«Η παρεμβαση του Δικηγορικου Συλλογου πρεπει να ειναι καιρια και αμεση σε οποιο κοινωνικο προβλημα»

Στην τελική ευθεία οι εκλογές των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας που διεξάγονται την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου. Υποψήφιοι για το Δικηγορικό Σύλλογο Ροδόπης ο Γιώργος Κιμπαρίδης, η Γεωργία Μαραγκού – Φακιρίδου και ο νυν πρόεδρος Ηρακλής Χατζηνέστωρος. Λίγο πριν τις εκλογές λοιπόν και οι υποψήφιοι μιλούν στον ΠτΘ, για την κατάσταση στο χώρο της δικαστικής εξουσίας, τα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζει ο νομικός κόσμος της χώρας, ενώ συγχρόνως δίνουν και το στίγμα των κινήσεών τους στην τριετία που έρχεται.Αρχής γενομένης λοιπόν με το Γιώργο Κιμπαρίδη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Σύλλογου Ροδόπης. Να σημειωθεί ότι κ. Κιμπαρίδης είναι επικεφαλής του συνδυασμού «Ενότητα – Προοπτική Δικηγόρων» με υποψηφίους συμβούλους την Ειρήνη Βοϊτσίδου, τον Δημήτριο Δημητριάδη, τον Χαλήλ Μουσταφά, τον Ευστράτιο Οικονόμου, τον Νικόλαο Σπύρου, την Ελισάβετ Τσιτσιγιάννη, τον Μουσταφά Χασάν, την Ιωάννα Χατζηαντωνίου και τον Βασίλειο Χουρμουζίδη

Η δικαιοσύνη έχει μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κοινωνικού κλίματος

ΠτΘ: κ. Κιμπαρίδη, εκείνο το οποίο όλοι μαθαίνουμε στα σχολειά μας είναι ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη των άλλων. Τελευταίως όμως και από τους ίδιους τους λειτουργούς της δικαιοσύνης ακούγονται σχόλια για εγκλωβισμό της από την εκτελεστική εξουσία. Ποια είναι η άποψή σας;

Γ.Κ:
Πραγματικά πολλές φορές αυτό το οποίο συμβαίνει και απηχεί στα μάτια των πολιτών είναι ότι η δικαιοσύνη δεν έχει την εικόνα που παρουσιάζετε εσείς με την ερώτησή σας. Δηλαδή είναι μια ανεξάρτητη αρχή, αποδίδεται δίκαιο και ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής σε μια δημοκρατική χώρα. Πιστεύω ότι στις μέρες μας αποδείχτηκε πλέον ότι και οι δικαστές δεν μπορούν να μένουν στο απυρόβλητο. Αυτό σημαίνει ότι πολλές περιπτώσεις που δημοσιεύονται και κατά κόρον βλέπουμε στις εφημερίδες, απηχούν ακριβώς την εποχή μας. Θα έλεγα ότι η φράση «κάθε πέρσι και καλύτερα» είναι χαρακτηριστική για να μπορέσει να αποδώσει το κλίμα, το οποίο επικρατεί σήμερα στην κοινωνία. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, μέσα σε μια κοινωνία, όπου γενικότερα επικρατεί πτώση των αξιών, όπου γενικότερα προβλήματα αξιοπιστίας ταλανίζουν τον κόσμο, να μένει έξω η δικαιοσύνη. Υπ’ αυτήν, λοιπόν, την έννοια και η δικαιοσύνη έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κλίματος αυτού, έτσι όπως συμπεριφέρεται σε πολλές από τις αποφάσεις της. Θα ήθελα όμως να πω ότι αυτό το μερίδιο ευθύνης αφορά ένα μικρό και μόνο κομμάτι της. Υπάρχουν Έλληνες δικαστές έντιμοι, οι οποίοι κάνουν με τον καλύτερο τρόπο τη δουλειά τους και θα έλεγα ότι στη δική μας εφετειακή περιφέρεια, όπου λειτουργούν εφέτες, ανώτεροι δηλαδή δικαστές, καθημερινά αποδεικνύουν με την εργασία τους ότι υπερβαίνουν ακόμη και τις ανάγκες του μέσου ανθρώπου για να μπορέσουν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Αυτό βεβαίως σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται ότι μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Δηλαδή ο φόρτος εργασίας σε κοινούς θνητούς έχει τα ίδια αποτελέσματα για όλους, είτε αυτός είναι δικαστής είτε επαγγελματίας. Θεωρώ λοιπόν ότι στο χώρο της δικαιοσύνης θα πρέπει να υπάρξει άνεση που θα δοθεί από το κράτος ώστε όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται στο χώρο αυτό να μπορούν να προσφέρουν με καλούς όρους την εργασία τους.

ΠτΘ: Ένα θέμα το οποίο θίγει και ο εδώ Δικηγορικός Σύλλογος, αλλά και ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Σύλλογου Αθηνών, αφορά στο θέμα της καθυστέρησης απονομής δικαιοσύνης. Τι φταίει κ. Κιμπαρίδη;

Γ.Κ:
Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως. Αυτό το οποίο εμείς θέλουμε, για να μπορέσουμε να έχουμε επιτάχυνση της διαδικασίας της απονομής δικαιοσύνης είναι να υπάρχουν δικαστές, οι οποίοι με ευχέρεια να μπορούν να εκδίδουν αποφάσεις. Όταν λοιπόν βλέπουμε ότι οι δικαστές στο Εφετείο της Θράκης δεν επαρκούν, για να μπορέσουν οι ίδιοι με σωστή εργασία και κάνοντας χρήση βέβαια των σωστών νομικών τους γνώσεων να εκδώσουν αποφάσεις, διότι ο φόρτος είναι τόσο μεγάλος που δεν προλαβαίνουν, εκεί πλέον υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα της καθυστέρησης. Θα έλεγα λοιπόν ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική δικαιοσύνη είναι αλληλένδετα. Είναι δηλαδή μια αλυσίδα που κάθε κρίκος της πρέπει να είναι τόσο γερός, ώστε να έχουμε το συνολικό αποτέλεσμα. Αυτό, λοιπόν, που λέει και ο κ. Παξινός για την απονομή της δικαιοσύνης αφορά στο ότι δεν υπάρχει στελέχωση και αυτό δημιουργεί σοβαρά προβλήματα, – και δεν θα το εντοπίσω μόνο στο θέμα των δικαστών, αλλά και στο θέμα της γραμματειακής υποστήριξης.

ΠτΘ: Κάτι που εδώ και καιρό το τονίζετε…

Γ.Κ:
Είναι το παράπονό μας γιατί, όπως καταλαβαίνετε, μια υπόθεση η οποία χρονίζει όσον αφορά στην δικαστική της εξέλιξη, παύει να έχει ουσία στο τέλος, όταν βγαίνει η απόφαση. Είχαν γίνει προσπάθειες με την τροποποίηση του Κώδικα έτσι ώστε να επιταχυνθεί αυτή η διαδικασία και η απονομή της δικαιοσύνης να είναι άμεση. Όμως δεν αρκούν μόνο οι νομοθετικές ρυθμίσεις. Γενικότερα γνωρίζετε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν προβλήματα που αφορούν στη στελέχωση πολλών υπηρεσιών. Υπάρχουν υπηρεσίες που έχουν υπεράριθμους υπαλλήλους, αλλά και υπηρεσίες, οι οποίες, αν και σημαντικές, δεν έχουν τον επαρκή αριθμό υπαλλήλων για να μπορέσουν να στηρίξουν το οικοδόμημά τους. Υπό αυτήν την έννοια, εγώ θα έλεγα ότι εντοπίζεται η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης στην αριθμητική επάρκεια των δικαστών, οι οποίοι υπηρετούν σήμερα στην Ελλάδα. Δεν χρειαζόμαστε, και το έχω πει πολλές φορές, κτίρια, τα οποία είναι όμορφα μόνον, πρέπει να έχουν ζωή και μέσα τους. Και η ζωή είναι οι δικαστές, οι άνθρωποι. Σε ένα πολύ παλιό δικαστικό μέγαρο, το οποίο είχαμε προγενέστερα λειτουργούσε η δικαιοσύνη και μάλιστα με πολύ καλό τρόπο. Άρα λοιπόν δεν είναι θέμα κτιριακής υποδομής αλλά έμψυχου δυναμικού. Αυτή είναι η ουσία της ταχύτητας της απονομής, την οποία όλοι επιθυμούμε, αλλά δεν βλέπουμε.

ΠτΘ: κ. Κιμπαρίδη, όταν αρρωσταίνουν οι θεσμοί αυτό έχει αντίκτυπο και στον πολίτη. Η δικαιοσύνη προστατεύει τον πολίτη. Πώς προστατεύεται όμως με όλα αυτά ο πολίτης; Πώς μπορεί να βρει το δίκιο του;

Γ.Κ:
Σήμερα η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που έχει νομικό πολιτισμό και μάλιστα είναι μια χώρα που συμβάλλει τα μέγιστα στη διαμόρφωση ενός δικαίου, το οποίο θα διέπει όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες. Η συμβολή μας ήταν πολύ μεγάλη στη σύνταξη του Ευρωσυντάγματος και γενικότερα η παρουσία μας ως χώρα στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι συνεχής και νομίζω επαρκής τουλάχιστον για τον πληθυσμό της χώρας μας. Οι θεσμοί αρρωσταίνουν από τους ανθρώπους, όμως η έννομη προστασία που παρέχεται στον πολίτη δεν περιορίζεται στα στενά όρια της Ελλάδος. Ο πολίτης έχει το δικαίωμα πλέον να δηλώσει το πρόβλημά του και να προσφύγει στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια. Με αυτό, λοιπόν, το σκεπτικό θα έλεγα ότι οι πολύ σημαντικές υποθέσεις, για τις οποίες τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε ένα ανώτατο δικαστήριο να αποφασίζει σε επίπεδο Ευρώπης, ήταν αυτές οι οποίες σταμάταγαν στον τελευταίο βαθμό. Σήμερα όμως πλέον θεωρώ ότι έχουμε ξεφύγει από τα στενά όρια που μας θέτει το κράτος. Η ασφάλεια την οποία μπορεί να νιώσουν οι πολίτες είναι τέτοια που να προσφύγουν, αν νομίζουν ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Τη φράση «όταν αρρωσταίνουν οι θεσμοί τα πράγματα δεν πάνε καλά» την άκουσα και από τα χείλη του αρχιεπισκόπου. Αυτό το οποίο βλέπουμε εμείς τουλάχιστον ως νομικοί, – δεν μπορούμε, βέβαια, να μπούμε στα εσώψυχα των διοικούντων ή των θεσμών, έτσι όπως τίθεται σ’ αυτή τη φράση, – είναι ότι η παρέμβαση του Δικηγορικού Σύλλογου πρέπει να είναι καίρια και άμεση σε όποιο κοινωνικό πρόβλημα ή και σε όποια απόφαση νομίζουμε ότι αδικεί τον πολίτη. Αυτό σαν γεγονός δεν θα ξενίσει κανένα. Μάλιστα, θα έλεγα ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος και γενικότερα η νομική επιστήμη, η οποία λέγεται «επιστήμη των επιστημών», μπορεί να παρεμβαίνει σε κάθε θέμα, να έχουμε λόγο, να έχουμε κοινωνικές παρεμβάσεις όχι πολιτικές, γιατί οι πολιτικές παρεμβάσεις κινούνται σε άλλη σφαίρα, όμως μπορούμε με το λόγο μας, με τις πράξεις μας, με την καθημερινότητά μας, να υποδείξουμε τρόπους νέας κουλτούρας, αυτήν δηλαδή την οποία εμείς επιθυμούμε. Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για την οικολογία. Πιστεύω ότι σαν Δικηγορικός Σύλλογος δεν έχουμε κάνει κάτι πάνω σε αυτό. Γενικότερα, σ’ αυτό το οποίο απασχολεί την κοινωνία και τους πολίτες της ο Δικηγορικός Σύλλογος έχει άμεση σχέση και έχει λόγο, ο οποίος ουσιαστικά διαμορφώνει και την κοινή γνώμη.

Εξωστρέφεια Δικηγορικού Σύλλογου

ΠτΘ: Είναι γεγονός ότι ο πρώην Πρόεδρος του Δικηγορικού Σύλλογου Ροδόπης ο κ. Πεταλωτής κατόρθωσε ώστε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ροδόπης να βγει προς την κοινωνία. Είστε υποψήφιος. Αν εκλεγείτε θα συνεχίσετε αυτό το έργο;

Γ.Κ:
Είναι δεδομένο ότι ο κ. Πεταλωτής, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος του Δικηγορικού Σύλλογου για δύο τετραετίες, αυτό το οποίο πραγματικά κατάφερε από την πρώτη στιγμή της εκλογής του είναι να βγάλει από την εσωστρέφεια το Δικηγορικό Σύλλογο. Η εσωστρέφεια αυτή είχε να κάνει με το γεγονός ότι αντιμετωπιζόταν μόνο ζητήματα που αφορούσαν στενά στους δικηγόρους. Ήταν λοιπόν πολύ σωστή, κατά την άποψή μου, η στάση ζωής που κράτησε ο Γιώργος Πεταλωτής, ώστε να μπορέσει να εμφανίσει το κοινωνικό πρόσωπο του Δικηγορικού Σύλλογου. Είχα και εγώ αυτή την άποψη και τη συμμερίζομαι και σήμερα ως υποψήφιος του Δικηγορικού Σύλλογου Ροδόπης και θεωρώ ότι αυτή η στάση ζωής με αντιπροσωπεύει απόλυτα. Δεν θα ήταν δική μου ιδεολογική τοποθέτηση το άνοιγμα του Δικηγορικού Σύλλογου, αν από τη φύση μου ήμουν άνθρωπος, ο οποίος δεν ήθελε να συζητά τα προβλήματα. Τα προβλήματα όμως μπορούν να επιλυθούν και με τη συζήτηση και με την προβολή και πολλές φορές η προβολή των μέσων είναι αυτή, η οποία «απειλεί» ουσιαστικά αυτούς που λαμβάνουν κάποιες αποφάσεις, οι οποίες μας θίγουν και μ’ αυτό τον τρόπο νομίζω ότι θα αποτελέσει και δικό μου όραμα η πολύ καλή σχέση με τα μέσα και την κοινωνία.

Ασφαλιστικό και δικηγόροι

ΠτΘ: Η συγκεκριμένη περίοδος, κ. Κιμπαρίδη, είναι πολύ δύσκολη, ενόψει του ασφαλιστικού. Λέγεται ότι οι νέοι δικηγόροι, αν θα πάρουν σύνταξη, αυτή θα είναι 600 ευρώ ή ίσως και λιγότερη. Ποια είναι η τοποθέτησή σας επί του θέματος;

Γ.Κ:
Αν θέλετε να μιλήσω ως επικεφαλής υποψήφιος πρόεδρος συνδυασμού σ’ αυτό το ζήτημα, αλλά και ατομικά ως δικηγόρος, θα έλεγα ότι αυτό το οποίο ακολουθούμε είναι οι αποφάσεις της Ολομέλειας των δικηγόρων. Οι αποφάσεις μας σχετικά με το ασφαλιστικό νομοσχέδιο έχουν να κάνουν έως τώρα, αλλά και τα προηγούμενα χρόνια, σχετικά με τη νομοθέτηση της χορήγησης των συντάξεων με βάση κάποιους υπολογισμούς. Σύμφωνα μ’ αυτούς τους υπολογισμούς, οι δικηγόροι οι οποίοι διορίστηκαν μετά το 1993 έχουν συντάξεις πείνας. Αυτό από μόνο του ως γεγονός μας έκανε, αυτά τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, να τείνουμε προς την πορεία εξεύρεσης μιας λύσης. Πολλές φορές, ξέρετε, οι πολιτικές αποφάσεις, είτε αυτές ανήκουν σ’ ένα παραταξιακό χώρο ή κάποιον άλλο, ταυτίζονται, διότι εξυπηρετούν μια συγκεκριμένη πολιτική, η οποία πηγάζει και από τις γενικότερες τάσεις που υπάρχουν στην Ευρώπη. Εμείς, λοιπόν, ως δικηγόροι αποφασίσαμε να καλύψουμε αυτό το handicap που υπάρχει στις συντάξεις των νέων συναδέλφων. Σας γνωρίζω ότι ήδη, με μία πρώτη κίνηση που απετέλεσε και απόφαση της Ολομέλειας, δημιουργήθηκε ένας λογαριασμός, ένα ταμείο για τους νέους δικηγόρους, οι οποίοι θα συμβάλλουν μηνιαία, έτσι ώστε να απολαμβάνουν τις συντάξεις τις οποίες θα παίρνουμε εμείς. Βέβαια, μη φανταστείτε ότι ο κλάδος των δικηγόρων έχει πολύ υψηλές συντάξεις.

ΠτΘ: Θεωρείται, όμως, κλάδος υψηλά αμειβόμενος…

Γ.Κ:
Δεν είναι αλήθεια. Ειδικά στη σημερινή οικονομική συγκυρία, κυρίως οι δικηγόροι θεωρώ ότι δεν έχουν αυτό το οικονομικό status που είχαν παλιότερα και αυτό οφείλεται και σε θέματα υπερπληθωρισμού. Τα κάστρα του λειτουργήματος του δικηγόρου και του γιατρού έχουν πέσει πλέον και αυτό σημαίνει ότι οι αμοιβές, και γενικότερα η οικονομική κατάσταση των ανθρώπων που κινούνται σ’ αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες, έχουν πλέον πάψει να υφίστανται ως οι πολύ καλά αμειβόμενες. Όταν λέμε για υψηλά αμειβόμενους δικηγόρους, δεν εννοούμε τα τρία περίπου μεγάλα Δικηγορικά γραφεία. Σας γνωρίζω ότι η πλειοψηφία των δικηγόρων ζει με την αγωνία της επιβίωσης και είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό να ακούγεται από έναν υποψήφιο πρόεδρο. Ένας, λοιπόν, από τους λόγους για τους οποίους σκέφθηκα ότι θέλω να προσφέρω στους συναδέλφους μου, τόσο στους νέους όσο και στους παλιότερους, διότι ξέρετε η οικονομική κρίση δεν είναι επιλεκτική σ’ αυτούς τους οποίους θα προσεγγίσει, αλλά προσεγγίζει και ανθρώπους που μέχρι πρότινος ήταν σε πολύ καλή οικονομική θέση, άρα λοιπόν δεν μπορούμε να μιλούμε για πολύ καλή οικονομική κατάσταση των δικηγόρων. Μπορούμε να μιλούμε για μεγάλες Δικηγορικές εταιρείες, για συγκεκριμένα γραφεία, τα οποία έχουν την οικονομική αυτοτέλεια για να μπορούν να λένε ότι βρίσκονται πραγματικά σ’ ένα τέτοιο οικονομικό status, οι υπόλοιποι συνάδελφοι νομίζω ότι αντιμετωπίζουν την καθημερινότητά τους με αγωνία και πανικό.

Εταιρείες νομικών

ΠτΘ: Ποια είναι η άποψή σας για τις νομικές εταιρείες;

Γ.Κ:
Στην Κομοτηνή έχει γίνει μία εταιρεία, κάποιος αγαπημένος συνάδελφος προχώρησε στη δημιουργία της. Επειδή θέλω να λέω, έτσι τουλάχιστον αισθάνομαι, ότι ανήκω στη νέα γενιά δικηγόρων, εδώ και πολλά χρόνια είναι που πιστεύω στην οργάνωση των Δικηγορικών γραφείων. Και το λέω αυτό, όχι από την άποψη να δημιουργηθούν καρτέλ εταιρειών. Όχι. Το λέω από την άποψη ότι η οικονομική μας θέση είναι πλέον τόσο δύσκολη, ώστε να πρέπει να αναπαράγουμε την ιδέα της συνεργασίας, να παρέχουμε στους πελάτες μας εξειδίκευση στο αντικείμενο με το οποίο ασχολούμαστε. Βλέποντάς τα έτσι πιστεύω ότι πρέπει να έχουμε πλέον γραφεία συστεγαζόμενοι ή συνεργαζόμενοι δικηγόροι, ώστε και καλύτερη παροχή υπηρεσίας να έχουμε, αλλά και μία περισσότερο ευπρόσωπη εμφάνιση προς τους πελάτες μας.

ΠτΘ: Η Κομοτηνή και κάθε επαρχιακή πόλη βοηθά στην εξειδίκευση των δικηγόρων;

Γ.Κ:
Η εξειδίκευση στην Κομοτηνή, όπως και σε κάθε επαρχιακή πόλη, μπορεί να ακμάσει όταν αποτελέσει συνείδηση του συνόλου σχεδόν των μελών του Δικηγορικού Σύλλογου στον οποίο κινούνται. Εάν ο Δικηγορικός Σύλλογος δυναμικά μπορέσει να δώσει τα κίνητρα ώστε να δημιουργηθούν μεγάλα γραφεία συνεργαζόμενων ή συστεγαζόμενων, εκεί πλέον θα γίνει συνείδηση και στον πολίτη όταν μπαίνει σε ένα Δικηγορικό γραφείο ότι θα μιλήσει με ανθρώπους, που εξειδικευμένα ασχολούνται με ένα αντικείμενο. Μέχρι σήμερα ο παλιός τρόπος άσκησης δικηγορίας δηλαδή γραφείο και δικηγόρος ήταν η αιτία που μας οδήγησε στα φαινόμενα που σας ανέφερα προηγουμένως. Αυτό πλέον δεν μπορεί να προχωρήσει. Και μάλιστα οι εφημερίδες, οι κυριακάτικες έγραψαν ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού προσανατολίζεται πλέον στο να άρει την εντοπιότητα στους Δικηγορικούς Σύλλογους και ειδικότερα στους δικηγόρους. Βέβαια, ορισμένοι ενθουσιασμένοι ίσως από αυτό το μέτρο θα έλεγαν ότι δεν θα έχουν το κώλυμα για τον πελάτη, ο οποίος δικάζει μία υπόθεση σ’ άλλη εφετειακή έδρα να πρέπει αναγκαστικά να συνεργασθώ με δικηγόρο αυτής της έδρας. Δεν είναι έτσι όμως τα πράγματα. Θεωρώ ότι με αυτό τον τρόπο καταργούνται οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, η προστασία των συναδέλφων και αυτό θα αποτελέσει τουλάχιστον για το συνδυασμό μου αντικείμενο για να εκδώσουμε μία ανακοίνωση σχετικά με αυτό το ζήτημα. Είμαστε εντελώς αντίθετοι σε τέτοιου είδους πρακτικές εφόσον νομίζουμε ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και τα μέλη τους στις επαρχιακές πόλεις πρέπει να δυναμώσουν για να μπορέσουν να έχουν καλύτερες προοπτικές για το μέλλον. Η δαμόκλειος σπάθη των μεγάλων εταιρειών οι οποίες θα έρθουν και από την Ευρώπη κάποια στιγμή πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας. Πολλοί από εμάς σκεφτόμαστε ότι θα είμαστε υπάλληλοι σε μεγάλες Δικηγορικές εταιρείες εφόσον ο συρμός και η μόδα πολλές φορές παρασύρει τους Έλληνες. Ας κάνουμε λοιπόν εμείς κάτι για τον εαυτό μας. Δεν μπορεί να βρισκόμαστε σε μια κατάσταση λήθαργου, όπου ουσιαστικά θα βλέπουμε μόνο το γραφείο μας. Στόχος μου σ’ αυτές τις εκλογές είναι να αφυπνίσω τους συναδέλφους και τους νέους αλλά και τους παλιότερους. Γιατί οι παλιότεροι μπορούν να προσφέρουν την εμπειρία τους και τη γνώση τους και την ψυχραιμία που αντιμετωπίζουν τα πράγματα οι νέοι συνάδελφοι έχουν την ορμή και τον ενθουσιασμό που τους δίνει η ηλικία τους. Αυτός ο συνδυασμός θα μπορέσει ουσιαστικά να μας δώσει αυτό το οποίο ζητούμε, καλύτερες συνθήκες εργασίας.

ΠτΘ: Είναι το ζητούμενο αυτό σήμερα;

Γ.Κ: Ναι και μάλιστα σε μια κοινωνία που καθημερινά δέχεται μια μεγάλη επιρροή από νέες τεχνολογίες και αντικείμενα άγνωστα στους πολλούς. Αυτό είναι το ζητούμενο, να μπορέσουμε εμείς να προετοιμάσουμε το έδαφος ώστε να μείνουμε στον τόπο μας και να έχουμε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα για εμάς. Θα σας θυμίσω το εξής και το λέω πολλές φορές γιατί αποτελεί παράπονό μου: Ζω στην Κομοτηνή, την αγαπώ και νομίζω ότι δεν θα φύγω ποτέ λόγω της συναισθηματικής κατάστασης και του δεσίματος που έχω με τους ανθρώπους και με την πόλη. Δεν δέχομαι την μοιρολατρική στάση επαγγελματιών του χώρου μας ή και του εμπορικού χώρου με την οποία ζητούν μα μη δοθεί άδεια για να λειτουργήσει κάποιο μεγάλο πολυκατάστημα και από την άλλη να μη συνασπιζόμαστε εμείς για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσει ώστε να είμαστε ανταγωνιστικοί. Είναι πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα που το αντιμετωπίζει κάθε επαρχιακή πόλη ιδιαίτερα όμως η δική μας περιοχή η οποία σε αυτό το κομμάτι της αφύπνισης παρουσιάζει ένα έλλειμμα.

Η καθημερινότητα αντιμετωπίζεται με τη συμμετοχή

ΠτΘ: Κατά την άποψή σας σήμερα ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Δικηγορικός κλάδος και το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσετε;

Γ.Κ:
Τα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσω εάν τυχόν εκλεγώ αφορά στην καθημερινότητά μας. Βλέπετε ότι σε κάθε τομέα της ζωής μας αυτό τελικά που μένει είναι η καθημερινότητα και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σε αυτή τη βάση, τα οποία όσο μικρά κι αν είναι πολλές φορές όταν συσσωρεύονται διογκώνονται και δημιουργούν αδιέξοδο. Θέλω να αντιμετωπίσω την καθημερινότητα και η πρότασή μου είναι η συμμετοχή. Εάν δεν περιορισθεί στις εκλογές αυτές ο Δικηγορικός Σύλλογος για την ανάδειξη του Διοικητικού Συμβουλίου στα τείχη ενός εννεαμελούς Διοικητικού συμβουλίου και μπορέσει να κάνει κοινωνούς των προβλημάτων, ενεργούς όμως, τα υπόλοιπα μέλη τότε νομίζω ότι έχουμε πετύχει. Θα ήταν αλαζονεία να γίνει συνείδηση ότι ένα διοικητικό συμβούλιο ή ένας πρόεδρος μπορεί κατά τρόπο αλάνθαστο να εκπροσωπεί διακόσιους και πλέον ανθρώπους. Η σύνθεση είναι αυτή που τελικά παράγει, διότι με αυτήν υπάρχει άμεση αντιπροσώπευση όλων και μάλιστα υπάρχει και ένας λόγος για τον οποίο όλοι θα παλέψουμε. Εάν οι αποφάσεις δεν εκπροσωπούν κάποιον δεν μπορεί να παλέψει. Εάν είναι κοινή συνείδηση και υπάρχει σύνθεση απόψεων τότε νομίζω ότι έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα.

Άλλο η συνδικαλιστική και άλλο η κομματική δράση

ΠτΘ: Τέλος, πριν ασχοληθείτε με τα συνδικαλιστικά του Δικηγορικού Σύλλογου σας ενδιέφεραν τα κοινά;

Γ.Κ:
Ποτέ δεν ασχολήθηκα με την πολιτική. Λίγο έως πολύ ο καθένας από εμάς χαρακτηρίζεται σε ό,τι αφορά την όποια κομματική του τοποθέτηση. Αυτό βεβαίως ανήκει στην σφαίρα της προσωπικής του καταρχάς ελευθερίας, στο να μπορεί να εκφράζεται πολιτικά. Δεν έμπλεξα όμως ποτέ τη συνδικαλιστική μου δράση με την κομματική. Είναι άλλο πράγμα το ένα, άλλο το άλλο. Όσο κι αν πολλές φορές νομίζουμε, ίσως στην Ελλάδα γίνεται το λάθος αυτό, ότι η συνδικαλιστική δράση έχει άμεση εξάρτηση με την πολιτική. Δεν είναι έτσι τα πράγματα λόγω της φύσεως των προβλημάτων που γνωρίζουμε. Τα όποια προβλήματα και η όποια συνδικαλιστική δράση έχει να κάνει με ζητήματα που άπτονται καθαρά της οικογένειας των δικηγόρων. Δεν θα μπορούσε λοιπόν σ’ αυτό το κομμάτι να χωρέσει η πολιτική ή η κομματική τοποθέτηση. Βεβαίως θεωρώ ότι καθένας από εμάς ο οποίος προσφέρει, συμμετέχει στα κοινά είτε συνδικαλιστικά είτε αλλιώς, σε Σύλλογους πολιτιστικούς, του απαγορεύεται να έχει κομματική τοποθέτηση. Θα ήταν άδικο και μάλιστα θα εξέφραζε αισχίστου είδους αυταρχισμό. Απ’ αυτήν την άποψη θεωρώ ότι η όποια κομματική ενασχόληση οποιουδήποτε από εμάς είναι ένα κομμάτι που δεν ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σύλλογο και μάλιστα δεν τυγχάνει καμίας εφαρμογής. Θα έλεγα ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος μπορεί να χρησιμοποιήσει το κομμάτι της πολιτικής για να ωφελήσει τα κοινά του τόπου του. Όπως και έγινε στην πράξη. Ήταν ευτυχής συγκυρία, και θα το πω για μια άλλη φορά, το γεγονός ότι η περιοχή μας εκπροσωπείται από ένα υπουργό παιδείας και από ένα βουλευτή, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος του Δικηγορικού Σύλλογου. Υπ’ αυτήν την έννοια λοιπόν λέω ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος χρησιμοποίησε τους πολιτικούς και μάλιστα όχι μονόπλευρα από κάθε άποψη. Η όλη διαδικασία που έχει να κάνει με τις αποφάσεις ή οποιοδήποτε πρόβλημα της πολιτικής μας ζωής νομίζω ότι ανήκει καθαρά στη σφαίρα της προσωπικής άποψης που μπορεί να διαμορφώσει ο καθένας. Όχι όμως του Δικηγορικού Σύλλογου, είναι κάτι εντελώς ξένο. Είπα προηγουμένως ότι ο λόγος ο κοινωνικός του Δικηγορικού Σύλλογου είναι ο λόγος που ως Σύλλογος απευθύνει στην κοινωνία που κάθε μέρα βιώνει τα προβλήματά της. Εκεί έχει λόγο. Δεν έχει λόγο σε αποφάσεις κυβερνήσεων, εκτός κι αν θίγονται τα συνδικαλιστικά συμφέροντα. Είναι γνωστό εξάλλου ότι η κάθε επαγγελματική κατηγορία είναι αυτή που θα επαναστατήσει, και στους δρόμους θα βγει και θα φωνάξει και θα επιχειρηματολογήσει. Έτσι νομίζω ότι είναι πολύ διακριτοί οι ρόλοι. Το παράδειγμα του Γιώργου Πεταλωτή είναι αυτό που αποδεικνύει αυτό που λέω. Η όποια κομματική τοποθέτηση δεν ήταν αυτή που επηρέαζε τις αποφάσεις του Δικηγορικού Σύλλογου. Θα ήταν άδικο να το πούμε για οποιονδήποτε. Όλοι οι πρόεδροι του Δικηγορικού Σύλλογου που πέρασαν μέχρι σήμερα είχαν κομματική ταυτότητα και αλίμονο αν δεν είχαν. Ζούμε σε μια κοινωνία που οι άνθρωποι που βγαίνουν μπροστά μπορούν και έχουν το δικαίωμα να έχουν κομματική ταυτότητα.

ΠτΘ: κ. Κιμπαρίδη, σας ευχαριστώ πολύ.

Γ.Κ:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.