγράψει πλέον την υφιστάμενη κατάσταση και τις αναγκαιότητες που έχει μια πόλη του συγκεκριμένου προφίλ της Ξάνθης, και εφόσον «δίνετε» την παντοδυναμία θα επαναχάραζε την πόλη… Από τη στιγμή όμως που έχουμε συγκεκριμένες δεσμεύσεις, θα πρέπει η μελέτη αυτή να καταγράψει και τις δεσμεύσεις αλλά και τους πόρους που είναι διαθέσιμοι για παρεμβάσεις.
ΚτίΖω: Να το κάνουμε λιγάκι πιο απλό; Λείπει, λόγου χάρη, το χρώμα; Λείπει η συμμόρφωση σε κάποιους κανόνες; Θα βοηθούσε στη βελτίωση της αισθητικής τού αστικού μας περιβάλλοντος το να βλέπουμε γύρω μας όταν κινούμαστε μέσα σ’ αυτό; Πιστεύω πως αν «βλέπαμε» πραγματικά τους εξωτερικούς χώρους που μας περιβάλλουν στην καθημερινότητά μας, πόσο απωθητικοί είναι, θα κάναμε κάτι για να τους βελτιώσουμε…
Α.Π.: Αυτό που βάζετε ως θέμα είναι η αισθητική τού καθενός μας… Κανένας δεν μας εμποδίζει να βάλουμε πράσινο, λουλούδια ή χρώμα στο μπαλκόνι μας. Είναι όμως θέμα κουλτούρας. Και αυτό που μας περιβάλλει στο αστικό περιβάλλον, το εξωτερικό του σπιτιού μας, εκφράζει το σημερινό άνθρωπο. Αυτόν αποτιμά και τον ψυχισμό του.
ΚτίΖω: Για το χώρο των μηχανικών και αρχιτεκτόνων είναι ζήτημα προς επίλυση τα επαγγελματικά δικαιώματα. Η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος θεωρείτε ότι έχει τη σκοπιμότητά της και ποια είναι αυτή;
Α.Π.: Δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο επαγγελματικών δικαιωμάτων και αυτό είναι ένα σοβαρό ζήτημα. Το υφιστάμενο πλαίσιο είναι προσαρμοσμένο στα Προεδρικά Διατάγματα του 1928, του 1932, τότε που η γνώση μπορούσε να παρασχεθεί από έναν μηχανικό που ήταν ταυτόχρονα και στατικός και αρχιτέκτονας. Σήμερα, στην περίοδο της εξειδίκευσης, της βαθύτερης γνώσης των διαφόρων τομέων, της διεπιστημονικής προσέγγισης, είναι απαράδεκτο να έχουμε μία σύγχυση επαγγελματικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για μία λάθος προσέγγιση που ούτε οι μηχανικοί ούτε η Πολιτεία έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν. Δυστυχώς από λόγους οικονομικούς και συμφερόντων, αυτή η αναγκαία διάκριση, του τι έχουμε σπουδάσει ο καθένας, δεν είναι φανερή πλέον στην πράξη. Έχουμε τέτοιας μορφής επαγγελματικά δικαιώματα που μπορούμε να κάνουμε λίγο απ’ όλα. Και είναι λάθος αυτό.
ΚτίΖω: Μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται στη ρίζα αυτού που περιγράψατε ως «αναγκαίο κακό»;
Α.Π.: Κοιτάξτε, όλα αυτά συντελούν. Εδώ όμως θα μπορούσε να δώσει διέξοδο η αγορά. Ήδη στις μεγαλύτερες πόλεις υπάρχει πλέον η απαίτηση διαχωρισμού των ειδικοτήτων. Και η απαίτηση έρχεται από τον λήπτη του προϊόντος στο πλαίσιο του ανταγωνισμού παροχής υπηρεσιών με όλο και υψηλότερη ποιότητα, που αναπτύσσεται.
Μαρία Β. Μπόντη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
