Η Κρατικη Ορχηστρα Θεσσαλονικης στο Μεγαρο Μουσικης Κομοτηνης με εργα Βeethoven και Tchaikovsky
Την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης είχε την ευκαιρία να απολαύσει το κοινό το Σάββατο 15 Ιουνίου 2013 στο Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής σε μία συναυλία κλασικής μουσικής που συνδιοργάνωσαν το Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής και η Αναπτυξιακή Ροδόπης ΑΕ. Το πρόγραμμα περιλάμβανε το Κοντσέρτο για βιολί σε ΡΕ-Μείζονα, έργο 61 του Ludwig van Beethoven (1770-1827) και τη Συμφωνία αρ.1 σε Σολ ελάσσονα, έργο 13, «Χειμωνιάτικα Όνειρα» (44’) του Piotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893). Την ορχήστρα διεύθυνε ο Αλέξανδρος Μυράτ (διευθυντής ορχήστρας με διεθνή καριέρα, ιδρυτής μεταξύ άλλων της Καμεράτας των Αθηνών) και σολίστ (βιολί) ήταν ο Σίμος Παπάνας (μόνιμος εξάρχων της Κ.Ο.Θ. την τελευταία δεκαετία).
Ο κ. Γεώργιος Π. Τσομής, Επ. Καθηγητής του τμήματος Φιλολογίας του Δ.Π.Θ., που τις περισσότερες φορές μάς εισάγει εκ προοιμίου, με αφορμή τις εκδηλώσεις του Μεγάρου Μουσικής, στον μαγικό κόσμο της μουσικής στον οποίο περιλαμβάνονται και η κλασική μουσική και η όπερα, ασχολήθηκε κι αυτή τη φορά με την εισαγωγή μας στον υπέροχο αυτό κόσμο έτσι ώστε να είμαστε έτοιμοι να παρακολουθήσουμε Μπετόβεν και Τσαϊκόφσκι… Δυστυχώς όμως η απεργία των δημοσιογράφων λόγω της πραξικοπηματικής κίνησης κατάργησης τα ΕΡΤ δεν μας επέτρεψε τη δημοσίευση της μουσικολογικής και ιστορικής ανάλυσής του στα έργα των δυο μεγάλων συνθετών… Επανερχόμενοι σήμερα στην καθημερινότητά μας μια που τα της ΕΡΤ, λόγω της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, φαίνεται ότι επέστρεψαν στη συνήθη φορά τους, θεωρούμε δέον να φιλοξενήσουμε την ιστορική και μουσικολογική ανάλυση που ετοίμασε ο Γιώργος Π. Τσομής, γιατί, όπως και να το κάνουμε έχει αξία να μαθαίνουμε, ιδιαίτερα για …Ludwig van Beethoven και Piotr Ilyich Tchaikovsky.
Γιώργος Τσομής
όμως…Τ.Β.
Ludwig van Beethoven, Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα
σε Ρε μείζονα,
Έργο 61 (1806)
Τα μέρη:
1. Allegro ma non troppo
2. Larghetto
3. Rondo. Allegro
To έργο είχε παγκόσμια πρεμιέρα την 23η Δεκεμβρίου 1806 στο θέατρο της Βιέννης. Ο Beethoven συνέθεσε το κοντσέρτο του για βιολί και ορχήστρα για τον συνάδελφό του βιολονίστα και εξάρχοντα Franz Clement, ο οποίος του είχε δώσει πριν λίγα χρόνια σημαντική βοήθεια για την όπερά του «Fidelio». Ο συνθέτης παρέδωσε το έργο αρκετά αργά με αποτέλεσμα ο σολίστας να το ερμηνεύσει σχεδόν διαβάζοντάς το, όχι δηλαδή από στήθους. Λέγεται μάλιστα ότι ο σολίστας μεταξύ του πρώτου και δευτέρου μέρους σταμάτησε και άρχισε να παίζει μία δική του σύνθεση, διαμαρτυρόμενος έτσι ότι ένα τέτοιο μεγάλο έργο δεν έπρεπε να του δοθεί την τελευταία στιγμή. Όλα αυτά έπαιξαν ένα ρόλο στην μη ώριμη εκτέλεσή του και στην αρνητική αποδοχή από τους κριτικούς, οι οποίοι, μολονότι παραδέχονταν ότι υπάρχει κάποια ομορφιά σε αυτό το έργο, έγραφαν ότι στερείται συνοχής με τις ατελείωτες επαναλήψεις, οι οποίες το καθιστούσαν κουραστικό. Τον επόμενο χρόνο ο Beethoven επεξεργάστηκε αυτό το έργο ως κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα. Σε αυτή τη μορφή όμως το κοντσέρτο αυτό ακούγεται μόνο σπάνια και αυτό γιατί ο λυρικός διάλογος, τον οποίο ήθελε ο συνθέτης να επιτευχθεί με το βιολί και την ορχήστρα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη δραματικότητα και την αρμονικότητα του πιάνου. Μολονότι το βιολί δεν έχει τις πλούσιες δυνατότητες του πιάνου, είναι όμως το κατεξοχήν λυρικό όργανο, το οποίο αντιστοιχεί με την εκφραστική φωνή της σοπράνο και εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο βαθειά συναισθήματα. Η εκτέλεση του έργου αναβίωσε το 1844, μετά το θάνατο του Beethoven, με τον δωδεκάχρονο τότε σολίστα Joseph Joachim και με διευθυντή ορχήστρας τον Felix Mendelssohn. Από τότε το κοντσέρτο αυτό αποτελεί σημαντικό έργο στο ρεπερτόριο των κοντσέρτων για βιολί και ορχήστρα. Παίζεται και ηχογραφείται σήμερα αρκετά συχνά. Αν εξαιρέσει κανείς τις καντέντσες, το μοναδικό δεξιοτεχνικό σημείο αυτού του κοντσέρτου για βιολί και ορχήστρα είναι το τρίτο μέρος του, κάτι που το συναντάμε κυρίως στις ρομάντσες του συνθέτη. Η τριμερής μορφή του αντιστοιχεί δομικά στο γαλλικό τύπο κοντσέρτου, το ξεπερνά όμως χάρη στην τελειότητα της φόρμας και τη σπουδαιότητα και ομορφιά των μουσικών ιδεών.
Το πρώτο μέρος, Allegro ma non troppo (σε Ρε μείζονα) αρχίζει με τέσσερις χαμηλούς σε ένταση τυμπανισμούς, οι οποίοι θα αποτελέσουν ένα βασικό μοτίβο και θα προηγηθεί της έκθεσης του βασικού θέματος και μίας σειράς από δευτερεύουσες μουσικές σκέψεις από την ορχήστρα. Μία ειρηνική, θα λέγαμε, ατμόσφαιρα ξεδιπλώνεται, η οποία γίνεται ακόμα βαθύτερη με τη συνοδεία του βιολιού, το οποίο παίρνει το βασικό θέμα και το επαναλαμβάνει σε υψηλές νότες και με ελάχιστες αλλαγές. Δεν διακρίνουμε ακόμα κανένα δεξιοτεχνικό στοιχείο στο μέρος του σολιστικού οργάνου. Το βιολί ανταγωνίζεται τις μελωδικές κινήσεις της ορχήστρας, τις καλύπτει ή τις συνοδεύει με μαλακά περάσματα. Το δεύτερο θέμα της ορχήστρας αρχίζει με ένα δυνατό και εκφραστικό μοτίβο. Και εδώ το βιολί υπερισχύει σε ένταση. Η επανάληψη του δεύτερου μέρους ανήκει σε αυτό, ενώ τα έγχορδα απλώς το συνοδεύουν. Παρόλα αυτά η ανάπτυξη ανήκει ουσιαστικά στην ορχήστρα. Ο μεγάλος σε έκταση επίλογος του πρώτου μέρους, ο οποίος εμπεριέχει το δεύτερο θέμα και μερικά δευτερεύοντα μοτίβα, κορυφώνεται σε μία ενθουσιώδη άνοδο του βιολιού.
Το δεύτερο μέρος, Larghetto (σε Σολ Μείζονα), έχει τον χαρακτήρα μίας ρομάντσας. Αποτελείται από λυρικές παραλλαγές του θέματος των εγχόρδων, το οποίο μεταβαίνει στα κόρνα, στα κλαρινέτα και το φαγκότο, ενώ εμπλέκεται και το βιολί με περάσματα και τρίλιες. Δεν υπάρχει παύση μεταξύ του δευτέρου και τρίτου μέρους. Τα ενώνει μία καντέντσα.
Το τρίτο μέρος, Rondo: Allegro (Ρε μείζονα), αρχίζει με το χαρούμενο βασικό θέμα. Το βιολί κρατά σε όλο το τρίτο μέρος το ρόλο του σολίστα τραγουδιστή, ενώ η ορχήστρα το ρόλο της χορωδίας, η οποία πρέπει να τραγουδήσει μαζί με το βιολί το ρεφραίν. Το σχήμα του ροντό κάποιες φορές ταράζεται με κάποια μουσικά επεισόδια πλησιάζοντας έτσι τη φόρμα σονάτας. Εδώ έχει το βιολί έναν σημαντικό ρόλο. Κάθε τρίλια, κάθε πέρασμα έχει το λόγο της σε αυτή την πολύχρωμη και όμορφη δίνη του εκπληκτικού και επιτυχούς φινάλε.
Piotr Ilyich Tchaikovsky, Συμφωνία Νο 1
σε Σολ ελάσσονα,
Έργο 13, «Χειμωνιάτικα Όνειρα»
(1868, τελική εκδοχή 1874)
Ο συνθέτης άρχισε να γράφει την 1η Συμφωνία τον Μάρτιο του 1866 και ξαναέγραψε το έργο δύο φορές από την αρχή. Η τρίτη έκδοση της Συμφωνίας με τίτλο «Χειμωνιάτικα όνειρα» παρουσιάστηκε στη Μόσχα τον Φεβρουάριο του 1868 υπό τη διεύθυνση του Nikolai Rubinstein.
Τα μέρη:
1: Allegro tranquillo
2: Adagio cantabile ma non tanto
3: Scherzo. Allegro scherzando giocoso
4: Finale. Andante lugubre – Allegro maestoso – Allegro vivo
Ήδη από την παιδική του ηλικία ο Tchaikovsky είχε μια ισχυρή κλίση στη μουσική. Κανείς δεν μπορούσε να σκεφτεί, ωστόσο, ότι θα γινόταν μουσικός. Οι γονείς του τον προόριζαν για μία δημοσιοϋπαλληλική καριέρα. Στην ηλικία των 11 τον έστειλαν να φοιτήσει στην περίφημη Νομική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης, όπου και αποφοίτησε. Παράλληλα αφοσιώθηκε στις μουσικές του κλίσεις. Πήρε μαθήματα πιάνου από το γερμανό πιανίστα Rudolf Kndiger, διηύθηνε χορωδίες και επισκεπτόταν συχνά την όπερα. Ο πατέρας του αντιλαμβανόμενος την αγάπη του γιου του στη μουσική ρώτησε τον Rudolf Kndiger, αν ο γιος του είχε δυνατότητες να γίνει μουσικός. Η απάντηση του δασκάλου ήταν αρνητική. Έτσι, σε ηλικία 19 χρόνων, το 1859, διορίστηκε σε μία θέση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης στην Αγία Πετρούπολη. Ούτε όμως η θέση του, ούτε η ζωή των δημοσίων υπαλλήλων άρεσε στον νεαρό Tchaikovsky. Στον οικογενειακό του κύκλο συζητούσαν πάντα, αν πραγματικά θα έπρεπε να στραφεί στη μουσική. Ο ίδιος όμως ήταν αναποφάσιστος. Όταν όμως τον επόμενο χρόνο ο Anton Rubinstein ανέλαβε τη διεύθυνση του Κονσερβατόριου της Αγίας Πετρούπολης, ο Tchaikovsky γράφτηκε εκεί. Την επόμενη χρονιά με τη συγκατάθεση του πατέρα του εγκατέλειψε τη θέση του στο Υπουργείο και στράφηκε οριστικά και για πάντα στη μουσική.
Η διπλωματική του σύνθεση, μία καντάτα πάνω στην «Ωδή της Χαράς» του Σίλλερ έτυχε της διθυραμβικής κριτικής του συμφοιτητή του Hermann Laroche, αργότερα αναγνωρισμένου κριτικού, ο οποίος του έγραψε: «Αυτή η καντάτα είναι το μεγαλύτερο μουσικό γεγονός της Ρωσίας μετά την όπερα “Judith” του Serov. Και σας το λέω ανοιχτά, γιατί σε σας βλέπω το μεγαλύτερο μουσικό ταλέντο της σημερινής Ρωσίας και τη μοναδική ελπίδα του μουσικού μας μέλλοντος».
Και πράγματι στις αρχές του 1866, αμέσως μετά την αποφοίτησή του, αναγορεύτηκε καθηγητής σύνθεσης στο νεοϊδρυθέν κονσερβατόριο της Μόσχας, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του. Αμέσως μόλις έφτασε εκεί, σε ηλικία 26 χρόνων, άρχισε να επιδίδεται στη συμφωνική σύνθεση. Και αυτό, γιατί η Ρωσία μέχρι τότε δεν είχε συμφωνική παράδοση. Ο Tchaikovsky, ο οποίος μέχρι τότε είχε συνθέσει μικρά ορχηστρικά κομμάτια, δεν τα βρήκε εύκολα με αυτό το απαιτητικό είδος σύνθεσης, μια και ήθελε να συνδέσει τη δυτικοευρωπαϊκή με τη ρωσική παράδοση. Το γεγονός ότι η καθηγητική του απασχόληση του έπαιρνε πολύ χρόνο, ασχολούνταν με τη σύνθεση της πρώτης του συμφωνίας κατά τις νυχτερινές ώρες. Αυτό του δημιούργησε υπερκόπωση συνοδευόμενη με πολύ άγχος. Ο γιατρός του διέγνωσε ότι βρίσκεται στα όρια της τρέλας και του απαγόρευσε τη νυχτερινή εργασία.
Τα πρώτα σκίτσα της συμφωνίας τα έστειλε στους δασκάλους του Anton Rubinstein και Zaremba το καλοκαίρι του 1866 για να τα κρίνουν. Διαπίστωσαν ότι το έργο δεν ήταν κατάλληλο για παρουσίαση. Ο Tchaikovsky επεξεργάστηκε τη σύνθεσή του. Η απάντηση όμως του Rubinstein ήταν και πάλι αποθαρρυντική καταλήγοντας όμως στο συμπέρασμα ότι μόνο τα δύο μεσαία μέρη ήταν άξια δημόσιας εκτέλεσης. Το Δεκέμβριο του 1866 παρουσιάστηκε μόνο το Scherzo. Τρεις μήνες αργότερα εκτελέστηκαν τα δύο μεσαία μέρη, αλλά επειδή ήταν αποσπασμένα από το σύνολο δεν έτυχαν θετικής αποδοχής. Η πρώτη ολοκληρωμένη δημόσια εκτέλεση αυτής της συμφωνίας πραγματοποιήθηκε μετά από αρκετές επεξεργασίες το 1868 και είχε τεράστια επιτυχία. Παρόλα αυτά ο συνθέτης επεξεργάστηκε και προέβη σε μία ριζική αναθεώρηση αυτής τη συμφωνίας το 1874. Η πιο σημαντική αλλαγή που έκανε ήταν η ενσωμάτωση του δεύτερου μελωδικού θέματος στο πρώτο μέρος, πράγμα που είχε συνέπειες στη συνολική δομή του πρώτου μέρους. Εμείς διαθέτουμε αυτή την τρίτη εκδοχή.
Σε αντίθεση με τις συμφωνίες 2: «Μικρή Ρωσική» και 3: «Πολωνική», των οποίων οι ονομασίες δόθηκαν αργότερα από τους κριτικούς, η πρώτη συμφωνία ονομάστηκε από τον ίδιο τον συνθέτη «Χειμωνιάτικα όνειρα». Στην έντυπη έκδοση της συμφωνίας ο Tchaikovsky έδωσε περαιτέρω τίτλους σε δύο από τα μέρη της συμφωνίας του: το πρώτο, «Ονειροπόλημα ενός χειμερινού ταξιδιού» και το δεύτερο: «Σκληρή γη, γη της ομίχλης». Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμφωνία αυτή έχει ανοιχτά προγραμματικό χαρακτήρα. Τέτοιοι τίτλοι συνηθίζονταν στις συμφωνικές συνθέσεις αυτής της περιόδου προς δήλωση της ψυχικής διάθεσης. Το έργο δείχνει την τάση του Tchaikovsky να συνθέσει μία συμφωνία βασισμένη στην παραδοσιακή τετραμερή μορφή δημιουργώντας όμως ένα ακραιφνές ρωσικό έργο. Ήδη η ονομασία «Χειμωνιάτικα όνειρα» παραπέμπει στον σκληρό και διαρκή χειμώνα της Ρωσίας. Πραγματικά αυτή τη συμφωνία τη χαρακτηρίζει μία αμεσότητα, μία φρεσκάδα και μία εκφραστικότητα, που λείπουν από τα μεταγενέστερα έργα του Tchaikovsky. Αυτή η αμεσότητα είναι εμφανής στο θέμα, το οποίο ανοίγει το πρώτο μέρος, Allegro tranquillo, και ακούγεται πρώτα σε οκτάβες από σόλο φλάουτο και φαγκότο, και στο δυναμικό χρωματισμό του έντονου μεταβατικού θέματος. Η ανάπτυξη του πρώτου μέρους είναι αξιοσημείωτη, όχι μόνο για τη μη σχολική αντιστικτική της επεξεργασία, αλλά για τη διαισθητική κλίμακα χτισμένη μέσα μια σταδιακή εξέλιξη του θεματικού υλικού. Το πρώτο μέρος αποτελεί ένδειξη σύνδεσης των βασικών αρχών της φόρμας σονάτας με τη ρωσική προγραμματική μουσική. Ο γνώστης της μουσικής λεπτότητας και λεπτομέρειας θα εκτιμήσει τη διαφανή επεξεργασία του θεματικού υλικού και την αριστοτεχνική ενορχήστρωση. Όποιος θέλει να ονειρευτεί, μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του ως παρατηρητή ή συμμετέχοντα σε μία βόλτα με έλκηθρο, όπου και τα πνεύματα της φύσης φαίνεται να συμμετέχουν. Στο πρώτο μέρος μπορεί κανείς να φανταστεί την αβίαστη ολίσθηση στο χιόνι και με τα αυστηρά παράλληλα ρυθμικά μέρη το χαλαρό χτύπημα των οπλών των αλόγων.
Το ρωσικό στοιχείο είναι περισσότερο εμφανές στα δύο μεσαία μέρη. Το αργό δεύτερο μέρος, «Σκληρή γη, γη της ομίχλης, χαρακτηρίζεται από τη ρωσική βαρυθυμία. Πραγματικά η μελαγχολία είναι αισθητή σε αυτό το μέρος, ελαφρύνεται όμως με την επανεμφάνιση του κυρίου θέματος από το φλάουτο, ένα θέμα το οποίο ο συνθέτης το ξαναχρησιμοποίησε 25 χρόνια μετά στην τελευταία συμφωνία του. Το τρίτο μέρος, ένα σκέρτσο, φαίνεται ότι μας μεταφέρει σε μία αίθουσα χορού, όπου συγκεντρώνεται η ρωσική άρχουσα τάξη για να καταβάλει τον σκληρό χειμώνα. Σε αυτό το μέρος έχει προστεθεί ένα μεγάλο βαλς, μία πρακτική, την οποία θα ακολουθήσουν και άλλοι συνθέτες αργότερα.
Στο τέταρτο μέρος, ο συνθέτης προφανώς θέλει να δείξει τι έχει μάθει από τη μαθητεία του στα δυτικά πρότυπα συμφωνικής μουσικής. Το φινάλε ξεκινά με μία σοφιστικέ, θα λέγαμε, εισαγωγή(Andante Lugubre),όπου ακολουθεί ένα ασυνάρτητο φινάλε (Allegro maestoso), το οποίο συμπαρασύρει τον ακροατή σε μία νομαδική περιήγηση διαφορετικών τονικοτήτων, θεματικές μεταμορφώσεις και αντιστικτικές επεξεργασίες. Παρά τη χαλαρή οργάνωση του φινάλε ή ίσως λόγω αυτής επιτυγχάνεται μία ικανοποιητική κατάληξη σε μία από τις πιο συναισθηματικά νηφάλιες συμφωνίες του συνθέτη.
Η πρώτη αυτή συμφωνία του Tchaikovsky είναι ένα έργο, το οποίο προμηνύει τις μεγάλες συνθέσεις αυτού του μεγάλου μουσουργού. Συναισθηματικότητα και άγρια μουσικά ξεσπάσματα συνδέονται με παθητική διάθεση, μεγάλες μελωδικές γραμμές, ιδιαίτερες αρμονικές εκφράσεις, χορευτική κομψότητα και ένα ταραγμένο και σε μερικές στιγμές θορυβώδες φινάλε.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
