«Η καταστροφη του ελληνικου τραγουδιου ειναι το ραδιοφωνο και η τηλεοραση»

Ποιος αλήθεια δεν γνωρίζει τα τραγούδια «Κάποια κάπου κάποτε», «Μία είναι η ουσία», «Πήγα σε μάγισσες», «Το κουτούκι του Γιαβρή», «Έτσι σ’ αγάπησα»; Θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε πολλά τραγούδια γνωστά στο ευρύ κοινό που φέρνουν την υπογραφή του Λευτέρη Χαψιάδη. Του Λευτέρη Χαψιάδη που ξεκίνησε το ταξίδι του από τα Κοίλα του Νομού Έβρου, στη συνέχεια στις Φέρες, την Αλεξανδρούπολη, την Πάτρα, την Αθήνα… Μέσα από αυτό το ταξίδι ο Λευτέρης Χαψιάδης ξεκίνησε συγχρόνως και ένα ταξίδι έρευνας στο ελληνικό τραγούδι. Μία έρευνα που τον οδήγησε κοντά σε μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού με τα οποία συναναστράφηκε και τα οποία τον ώθησαν να ασχοληθεί με το στίχο.

Την εμπειρία του αυτή την καταθέτει μέσα σε ένα βιβλίο που πριν από λίγες ημέρες παρουσιάστηκε στην Αλεξανδρούπολη, το βιβλίο του με τίτλο «Η ζωή μου τραγούδι. Το τραγούδι ζωή» μέσα από το οποίο παρουσιάζονται τα μέρη που πέρασε και αγάπησε, «Μικρές Πατρίδες» τα ονομάζει ο ίδιος αλλά και ξετυλίγονται οι προσωπικότητες με τις οποίες ήρθε σε επαφή, «Μεγάλοι άνθρωποι» τους χαρακτηρίζει ο ίδιος. Δοσμένοι ανθρώπινα και απλά, με τα στραβά τους, γιατί στόχος του όπως λέει ο ίδιος είναι η αλήθεια.

Με το Λευτέρη Χαψιάδη συζητά σήμερα ο ΠτΘ για το τραγούδι, για τον «Όμιλο Λευτεριστών», σύλλογο φίλων και θαυμαστών του Λευτέρη Παπαδόπουλου, και βεβαίως για το βιβλίο του…

ΠτΘ: Πώς ξεκίνησε η αγάπη αλλά και η έρευνα για το τραγούδι;

Λ.Χ.:
Θα μπορούσα να πω ότι ξεκίνησε πολύ νωρίς. Στο βιβλίο μου υπάρχει μία φωτογραφία στην οποία είμαι τριών ετών δίπλα σε ένα γραμμόφωνο με την παρέα από το χωριό «Κοίλα» χωρίς τους γονείς μου. Αυτό σημαίνει ότι τα τραγούδι με άγγιξε από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Μεγάλωσα σε ένα χωριό που σήμερα δυστυχώς είναι ακατοίκητο, τα Κοίλα του Νομού Έβρου, 16 χιλιόμετρα από τις Φέρες, οι περισσότεροι κάτοικοι του οποίου είναι ποντιακής καταγωγής αλλά και κάποιες οικογένειες σαρακατσαναίων, που ζούσαν αρμονικά μαζί μας. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τα τραγούδια από το γραμμόφωνο και το ραδιόφωνο από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Πύργου και Αμαλιάδας που είχε εμβέλεια μέχρι τα μέρη μας.

ΠτΘ: Συγκεντρώνετε και κάποιο υλικό συγχρόνως…

Λ.Χ.:
Ασυναίσθητα από τα γυμνασιακά χρόνια πια, όταν αρχίζω να γνωρίζω τη μαγεία του έργου του Λευτέρη Παπαδόπουλου αρχίζω και μαζεύω όλους τους στίχους του. Φτάνοντας στο πανεπιστήμιο γίνομαι μανιώδης συλλέκτης ρεμπέτικων τραγουδιών και μέσα από αυτή την έρευνα και μελέτη του λαϊκού τραγουδιού άρχισα να γνωρίζω κάποιους ανθρώπους. Δεν ήταν στο μυαλό μου να γράψω στίχους απλά μελετούσα τους στίχους κάποιων άλλων. Αυτό έγινε αυθόρμητα κάποια στιγμή ενώ ήμασταν φίλοι με τον Νταλάρα, λόγω της έρευνάς μου για το ρεμπέτικο, με έβαλε και έγραψα κάποιους στίχους.

ΠτΘ: Σε κάποιο σημείο του βιβλίου σας φαίνεται και η αγωνία του πατέρα σας, ο οποίος σε γράμμα του σάς λέει «να τρως καλά και μετά να αγοράζεις δίσκους»…

Λ.Χ.:
Ίσως γιατί όντας φοιτητής έτρεχα σε διάφορες πόλεις και χωριά για να μαζεύω δίσκους γραμμοφώνου με το λιγοστό εισόδημα που είχα, γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν εύπορος, ήταν ένας εργαζόμενος άνθρωπος που είχε ένα περίπτερο στην Αλεξανδρούπολη και προσπαθούσε να μη μου στερήσει τίποτε. Και φοβόταν ότι μπορούσα να στερήσω φαγητό από τον εαυτό μου προκειμένου να αγοράσω δίσκους.

ΠτΘ: Το βιβλίο σας χωρίζεται σε τρία μέρη…

Λ.Χ.:
Ναι και μάλιστα προχθές μιλώντας με το Νίκο Ξανθόπουλο για τον οποίο στο βιβλίο έχω αφιερώσει ένα κεφάλαιο μού έλεγε «ρε μπαγάσα, δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω το βιβλίο σου. Δεν ανήκει στις κατηγορίες μυθιστόρημα, διήγημα», του απάντησα ότι είναι ένα σύνθετο βιβλίο, το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιέχει χρονογραφήματα. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ονομάζεται «Μικρές πατρίδες» όπου περιγράφω τις πόλεις που γνώρισα, η δεύτερη αναφέρεται σε κάποια πρόσωπα από το χώρο του τραγουδιού που γνώρισα και η τρίτη αποτελεί ανθολογία στίχων που έγραψα. Έχω συμπεριλάβει 150 τραγούδια από τα 400 που έγραψα.

ΠτΘ: Το τραγούδι είναι μια από τις πολλές αγάπες σας. Έχει στιγματίσει τη ζωή σας και το ποδόσφαιρο, είστε φανατικός Ολυμπιακός, αλλά και η πολιτική…

Λ.Χ.:
Είμαι ένας λαϊκός άνθρωπος. Δεν κρύβω τι είμαι. Είμαι Ολυμπιακός και είμαι ενταγμένος στο ΠΑΣΟΚ από το 1974. Δεν θέλω να κρυφτώ από κανέναν. Θέλω να με γνωρίζουν όπως με ξέρουν και οι φίλοι μου.

ΠτΘ: Σε κάποιο σημείο του βιβλίου σας λέτε ότι «ο χώρος του τραγουδιού είναι σκληρός. Οι στιχουργοί είναι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού»…

Λ.Χ.:
Απλά η προβολή αφορά περισσότερο στους τραγουδιστές, μετά τους συνθέτες και μετά τους στιχουργούς. Κάποτε δεν έβαζαν ούτε το όνομά τους. Ένα τραγούδι για να γίνει δουλεύουν κάποιοι άνθρωποι, ο συνθέτης και ο στιχουργός, ο τραγουδιστής είναι αυτός που το φέρνει στον κόσμο, αλλά επειδή το φέρνει δεν σημαίνει ότι πρέπει να καρπωθεί τα πάντα. Δυστυχώς ακόμη και σήμερα έτσι γίνεται.

ΠτΘ: Σε κάποιο άλλο σημείο ο Μανώλης Αγγελόπουλος χαρακτηρίζει τα σύγχρονα τραγούδια «θηλυπρεπή», όρο που τον δέχεστε και εσείς…

Λ.Χ.:
Τον δέχομαι και τον λέω και εγώ. Σήμερα τα τραγούδια δεν έχουν ψυχή, είναι κατασκευάσματα που αντέχουν ένα μήνα το πολύ δύο. Σήμερα τα ερωτικά τραγούδια δεν είναι ερωτικά είναι σεξουαλικά.

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι το τραγούδι στις μέρες μας δεν έχει την κοινωνική παρουσία του άλλοτε;

Λ.Χ.:
Όχι βέβαια χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γράφονται καλά τραγούδια. Γράφονται αλλά δεν φτάνουν στα αυτιά του κόσμου. Οι εταιρείες, τα ραδιόφωνα και η τηλεόραση προωθούν φτηνοκατασκευάσματα.

ΠτΘ: Και παλιότερα όμως οι εταιρείες προωθούσαν τα τραγούδια και είχαν τον κύριο λόγο. Στο βιβλίο σας περιγράφετε τη ρήξη του Καζαντζίδη με μία από αυτές…

Λ.Χ.:
Αυτό ήταν μία εμπορική παγίδα που έστησαν στον Καζαντζίδη και τον θύμωσαν για χρόνια. Δεν έχει σχέση με την ποιότητα. Οι εταιρείες τότε δεν έπαιζαν τόσο άθλιο ρόλο. Κυκλοφορούσαν τραγούδια. Κάποια στιγμή από το λαϊκό τραγούδι πέρασαν οι στίχοι δύο ποιητών που πήραν Νόμπελ, του Σεφέρη και του Ελύτη και δύο, που πήραν βραβείο Λένιν, του Ρίτσου και του Βάρναλη. Σήμερα θα το θεωρούσαν αφύσικο να πούνε τέτοια τραγούδια, τα απορρίπτουν μονομιάς, λένε ωραίοι στίχοι αλλά δεν κάνουν.

ΠτΘ: Θα μπορούσαμε δηλαδή να αποδώσουμε την κοινωνική απουσία από το τραγούδι στις δισκογραφικές εταιρείες μόνον;

Λ.Χ.:
Πιστεύω ότι η καταστροφή του ελληνικού τραγουδιού είναι το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.

ΠτΘ: Και παλιότερα όμως μέσω του ραδιοφώνου μαθαίναμε τα τραγούδια…

Λ.Χ.:
Παλιότερα όμως το ραδιόφωνο δεν έπαιζε άθλια κατασκευάσματα που έβγαιναν σε μικρή παραγωγή τότε. Ήταν αδιανόητο να παιχθούν κάποια τραγούδια από το δημόσιο ραδιόφωνο. Η αθλιότητα ξεκίνησε από την ελεύθερη ραδιοφωνία όπου πια βρήκαν βήμα όλοι αυτοί οι «άθλιοι» για να προβάλλουν τα τραγούδια τους.

ΠτΘ: Γι’ αυτό και μιλάτε για κατάντια του ελληνικού τραγουδιού…

Λ.Χ.:
Σίγουρα…

ΠτΘ: Σήμερα γράφονται ρεμπέτικα;

Λ.Χ.:
Όχι το ρεμπέτικο ήταν η απεικόνιση κάποιας ζωής. Το ρεμπέτικο τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1950.

ΠτΘ: Έχετε αγωνισθεί και για τα δικαιώματα των ελλήνων μουσικών…

Λ.Χ.:
Ναι μέσω του σωματείου μας, της Ένωσης Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος δώσαμε τιτάνια μάχη για να πετύχουμε κάποια πράγματα. Δεν ήταν όμως νικηφόρες όλες οι μάχες, γιατί σήμερα η πειρατεία είναι ο κανονικός τρόπος διάδοσης του τραγουδιού. Βγαίνει ένας δίσκος, γίνονται τόσα έξοδα και φθάνουμε στο σημείο ο «πειρατής» να το πουλάει και σε μας τους ίδιους.

ΠτΘ: Σε κάποιο σημείο του βιβλίου σας λέτε ότι «μετανοιώσατε γιατί δεν ρίξατε φάπα σε γυναίκα»…

Λ.Χ.:
Αυτό είναι ένα λογοπαίγνιο. Κάνω πλάκα. Υπήρχε ένας γραφικός γεροντάκος στην Πάτρα που το έλεγε και θέλω να ομορφύνω αυτό το οποίο έλεγε.

ΠτΘ: κ. Χαψιάδη πολλοί ήταν οι άνθρωποι που στιγμάτισαν τη ζωή σας ιδιαίτερα όμως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος

Λ.Χ.:
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι το άλφα και το ωμέγα για μένα. Πιστεύω ότι είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας στιχουργός…

ΠτΘ: Οι «Λευτεριστές» εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να βρίσκονται…

Λ.Χ.:
Σήμερα υπάρχει μία άλλη γενιά «Λευτεριστών», που βρισκόμαστε με τον πρόεδρό μας και, μάλιστα, την Παρασκευή το πρωί φεύγω με το φίλο μου τον Αυγερινό τον Κιζηρίδη που είναι δόκιμο μέλος και, μάλλον, θα χρισθεί τακτικό, γιατί την Παρασκευή έχουμε συγκέντρωση στην Αθήνα.

ΠτΘ: Από τα φοιτητικά σας χρόνια είστε από τα ιδρυτικά μέλη συλλόγων. Στην αρχή ιδρύσατε το Α.Ρ.Ε.Ι, το Ανώτατο Ρεμπέτικο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, σύλλογο στον οποίο είσαστε «πρύτανης» και στη συνέχεια, τους «Λευτεριστές»…

Λ.Χ.:
Μα το ζω το τραγούδι. Δεν είμαι απόμακρος απ’ όλη αυτή την ιστορία. Το ζω μέσα σε τέτοιες καταστάσεις και όχι στα σημερινά νυχτερινά κέντρα.

ΠτΘ: Σκέφτεστε να γράψετε και κάτι άλλο;

Λ.Χ.:
Είναι στα σκαριά και ένα δεύτερο βιβλίο αλλά όταν είμαι έτοιμος θα σας το πω.

ΠτΘ: Τραγούδια συνεχίζετε να γράφετε;

Λ.Χ.:
Ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω τραγούδια, αλλά είναι πολύ δύσκολο σε μας που υπηρετήσαμε ένα άλλο τραγούδι, να κυκλοφορήσουμε τα δικά μας τραγούδια. Πριν τρία χρόνια γράψαμε ένα δίσκο με το Νικολόπουλο, στον οποίο συμμετείχαν ένδεκα τραγουδιστές πολύ γνωστοί, ο Τερζής, ο Μητροπάνος, η Βιτάλη, η Γλυκερία, ο Ρέμος και πήγε άπατος. Δεν τον έπαιξαν καθόλου τα ραδιόφωνα, γιατί θεώρησαν ότι είναι λαϊκός και οι λαϊκοί δεν πρέπει να παίζονται, πρέπει να σβηστούν. Με παράπονο σας λέω ότι έγραψα ένα τραγούδι για την Αλεξανδρούπολη και για ένα φαντάρο, μάλιστα την κατάσταση την είχε ζήσει ο Μητροπάνος που ήταν εδώ φαντάρος, πολύ ωραίο τραγούδι, όπως μου είπαν, σε μουσική Νικολόπουλου και με τραγουδιστή το Μητροπάνο και δεν το παίζουν ούτε οι σταθμοί της Αλεξανδρούπολης. Προτιμούν τα τραγούδια της νύφης μας, της Βανδή. Με αυτό δεν λέω ότι δεν πρέπει να παίζονται και αυτοί. Δεν είναι όμως δυνατόν να παίζει δέκα φορές η Βίσση και ο Καζαντζίδης μία ή καμία.

ΠτΘ: κ. Χαψιάδη, σε κάποιο σημείο του βιβλίου σας λέτε: «Ό,τι ονειρεύτηκα στο χώρο του τραγουδιού σχεδόν το έχω πετύχει. Όσα όμως λαχτάρισα στην προσωπική μου ζωή τα είδα μόνο στους άλλους».

Λ.Χ.:
Είναι μια διαπίστωση. Δεν μπορείς να λες ότι επειδή είσαι πετυχημένος στη δουλειά σου, είσαι πετυχημένος και στην προσωπική σου ζωή. Αυτό είναι κάτι άλλο.

ΠτΘ: κ. Χαψιάδη σας ευχαριστώ πολύ.

Λ.Χ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.