Η παλαια εποχη, η νεα εποχη και ο κοινωνικος ρολος της επιστημης
Επιστήμη και κοινωνία απασχόλησαν κατά καιρούς δοκιμιογράφους και μελετητές και το αμφίδρομο της σχέσης τους παραμένει αδιαμφισβήτητο.
Κείμενο σκέψης διαυγούς, χωρίς εννοιοθηρικές τάσεις και νεολογισμούς, φιλοξενεί σήμερα η εφημερίδα… Αυτό του Καθηγητή και Αντιπρύτανη του ΔΠΘ Γιώργου Χατζηκωνσταντίνου για την επιστήμη και την πορεία της από την παλιά στη νέα εποχή. Για το ρόλο του αληθινού επιστήμονα έτσι όπως τον ζητά η ίδια η κοινωνία και όχι όπως τον επιβάλλουν οι υπερβολές στο όνομα της ουδετερότητάς του. Για τον εξανδραποδισμό του ανθρώπου από τη μηχανή και τη Νέα Εποχή που προμηνύεται καλή ή κακή ανάλογα με τις ηθικές ασφαλιστικές δικλείδες του καθενός επιστήμονα ή όχι…
Το θέμα του κοινωνικού ρόλου της Επιστήμης είναι ένα μεγάλο, πολυσυζητημένο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα το οποίο είναι δύσκολα να εκτεθεί σε λίγες σειρές.
Το ζήτημα μιας Επιστήμης για την Κοινωνία ή μιας Επιστήμης για την Επιστήμη, απασχόλησε τους διανοητές και προκάλεσε ενδιαφέρουσες συζητήσεις και συγκρούσεις.
Μετά από αρκετά χρόνια προβληματισμών, συζητήσεων και ανταλλαγής απόψεων, αδίστακτα πλέον υιοθετώ την άποψη μιας Επιστήμης στην υπηρεσία όχι μόνον της Κοινωνίας, αλλά και αυτής καθ’ εαυτής της πολύτιμης υπόθεσης της ζωής που διακυβεύεται πάνω σ΄ αυτόν τον πλανήτη της ανθρώπινης υπερβολής. Μ΄ άλλα λόγια διατηρώ και υποστηρίζω την άποψη μιας σαφούς και συνειδητής αντίθεσης σ΄ αυτό το οποίο αποκαλείται συνήθως «ουδετερότητα της Επιστήμης».
Διανύοντας σήμερα την πρώτη πενταετία του 21ου αιώνα βαυκαλιζόμεθα με την ιδέα που καθημερινά καλλιεργείται με ζήλο και επιμονή, αλλά και με αρκετή δόση πανουργίας του λόγου, ότι βιώνουμε τις απαρχές μιας Νέας Εποχής, μια Νέα Τάξη Πραγμάτων και την ανάδυση ενός Νέου κύματος πολιτισμού, του 3ου κύματος πολιτισμού όπως θα΄ λεγε ο Alvin Toffler.
Θα΄ ταν, δε, κατά πάσα πιθανότητα έτσι, αν οι δυνάμεις της αντίστασης στη μεταλλαγή, της ομοιόστασης, των επιστημονικά οργανωμένων ισχυρών εθνικών και διεθνικών συμφερόντων, των δυνάμεων του 2ου κύματος του πολιτισμού της ύλης και της ενέργειας, του νεκρού προϊόντος και του χρήματος, δεν εμπόδιζαν κατά τρόπο αποτελεσματικό μέχρι στιγμής, στον πολιτισμό αυτό να αποκτήσει επιτέλους το πραγματικό του πρόσωπο, την αληθινή όσο και ενδιαφέρουσα νέα μορφή του.
Ο πολιτισμός αυτός, που φυσιολογικά θα χαρακτήριζε την εποχή μας, αν του επιτρεπόταν να ανατείλει δίχως τις παράδοξες αντιστροφές που οι δυνάμεις της συντήρησης του επιβάλλουν, είναι ο πολιτισμός μιας επιστημονικής γνώσης αφιερωμένης στην εξυπηρέτηση της ανθρώπινης κοινωνίας και της υπόθεσης της ζωής που φιλοξενούνται πάνω σ΄ ένα ζωντανό πλανήτη που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, μοναδικός εμφανίζεται μέσα στο σύμπαν. Είναι ο πολιτισμός μιας υψηλής και αξιοθαύμαστης τεχνολογίας, κατάκτησης αδιαφιλονίκητης μιας επιστημονικής γνώσης, στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου κι ενός οικονομικού συστήματος στην υπηρεσία του ανθρώπου. Είναι ο πολιτισμός μιας Επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης αναμφίβολα ικανής να απαλλάξει την ανθρωπότητα όχι από της εργασία αυτή καθ΄ εαυτή, αλλά από τον μόχθο της εργασίας αυτής που χιλιάδες γενιές βάρυνε με ουσιαστική, σημαντική και επώδυνη συρρίκνωση του πολύτιμου ελεύθερου χρόνου. Είναι ο πολιτισμός του άυλου αγαθού του μηνύματος και της πληροφορίας, του αβέβαιου και του πολύπλοκου.
Αντ΄ αυτού και με μια επιστημονική γνώση και τεχνολογία ταγμένες κατά κανόνα στην υπηρεσία των αποθεωμένων βραχυχρόνιων αποτελεσματικοτήτων, των κερδοφοριών και των ανταποδοτικοτήτων, των ευελιξιών και των ανταγωνιστικοτήτων, του οικονομικού και της εμπορευματικοποίησης των πάντων, εξακολουθούμε να βιώνουμε, κατά τρόπο παράδοξο, τον πολιτισμό της ύλης και της ενέργειας που ομοιοστατικά εμποδίζει την ανάδυση του καινούργιου.
Με μια Επιστημονική γνώση και τεχνολογία δήθεν ουδέτερη και αξιοποιήσιμη από τους λεγόμενους ικανούς, ανταγωνιστικούς και επιχειρηματικά «προικισμένους», εξακολουθούμε να βιώνουμε τον πολιτισμό που με «γεροντική εμμονή» συντηρεί τις αρχές και τις παραδοχές μιας εποχής ξεπερασμένης που εντέχνως βαπτίζεται Νέα, στερούμενη εντούτοις τους ουσιώδεις χαρακτήρες της νεότητάς της. Θα΄ λεγε κανείς ότι ζούμε την εικονική πραγματικότητας μιας εποχής που ενώ διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του παλαιού, στερείται τα ουσιώδη εκείνα στοιχεία του φυσιολογικά θα΄ πρεπε να χαρακτηρίζουν το καινούργιο. Στον αγώνα δε για την επικράτηση του προβαλλόμενου ακόμη και ως «επαναστατικού» νεοσυντηρητικού δόγματος της Νέας λεγόμενης εποχής, έχουν επιστρατευθεί χιλιάδες κονδυλοφόροι και επιτήδειοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, βομβαρδίζοντας τον απλό άνθρωπο της καθημερινότητας με τεράστιο πλήθος αναφομοίωτων συνήθως πληροφοριών και νεολογισμών ανεξακρίβωτης ουσίας που συσκοτίζουν την πραγματικότητα. Πρόκειται για μια διαδικασία διαφύλαξης, προστασίας και συντήρησης του 2ου κύματος του Πολιτισμού που αντιστέκεται στη μεταλλαγή διαφεντεύοντας τις ισορροπίες, του συσχετισμούς και τα συμφέροντα που αυτό εγκατέστησε. Πρόκειται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, για μια προσπάθεια αναπαραγωγής του συντελεστή παραγωγής Κεφάλαιο, μέσω της διαμόρφωσης νέων συνθηκών, στηριγμένων σε μια επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση που έως σήμερα στερείται κοινωνικού προσανατολισμού, έχει εκτοπίσει τον άνθρωπο από το κέντρο των εξελίξεων, έχει διαταράξει τη Δημοκρατία της αγοράς, παρά τα επιφαινόμενα και τις συνεχείς αναφορές σε κοινωνικές και δήθεν περιβαλλοντικές ευαισθησίες.
Έτσι σε χρόνους που για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας διαθέτουμε, επιτέλους, ένα δούλο χωρίς ψυχή, την πληροφορική τεχνολογία με τη ρομποτική, τα δίκτυα, τον υψηλό αυτοματισμό και τις νέες μορφές οργάνωσης, που θα μπορούσε να μας ελαφρύνει το μόχθο της εργασίας, αλλά και να συμβάλλει στη βελτίωση των εισοδηματικών ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, εξακολουθούμε να μοχθούμε πιεστικά στο πλαίσιο μιας επιζητούμενης, χάριν των ποικίλων ανταγωνισμών, ευλυγισίας, υπό το καθεστώς αλλοιωμένων εργασιακών σχέσεων και αμφίβολου στόχου συνδικαλιστικών διαφοροποιήσεων. Υιοθετούμε έννοιες μιας δύσκολα αφομοιώσιμης οιονεί νεωτερικότητας που όμως προσανατολίζεται στη συντήρηση παλαιών αξιών, συμβατών δε με την κατεστημένη μορφή του καταμερισμού εργασίας του 2ου κύματος του Πολιτισμού.
Με τον τρόπο αυτό, το καινούργιο εμποδίζεται να μορφοποιηθεί, και το 3ο κύμα του Πολιτισμού, αυτό του ελεύθερου χρόνου, της πνευματικής ανάτασης και της παγκοσμιότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της Διεθνούς Δικαιοδύνης εν ισοτιμία, της ανακατανομής του πλούτου, της υπέρβασης και του συνειδητού σεβασμού της υπόθεσης της ζωής, ασφυκτιά στην πεζότητα μιας αγχώδους καθημερινότητας, μια διαχειριστικής πρακτικής, μια επιθετικής ανταγωνιστικότητας που πόρρωθεν απέχει της ευγενικής άμιλλας, μιας αποθεωμένης επιχειρηματικότητας, που μανιωδώς αναζητά την κερδοφορία και την κατάκτηση, τέλος μιας χρηματοοικονομικής λογικής που παντελώς λησμονεί τις απαιτήσεις των κοινωνιών για μακρόχρονα προοπτική και ηθικές αξίες.
Είναι γεγονός ότι τη στιγμή που για πρώτη φορά η κοινωνία του ελεύθερου χρόνου έγινε, επιτέλους, ορατή, αισθανθήκαμε της έλλειψή του, ενώ τη στιγμή που η «κοινωνία της γνώσης» προβαλλόταν θριαμβευτικά, δεν αποφεύχθηκε το μελαγχολικό μειδίαμα του σκεπτόμενου ανθρώπου. Καθώς γνώση δεν είναι τελικώς η απλή συσσώρευση των πληροφοριών και των δεδομένων, αλλά η αποκρυπτογραφημένη, συνειδητοποιημένη, κατανοητή και αφομοιωμένη πληροφορία, πράγμα αρκετά έως πολύ μακρινό για τον απλό μικρό άνθρωπο της καθημερινότητας που την κοινωνία βέβαια καταρτίζει. Στο πλαίσιο ενός ανελέητου βομβαρδισμού πληροφοριών, τον οποίο η τεχνολογία δια της επιστημονικής γνώσης κατέστησε δυνατό, ο σύγχρονος άνθρωπος παραμένει ακόμη σιωπηλός. Στο πλαίσιο ενός κοινωνικά, όχι όμως και οικονομικά επιστημονισμού, ο σύγχρονος άνθρωπος παραμένει αινιγματικός επιχειρώντας έστω και ασυνείδητα να προστατέψει την απροσδιοριστία του, μοναχικό καταφύγιο αυτής της προσωπικής του ελευθερίας.
Η απαλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης από τον συχνά αβάσταχτο μόχθο της εργασίας είναι αδύνατο να συμβεί στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που θέτει στο κέντρο των εξελίξεων μια αχαλίνωτη κερδοφορία, υιοθετώντας μια επιστημονική γνώση προσανατολισμένη στην κερδοφορία αυτή. Η απαλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης από το μόχθο της εργασίας, κι όχι από την εργασία αυτή καθ΄ εαυτή, είναι δυνατό να συμβεί από τη στιγμή που ο άνθρωπος τεθεί στο κέντρο των εξελίξεων δια της υιοθέτησης μιας επιστημονικής γνώσης προσανατολισμένης στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κοινωνίας και στη Δημοκρατική διάχυση της κατακτημένης σοφίας. Από τη στιγμή που ο προσανατολισμός αποκτήσει την κοινωνική του κατεύθυνση, η πορεία της ιστορίας θ΄ αλλάξει. Είναι τότε δυνατό να δούμε ένα νέο σύστημα αξίων να αναδύεται. Εκείνο που θα προωθεί μια παγκοσμιοποίηση με παγκοσμιότητα στο πλαίσιο της οποίας το αποκαλούμενο «παγκόσμιο χωριό» δε θα αποτελεί λογοπαίγνιο ούτε πανουργία του λόγου. Εκείνο που θα περιορίζει τον ουδέτερο τεχνοκράτη στον πραγματικό του ρόλο, κάνοντάς τον να αντιληφθεί ότι δεν αποτελεί το «άλας της Γης», ιδιότητα που σ΄ άλλον ανήκει, στον βαθιά δηλαδή σκεπτόμενο στοχαστή που ανησυχεί για την άγνοιά του και αντιλαμβάνεται τον κόσμο όπως τον βλέπει, δίχως να τον βλέπει όπως τον αντιλαμβάνεται.
Τη Νέα Εποχή δεν τη ζούμε ακόμη. Θα τη ζήσουμε στο μέλλον αν διαθέτουμε αντιστάσεις κι αν παίρνουμε πρωτοβουλίες ξεπερνώντας την περίοδο της σιωπής των αμνών.
Είπε κάποτε ο Γαλιλαίος: «Όταν επιστήμονες τρομοκρατημένοι από τις ιδιοτελείς δυνάμεις αρκούνται να συγκεντρώνουν γνώσεις χάριν της γνώσεων, μπορεί η επιστήμη να καταντήσει σακάτης και οι καινούριες μας μηχανές να σημάνουν μονάχα καινούργιες δυστυχίες».
Εξαίρετη η ρήση του. Αλλά και επίκαιρη. Και αναμφίβολα συμβατή με τον προηγηθέντα προβληματισμό. Καθώς σχετίζεται με την υπερβολή, με άλλα λόγια μ΄ αυτό που ο βαρύς πολιτισμός των Ελλήνων αποκάλεσε κάποτε ύβρη.
Κοινωνικός ο ρόλος της Επιστήμης; Χάρη της Κοινωνίας η επιστημονική γνώση; Και τι σημαίνει επιστήμονας τρομοκρατημένος από ιδιοτελείς δυνάμεις; Τέλος πώς οι καινούργιες μας μηχανές μπορούν να σημάνουν καινούργιες δυστυχίες;
Ενδιαφέροντα τα ερωτηματικά, όταν κανείς τα σκεφτεί να αναδύονται στο πλαίσιο της Νέας λεγόμενης Εποχής, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οποίας μας απασχόλησε προηγουμένως. Καθώς ως φαίνεται, και στο μέτρο που το προηγούμενο σκεπτικό δεν είναι λανθασμένο, το έργο έχει ξαναπαιχθεί στο παρελθόν και ξαναπαίζεται σήμερα με άλλο το σκηνικό και διαφορετική ενδυματολογία. Ας μη ξεχνούμε ότι επιστήμονας είναι ο άνθρωπος που κατέχει τη μέθοδο και τα πνευματικά εργαλεία που είναι δυνατόν να οδηγήσουν στην παραγωγή νέας γνώσης για το καλό ή το κακό. Η εξουδετέρωση της συνείδησής του είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μια άνευ προβληματισμού προσφορά εργασίας, τα αποτελέσματα της οποίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν από ιδιοτελείς δυνάμεις για ιδιοτελείς σκοπούς, η δυσβάσταχτη συνειδησιακή κριτική και αυτοκριτική, ο κουραστικός όσο και επιβεβλημένος αυτός προβληματισμός για το καλό ή το κακό, το δύσκολο αυτό πήγαινε – έλα μεταξύ του κοινωνικά επικίνδυνου και του ιδιοτελώς προσοδοφόρου, κάτω από συνθήκες πρόσφορες και επιμελώς διαμορφωμένες, είναι δυνατό να οδηγήσουν στην αποδοχή μιας δήθεν επιστημονικής ουδετερότητας που ξεκουράζει. Τούτο γιατί απαλλάσσει από την κόπωση του ηθικού προβληματισμού και σταδιακά οδηγεί τον επιστήμονα στα «οπίσθια της συνειδήσεως», όπως ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος θα΄ λεγε στη «Σιδηρά Διαθήκη» του. Κάτι τέτοιο είναι συνήθως προσοδοφόρο υλικά και για τον ίδιο τον επιστημονικά σκεπτόμενο άνθρωπο, καθώς του επιτρέπει να δει τον εαυτό του σαν παράγωγο προϊόντος και άρα σαν οντότητα ικανή και νομιμοποιημένη στην αναζήτηση προσωπικού οικονομικού οφέλους και κέρδους. Το ζήτημα της ηθικού περιεχομένου διελκυστίνδας μεταξύ του καλού και του κακού αίρεται και ο κοινωνικός προβληματισμός εξαφανίζεται. Το κοινωνικά χρήσιμο ή το ιδιοτελώς προσοδοφόρο εξαφανίζεται ως δίλημμα και η ουδετερότητα του επιστήμονα κατακτά έδαφος, προσφέροντας ταυτόχρονα συνειδησιακή ηρεμία. Οι ενοχές αμβλύνονται στο πλαίσιο του διαλόγου περί ουδετερότητας ή μη, και οι ιδιοτελείς δυνάμεις αποκτούν έτσι τον ισχυρότερο μηχανισμό εξουσίας, επιβολής και πλούτου, αυτόν δηλαδή καθ’ εαυτόν το μηχανισμό παραγωγής γνώσης τον οποίον μπορούν αυτές τώρα να χρησιμοποιούν για το καλό ή το κακό, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή της αφύπνισης των συνειδήσεων.
Κι αν όλα αυτά είναι σωστά, καθώς κανείς βέβαια δε διαθέτει την απόλυτη αλήθεια, τότε ας είμεθα προσεκτικοί γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο πολύπλοκος από κάθε άλλη φορά και οι κοινωνίες εύθραυστες, ευπρόσβλητες και μπερδεμένες. Το τέλος του διπολισμού απελευθέρωσε δυνάμεις πολιτικά ανεξέλεγκτες και οι προσπάθειες για την απαξίωση του πολιτικού λόγου δεν είναι τυχαίες. Τη στιγμή που ο ιδεολογικός διάλογος γίνεται απαραίτητος, στο πλαίσιο μιας ανθρωπότητας πρωτόγνωρα άνισης και ανισόρροπης σε επίπεδο συσχετισμών, σωρεία επιστημόνων, σοφών, πολιτικών και δημοσιογράφων επιστρατεύεται, για να πείσει περί του δήθεν τέλους των ιδεολογιών. Και η νέα τεχνολογία συντρέχει με τις αναφομοίωτες κατακτήσεις της, τις καταπληκτικές δυνατότητές της και την αλαζονική συμπεριφορά των τεχνικών που την κατέχουν, τη διαχέουν και τη χειρίζονται, στην καλλιέργεια του κλίματος αυτού.
Ο Η/Υ είναι το νέο μηχάνημα. Είναι το μηχάνημα του 3ου κύματος του πολιτισμού. Και γι΄ αυτόν τον πολιτισμό πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Τις δικές του αρχές να εξυπηρετήσει. Αν στο βωμό των συντηρητικών επιδιώξεων του παλαιού, εμποδίζει το καινούργιο να ανατείλει, τότε ο Γαλιλαίος θα επαληθευθεί και η χρήση του μόνο καινούργιες δυστυχίες θα φέρει. Η διαχείριση της πληροφορίας προσφέρει δυνατότητες ελέγχου απεριόριστες, στο μέτρο που αυτή εξακολουθεί ή θα εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια των λόμπυς των ειδικών, των ισχυρών και των επιστημονικά οργανωμένων. Και το νομικό πλαίσιο του ελέγχου της είναι ακόμη ιδιαιτέρως ασαφές, διάτρητο και συγκεχυμένο, καθώς οι συγκυρίες συμπίπτουν με τις προσπάθειες επιβολής και καθιέρωσης μιας τόσο παλαιάς Νέας Τάξης Πραγμάτων, τέτοιας που στις προηγούμενες παραγράφους επιχειρήθηκε να παρουσιασθεί. Τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με την υπόθεση των νέων τεχνολογιών και των νέων επιστημονικών καταστάσεων, συσκοτίζουν την πραγματικότητα που ενώ μπροστά σε νέα σταυροδρόμια βρίσκεται είναι εντούτοις και παραμένει αδιευκρίνιστη και συγκεχυμένη καθώς εμποδίζεται να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις της βιομηχανικής εποχής και των ιδεολογημάτων της. Ο μηχανισμός της Νευτώνιας και Κοπερνίκιας λογικής εξακολουθεί να κυριαρχεί στην οικονομική θεωρία και πρακτική τη στιγμή που ο κόσμος μας αναζητά τη στοχαστική ερμηνεία του, την ερμηνεία του αβέβαιου και του πολύπλοκου.
Αναμφίβολα ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης απαιτεί την ύπαρξη ενός συμβατού συστήματος αξιών. Είναι δύσκολο π.χ. να σκεφτεί κανείς μια επιστημονική στην υπηρεσία της κοινωνίας όταν η τελευταία διέπεται από την αξία ενός άκρατου ατομικισμού και από την έλλειψη συλλογικής συνείδησης. Η επικράτηση μιας τέτοιας μορφής ατομικισμού οδηγεί σε ακραίες ανταγωνιστικές καταστάσεις που στερούνται του πνεύματος της άμιλλας και οδηγούν στην καταξίωση του ισχυρού, συχνά δε στην παραγνώριση των δικαιωμάτων του αδυνάτου, του μη – ανταγωνιστικού, του λιγότερο επ’ αυτού προικισμένου.
Παράλληλα είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης μπορεί να ευδοκιμήσει υπό καθεστώς υιοθέτησης μιας μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας και προοπτικής, καθώς στο πλαίσιο αυτής οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την έκπληξη των στόχων και των αναζητήσεών τους για ευτυχία και ευημερία. Η βραχυχρόνια αποτελεσματικότητα κυριαρχούσα οδηγεί στην προσπάθεια εκπλήρωσης μονομερών ιδιοτελών επιδιώξεων που συνήθως στερούν από το κοινωνικό σύνολο το αίσθημα της κοινής πορείας και της κοινότητας των συμφερόντων.
Μια επιστήμη για την κοινωνία προϋποθέτει κοινωνική ευαισθησία και παραδοχή του γεγονότος ότι ο άνθρωπος δεν βρίσκει την τελείωσή του στην οικονομική επιτυχία, στο κέρδος και στο οικονομικό όφελος. Την τελείωση αυτή τη βρίσκει στο σύστημα ηθικών αξίων και στον έρωτα που σχέση στενή διατηρούν με τη συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου τέλους.
Και ο κοινωνικός ρόλος της επιστήμης προϋποθέτει, πέραν της υψηλής πνευματικής καλλιέργειας και της αυτοσυνειδησίας του επιστήμονα, την ύπαρξη θεσμών και κανόνων που στοχεύουν στη βελτίωση και προστασία της ύπαρξης, αλλά και στην υιοθέτηση σχημάτων εξουσίας που σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τον αυτοπροσδιορισμό και την δικαιοσύνη εν ισοτιμία. Παρόμοιοι θεσμοί και κανόνες είναι δυνατόν να υπάρξουν σε κοινωνίες διακρινόμενες από συσχετισμούς δυνάμεων ισόρροπων, όπου κανείς δε διαθέτει την υπερβάλλουσα δύναμη που δυνητικά τον καθιστά ικανό να καταδυναστεύσει τον άλλο. Ο κοινωνικός ρόλος του επιστήμονα πηγάζει απ΄ την αυθεντική συμπεριφορά του πολιτισμένου, αποτέλεσμα, αυτής της γνώσης και της σοφίας του μέτρου και της μετριοφροσύνης. Μια τέτοια μορφή συμπεριφοράς δεν έχει σχέση με την αλαζονεία ούτε με συμπλέγματα ποικίλης μορφής που σχετίζονται με τη στρέβλωση της προσωπικότητας. Απαιτείται κατάκτηση ωριμότητας και αυτοσεβασμού φυσικό επακόλουθο των οποίων είναι ο σεβασμός της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας του συνανθρώπου. Τέλος απαιτείται Δημοκρατική συνείδηση που πάνω απ΄ όλα σημαίνει σεβασμός στη δημοκρατικότητα του άλλου.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
