«Η ισχυς εν τη ενωσει»

Του Κώστα Μπούντα, γεωπόνου

 

Σε προηγούμενο άρθρο μας αναφερθήκαμε σε μερικά από τα μεγάλα και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας –εξαιρετικά αγροτικά προϊόντα αλλά και άλλα- που όμως δεν τα αξιοποιούμε, ούτε με τον σωστό τρόπο και ούτε στο βαθμό που πρέπει, παρότι η χώρα μας διαθέτει αξιόλογες θέσεις στο παγκόσμιο εμπόριο.

 

Επίσης, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε το μέγα θέμα των συνεταιρισμών στη χώρα μας συγκριτικά με το πώς αυτοί εξελίχθηκαν σε άλλες χώρες της ΕΕ και αναφερθήκαμε με αρκετά στοιχεία για το τι είναι και πως λειτουργεί ένα πρότυπο δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων, από τα πολλά που στην ΕΕ και όπως είπαμε πολλά από αυτά λειτουργούν από το 1950. Εξελίσσονται δυναμικά και θετικά, διακινούν πάνω από το 70% της εθνικής τους παραγωγής και αποτελούν το κυριότερο διαπραγματευτικό όπλο των αγροτών, προστατεύοντας το εισόδημά τους, τον κόπο τους και προσφέροντας εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.

 

Να μη ξεχνάμε, ότι τα αγροτικά προϊόντα και η αξία τους, μπορεί κατά τους υπολογισμούς των οικονομολόγων βέβαια, να συνεισφέρουν με μονοψήφιο ποσοστό στο ΑΕΠ της χώρας μας, όμως αποτελούν πολλαπλασιαστή του εθνικού μας πλούτου επί τουλάχιστον 4. Η συμμετοχή του αγροτικού τομέα δηλαδή στον εθνικό μας πλούτο είναι τουλάχιστο 4πλάσια από αυτή που αριθμητικά υπολογίζεται. Επιπλέον σε προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε σε μελέτη του καθηγητή αγροτικής οικονομίας της Γεωπονικής Σχολής του ΑΠΘ, κ. Κώστα Μάτα, σύμφωνα με την οποία κάθε αγρότης με κύρια ή αποκλειστική απασχόληση συντηρεί 4,7 θέσεις εργασίας στους άλλους τομείς της οικονομίας (μεταποίηση, τυποποίηση, συσκευασία, μεταφορές, υπηρεσίες, εφόδια κ.ά.

 

Η χώρα μας σίγουρα δεν είναι μεγάλη και ούτε μπορεί να ταΐσει όλο τον κόσμο. Μπορεί όμως να έχει αξιοπρεπή παρουσία σε όλες τις αγορές. Λύση σε ατομική βάση και μικρή κλίμακα δεν μπορεί να υπάρξει με τα σημερινά δεδομένα. Πώς να σταθούν άλλωστε οι μικρές ατομικές επιχειρήσεις απέναντι στον ανταγωνισμό του οποίου τα μεγέθη έχουν αγγίξει τον «ουρανό» λόγω της παγκοσμιοποίησης; Καμία ατομική γεωργική επιχείρηση από αυτές που έχουμε στην Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα ολιγοψώνια που είναι τα σούπερ μάρκετ, ούτε τα ολιγοπώλια που είναι οι εταιρείες εφοδίων.

 

Τα πλεονεκτήματα των συνεταιρισμών

 

Μοναδική διέξοδος, αν υπάρχει τέτοια υπό τις παρούσες συνθήκες στην Ελλάδα, είναι η επιχειρηματική οργάνωση με βάση τους κανόνες της αγοράς και οι κανόνες της αγοράς θέλουν μέγεθος. Μέγεθος που μόνο επιχειρηματικά οργανωμένοι συνεταιρισμοί μπορούν να δώσουν. Οι συνεταιρισμοί προσφέρουν μεγάλη κοινωνική υπηρεσία, προάγοντας την οικονομική δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη και αναπτύσσοντας το αίσθημα της ευθύνης στο λαό, που μέσα από αυτούς διαχειρίζεται άμεσα την οικονομική του ζωή.

 

Φιλοσοφία της δημιουργίας των συνεταιρισμών είναι η ισχύς εν τη ενώσει, δηλαδή να αποκτήσει μια ομάδα παραγωγών τα πλεονεκτήματα μιας μεγάλης δύναμης. Η βασική αυτή αρχή έχει παραμείνει ίδια και αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου.

 

Σύμφωνα με τον ορισμό που δόθηκε στο παγκόσμιο συνέδριο συνεταιριστικών οργανώσεων στο Μάντσεστερ της Αγγλίας το1995: «Συνεταιρισμός είναι μια αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεων τους, διαμέσου μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης».

 

Ιστορική αναδρομή στο θεσμό των συνεταιρισμών

 

Η ελευθερία της συγκρότησης συνεταιρισμού για την επιδίωξη νόμιμων σκοπών θεμελιώνεται στα συντάγματα όλων των φιλελεύθερων και δημοκρατικών πολιτειών (δικαίωμα του «συνεταιρίζεσθαι)». Για ιστορικούς λόγους να αναφέρω ότι στην Ελλάδα, από τις Αμφικτιονίες και τις Συμπολιτείες της αρχαιότητας φθάσαμε το 1778 στον ονομαστό παγκοσμίως τότε Συνεταιρισμό των Αμπελακίων, ο οποίος διαλύθηκε το 1811 λόγω επιδρομών αλλά και μεγάλων αλλαγών στη αγορά. Μετά τη διάλυση του συνεταιρισμού δεν μπορεί ουσιαστικά να γίνει λόγος για αξιόλογη συνεταιριστική κίνηση έως το 1900.

 

Ώθηση στο κίνημα έδωσε ο νόμος περί συνεταιρισμών 602/1915, ο οποίος ήταν σε ισχύ μέχρι το 1979. Από τότε όμως και μετά είχαμε μια πληθώρα νόμων που προσπαθούν να ρυθμίσουν τα της λειτουργίας των Συνεταιρισμών. Έτσι από τον ιστορικό νόμο Ν.602/1979 φθάσαμε στον Ν.2810/2000 και τελευταία στο Ν.4015/2011. Με το νόμο 4015/2011 καταργήθηκε ο δεύτερος και τρίτος βαθμός συνεταιριστικής οργάνωσης και δρομολογήθηκε η μετατροπή τους σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς. Παράλληλα, ξεκίνησαν ευρείας έκτασης συγχωνεύσεις αγροτικών συνεταιρισμών και ουσιαστική αδρανοποίηση μεγάλου αριθμού ανενεργών. Τέλος, δρομολογήθηκε η δραστική διευθέτηση των συνεταιριστικών χρεών μέσω σχεδίων αναδιάρθρωσης και εξυγίανσης.

 

Η ανάγκη για σταθερό πλαίσιο αγροτικής πολιτικής

 

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τον αρμοδιότερο σχετικά με τη συνεταιριστική νομοθεσία, υπάρχουν άλλοι καλύτεροι γνώστες. Μου δημιουργείτε όμως μια μεγάλη απορία, σαν πολίτη αυτής της χώρας. Γιατί έχει καταστεί τόσο αναγκαία η τόσο συχνή νομοθέτηση περί των συνεταιρισμών; Βέβαια αυτό γίνεται και για άλλους τομείς και όχι ειδικά για τους συνεταιρισμούς. Δεν μπορούμε όμως να μην παρατηρήσουμε ότι οι εν λόγω πρακτικές δείχνουν μια πολιτεία που τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από τις εξελίξεις χωρίς να μπορεί να τις προλάβει, δείχνει ότι οι νόμοι που ψηφίζονται δεν συγκεντρώνουν τη μέγιστη δυνατή συναίνεση, η εκάστοτε αντιπολίτευση λέει ότι όταν έρθει στην εξουσία θα αλλάξει το νόμο και άλλα παρόμοια. Μπορούμε έτσι να ορθοποδήσουμε;

 

Θαρρώ ότι όλοι εμείς οι απλοί πολίτες κατανοούμε την αναγκαιότητα η χώρα μας να αποκτήσει επιτέλους ένα σταθερό πλαίσιο αγροτικής πολιτικής με καθαρές κατευθύνσεις και προσανατολισμούς, μέσα στα κοινοτικά πλαίσια, που θα εφαρμόζεται με διακυβερνητική συνέπεια και συνέχεια, ώστε να ξέρουμε που βρισκόμαστε και που θέλουμε να φτάσουμε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να κινείται και ο νόμος περί συνεταιρισμών για να έχει «αντοχή» και διάρκεια. Μια τέτοια αγροτική πολιτική άλλωστε θα μπορούσε να διαμορφώσει βιώσιμες προοπτικές.

 

Αντί αυτού βλέπουμε ότι η εκάστοτε πολιτική ηγεσία προσπαθεί με αυτοσχεδιασμούς ή αποσπασματικά μέτρα, να είναι ευχάριστη και όχι μακροχρόνια χρήσιμη, προσπαθεί για το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος. Ψηφίζουμε νόμους και διατάξεις μόνο και μόνο για να καλύψουμε τις απαιτήσεις της ΕΕ για εναρμόνιση με τα κοινοτικά δρώμενα χωρίς όμως πραγματικές πρακτικές προεκτάσεις, χωρίς πραγματική εφαρμογή. Βλέπουμε τα πάντα κάτω από το πρίσμα του πολιτικού κόστους, στο όριο μιας θητείας υπουργού και στο πλαίσιο της επανεκλογής στις επόμενες εκλογές.

 

Το 90% της συνολικής παραγωγής γάλακτος και βουτύρου και το 80% της παραγωγής τυριού στη Δανία εμπορεύεται από συνεταιρισμούς

 

Ας δούμε τι συμβαίνει σε άλλες χώρες της ΕΕ. Ίσως αποτελεί μια σοφή στρατηγική να αξιολογήσουμε τα υπάρχοντα καθεστώτα και αν τα θεωρήσουμε πετυχημένα μοντέλα ας υιοθετήσουμε κάποιες ιδέες. Εκεί τουλάχιστο δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου τόσο συχνή αλλαγή νομοθεσίας.

 

Στη Δανία, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ειδικός συνεταιριστικός νόμος που να διέπει τη δημιουργία και τη λειτουργία των συνεταιρισμών, ωστόσο διαθέτει ένα από τα πιο ανεπτυγμένα συνεταιριστικά κινήματα του κόσμου. Το κυριότερο χαρακτηριστικό των αγροτικών συνεταιρισμών στη Δανία είναι ότι έχουν αναπτυχτεί κλαδικά, δηλαδή κατά κλάδο παραγωγής όπως το κρέας ή το γάλα, καλύπτοντας έτσι το σύνολο της χώρας ή μια μεγάλη περιφέρεια.

 

Το σπουδαιότερο προϊόν της Δανίας είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία διαχειρίζονται οι γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί που είναι από τους αρχαιότερους στη χώρα και εμπορεύονται περίπου το 90% της συνολικής παραγωγής γάλακτος και βουτύρου και περίπου το 80% της παραγωγής τυριού. Σημειώστε ότι τα 3/5 της παραγωγής εξάγονται μεταποιημένα, τυποποιημένα, πιστοποιημένα και επώνυμα, προσφέροντας στους παραγωγούς υψηλή προστιθέμενη αξία.

 

Έχει ιδιαίτερη σημασία και αξίζει να αναφερθεί η ύπαρξη της Ομοσπονδίας Δανικών Γαλακτοκομείων που έχει εθνική οργάνωση και πλαισιώνεται όχι μόνο από τους συνεταιρισμούς αλλά και από ιδιωτικές επιχειρήσεις σε αρμονική συνεργασία, γι’ αυτό και εξαιρετικά εξαγωγικά επιτεύγματα. Επίσης έχουν δημιουργηθεί ο Δανικός Εξαγωγικός Οργανισμός Βουτύρου και ο Δανικός Εξαγωγικός Οργανισμός Τυριού οι οποίοι συμβάλουν αποφασιστικά στις εξαγωγές και μάλιστα επιτυγχάνουν το 90% των εξαγωγών να προέρχεται από προϊόντα του συνεταιρισμού.

 

Ανάλογο τρόπο λειτουργίας έχουν οι Κτηνοτροφικοί Εμπορικοί Συνεταιρισμοί, η Ομοσπονδία Δανικών Συνεταιριστικών Εργοστασίων μπέικον και ο Δανικός Συνεταιρισμός Γεωργικών Εφοδίων. Ο τελευταίος πραγματοποιεί εισαγωγή και εμπόριο του 50% των λιπασμάτων και ζωοτροφών προσφέροντας στα μέλη του ικανοποιητικές τιμές και γεωπονικές συμβουλές.

 

Σε ορισμένες περιπτώσεις συνεταιρισμών, το μέλος είναι υποχρεωμένο να παραδίδει μια ελάχιστη ποσότητα του προϊόντος που παράγει ή και ολόκληρη την ποσότητα στον συνεταιρισμό. Ολόκληρη την ποσότητα οφείλουν να παραδίδουν όσοι είναι μέλη στον γαλακτοκομικό συνεταιρισμό και σε αυτόν του μπέικον. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται πάγια μια μεγάλη ποσότητα προϊόντος που έχουν να διαχειριστούν και καταμερισμό των λειτουργικών δαπανών σε μεγαλύτερη ποσότητα προϊόντων. Στην Δανία, άλλωστε, αναπτύχθηκε και ανδρώθηκε ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός τυροκομικός συνεταιρισμός, ο οποίος μετά τη συγχώνευσή του με τον αντίστοιχο σουηδικό μετατράπηκε σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία.

 

Το 50% των γεωργικών προϊόντων στην Ολλανδία διακινούνται μέσω αγροτικών συνεταιρισμών

 

Στην Ολλανδία οι αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι απλού σκοπού, δηλαδή πραγματοποιούν μόνο μια δραστηριότητα. Υπάρχουν συνεταιρισμοί εμπορίας φρούτων και λαχανικών, μεταποίησης και εμπορίας του γάλακτος, ασφαλιστικοί και πιστωτικοί συνεταιρισμοί, συνεταιρισμοί γεωργικών εφοδίων κλπ. Για τον λόγο αυτό παρατηρείται το φαινόμενο οι αγρότες στην Ολλανδία να είναι μέλη κατά μέσο όρο σε 4 συνεταιρισμούς, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν και στους 8! Ένας παραγωγός κηπευτικών για παράδειγμα είναι μέλος στον συνεταιρισμό εμπορίας, στον πιστωτικό, σε αυτόν των γεωργικών εφοδίων κ.ο.κ.

 

Όσον αφορά στην οργάνωσή τους, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ολλανδία, που είναι περίπου 2.000, οργανώνονται σε 25 Κεντρικές Οργανώσεις κατά κλάδο παραγωγής. Οι Κεντρικές Οργανώσεις οργανώνονται σε μια εθνική οργάνωση, το Εθνικό Συνεταιριστικό Συμβούλιο, που έχει ως στόχο να προάγει τα συμφέροντα των συνεταιρισμών απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση και εμπόρους. Με τον τρόπο αυτό οι αγροτικοί συνεταιρισμοί διακινούν πάνω από το 50% των γεωργικών προϊόντων και παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην εθνική οικονομία της χώρας. Ο μεγαλύτερος γαλακτοκομικός συνεταιρισμός της Ευρώπης έχει την έδρα του στην Ολλανδία και έχει επεκταθεί με το μοντέλο της πολυεθνικής εταιρείας σε πολλές χώρες του κόσμου, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα – και προέκυψε μετά από τη συγχώνευση των δύο μεγαλύτερων γαλακτοκομικών συνεταιρισμών της Ολλανδίας.

 

Σε μορφή πυραμίδας η οργάνωση των αγροτικών συνεταιρισμών στη Γαλλία

 

Στη Γαλλία ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των αγροτικών συνεταιρισμών, είναι η αρχή της αποκλειστικότητας, που σημαίνει ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν να συναλλάσσονται μόνο με τα μέλη τους και μόνο μέχρι το 20% του συνολικού τζίρου μπορεί να συναλλαγούν με μη μέλη. Τα μέλη από την πλευρά τους υποχρεώνονται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των συνεταιρισμών. Επίσης, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ένα Συμβουλευτικό Συμβούλιο και Διευθυντήριο αντί για κλασσικό διοικητικό συμβούλιο, ώστε να έχουν καλύτερο μάνατζμεντ.

 

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί της Γαλλίας είναι οργανωμένοι σε μορφή πυραμίδας (τοπικοί συνεταιρισμοί –πρωτοβάθμιες οργανώσεις, περιφερειακές ενώσεις –δευτεροβάθμιες οργανώσεις και εθνικές ενώσεις που είναι οι τριτοβάθμιες οργανώσεις). Όσο ανεβαίνουμε στην πυραμίδα τόσο πιο ισχυρές είναι οι οργανώσεις και τόσο πιο δραστήριες είναι στα θέματα που τους απασχολούν. Οι εθνικές ενώσεις ανήκουν σε μια από τις τρεις διαφορετικές εθνικές ομοσπονδίες, τη Γαλλική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συνεταιρισμών, την Εθνική Ομοσπονδία Αγροτικών Ασφαλίσεων και την Εθνική Ομοσπονδία Αγροτικής Πίστης.

 

Οι λόγοι που η ακολουθούμενη συνεταιριστική πολιτική στην Ελλάδα, δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία

 

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ιδέα του συνεργατισμού παραμένει κυρίαρχη και επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Είναι το εργαλείο με το οποίο όλος ο σύγχρονος κόσμος ασκεί γεωργική επιχειρηματικότητα και διαφυλάσσει το θεσμό σαν κόρη οφθαλμού.

 

Όπως μας λένε ειδικοί, οι συνεταιρισμοί, όπως κάθε άλλος επιχειρηματικός οργανισμός, παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα, ήρθαν αντιμέτωποι με μεγάλες προκλήσεις τα τελευταία 20 χρόνια. Προκλήσεις που δεν είχαν να κάνουν μόνο με τις ραγδαίες αλλαγές επενδυτικής και καταναλωτικής συμπεριφοράς στις παγκόσμιες αγορές, αλλά και με μια σειρά παραγόντων που έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη δομών και στρατηγικών που ικανοποιούν τις ολοένα αυξανόμενες και διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες των μελών τους. Συγκεκριμένα, η επιχειρηματική δραστηριότητα των συνεταιρισμών στην Ελλάδα, όπως κι άλλων επιχειρηματικών μορφών, δυστυχώς δεν απέφυγε τη «Σκύλλα» του κράτους και τη «Χάρυβδη» των κομμάτων.

 

Μερικοί μόνο από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους η συνεταιριστική πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία θεωρούνται οι παρακάτω:

• Η απαρχαιωμένη νομοθεσία περί επιχειρηματικού συνεργατισμού μέχρι και τα μέσα της τελευταίας δεκαετίας

 

• Οι αδιαφανείς και σε πολλές περιπτώσεις διαφθαρμένες επιχειρηματικές συναλλαγές

 

• Η έλλειψη μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού και πολιτικής εξαγωγών με προσανατολισμό τις ανάγκες της αγοράς κι όχι στην «ελληνικότητα»

 

• Ο εφησυχασμός των μελών και διοικούντων των συνεταιρισμών βασιζόμενος στην πολιτική των επιδοτήσεων

 

• Ο μη επιτυχής συντονισμός των δραστηριοτήτων μεταξύ διαφορετικών ομάδων μελών του ίδιου συνεταιρισμού ή συνεταιρισμών της ίδιας μικροπεριφέρειας, παρακινούμενος τις περισσότερες φορές από μικροκομματικά συμφέροντα (δυστυχώς δεν ήταν σαφές ότι το «κομματικό σακάκι» δεν είχε καμία θέση στη αίθουσα συνεδριάσεων και λήψης αποφάσεων)

 

• Η ατελείωτη γραφειοκρατία η οποία απαιτεί δεκάδες υπογραφές για την έναρξη κάθε σοβαρής επιχειρηματικής δράσης στον ελλαδικό χώρο

 

• Η έντονη δυσπιστία και απαξίωση προς ένα μεταπολιτευτικό και οικονομικό σύστημα αξιών περί ανάπτυξης

 

• Η παντελής έλλειψη ενός σταθερού και συναινετικού συστήματος αξιών, καθώς και συνεταιριστικής παιδείας και κουλτούρας που προάγουν τη συλλογικότητα με στόχο τη δημιουργική και βιώσιμη κοινωνικοοικονομική επιχειρηματικότητα μέσω του οχήματος του «συνεταιρίζεσθαι»

 

Το παράδειγμα του συνεταιρισμού στο Χύτεν της Ελβετίας εν έτει 1972

 

Οι συνεταιρισμοί όπου πέτυχαν ήταν γιατί προσαρμόστηκαν κατάλληλα, αυτοί και τα μέλη τους, από την αρχή για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων και ήταν ευέλικτοι.

 

Θυμήθηκα την εκπαιδευτική επίσκεψη σαν φοιτητής της Γεωπονικής Θες/νίκης το 1972, που επισκεφθήκαμε έναν κτηνοτροφικό συνεταιρισμό σε ένα μικρό χωριό της Ελβετίας, το Χύτεν. Τον συγκροτούσαν 150 περίπου μέλη που μεταποιούσαν όλη την παραγωγή τους στο συνεταιριστικό εργοστάσιο. Στο πρωινό του μικρού ξενοδοχείου που μέναμε, μας πρόσφεραν το γάλα παστεριωμένο σε γυάλινα μπουκάλια με το αλουμινένιο καπάκι. Εκείνη την εποχή στη χώρα μας το γάλα κυκλοφορούσε κατά κανόνα στα αστικά κέντρα σε μορφή χύμα, από τα γαλακτοπωλεία της γειτονιάς. Με αυτή την εικόνα στα μάτια μου, ρώτησα την υπεύθυνη γιατί δεν πρόσφεραν το γάλα από τη δική τους φάρμα που ήταν δίπλα σχεδόν στις εγκαταστάσεις. Μου απάντησε ότι, οτιδήποτε γαλακτοκομικό χρειάζονται το αγοράζουν από το κατάστημα του συνεταιρισμού και αναρωτήθηκε με έμφαση και απορία συγχρόνως, αν δεν στηρίξω εγώ τον συνεταιρισμό μας γιατί να θέλω να τον στηρίξουν άλλοι;

 

Εκεί επίσης έμαθα ότι τότε (1972) προσλάμβαναν Διευθυντή του συνεταιρισμού με προκήρυξη και για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η αμοιβή του ήταν σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο μισθό της εποχής, σε βαθμό που τον θεώρησα λάθος. Μας διευκρίνισε όμως η υπεύθυνη του ξενοδοχείου και μέλος του συνεταιρισμού ότι η αμοιβή ήταν τέτοια, ώστε να μη μπαίνει σε πειρασμό ο Διευθυντής για άλλα, να κάνει καλά τη δουλειά του και αν ο συνεταιρισμός είχε κέρδη, εισέπραττε και επιπλέον ένα 5% επί των κερδών. Αν όμως είχε ζημιές, τις πλήρωνε από τη τσέπη του.

 

Οι συνεταιρισμοί έχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες και ίσως δεν έχουν καταλάβει ακόμη τη δύναμή τους

 

Εδώ τις ζημιές απλά τις διαχειριζόταν το επόμενο Δ.Σ. μετά την αποδοχή τους από τη Γενική Συνέλευση. Βέβαια, θα μου πείτε, ο κομματικός εναγκαλισμός των συνεταιρισμών και η κρατική πολιτική επέδρασαν αρνητικά στη βιωσιμότητά τους και στην ανάπτυξή τους. Είναι εύκολο όμως αυτές οι νοοτροπίες να απαλειφθούν εν έτει 2014; Κάποια σημάδια δείχνουν ότι η σημερινή οικονομική κρίση φέρνει κάποιες αλλαγές, δυστυχώς με πολύ αργούς ρυθμούς, διότι οι ρίζες του κακού, η κομματοκρατία, το πελατειακό σύστημα έχουν εισχωρήσει βαθειά, όχι μόνο στους θεσμούς του κράτους και της οικονομίας, αλλά και στους κοινωνικούς θεσμούς και στην ίδια την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων.

 

Καλά θα κάνουμε λοιπόν, όλοι να συνδράμουμε ώστε το κράτος και τα κόμματα να αφήσουν τους συνεταιρισμούς ήσυχους να επιτελέσουν το έργο τους. Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα της κρίσης, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία σύγχρονων συνεταιρισμών με βιώσιμες προοπτικές, να προσφέρουν μεγάλη κοινωνική υπηρεσία, να προάγουν την οικονομική δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη και να αναπτύξουν το αίσθημα της ευθύνης και εμπιστοσύνης στα εξαιρετικά ελληνικά προϊόντα .

Οι συνεταιρισμοί έχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες και ίσως δεν έχουν καταλάβει ακόμη τη δύναμή τους. Η πραγματική ώθηση μπορεί να δοθεί μέσα από την ανάπτυξη επιθετικών στρατηγικών, την έμφαση στον προσανατολισμό στην αγορά, τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και την ανάδειξη της συνεταιριστικής ταυτότητας. Υπάρχουν τέτοια λαμπρά παραδείγματα αλλά δυστυχώς είναι λίγα.

 

Είναι λοιπόν στο χέρι των συνεταιρισμών και των μελών τους να υιοθετούν τα οργανωτικά χαρακτηριστικά που μπορούν να υποστηρίξουν την ώθηση, τη «φυγή προς τα εμπρός». Η κρίση δημιούργησε δύσκολες συνθήκες για όλους, αποτέλεσε όμως και αποτελεί ευκαιρία και για το συνεταιριστικό χώρο. Για παράδειγμα, η δυσκολία παροχής δανείων από τις τράπεζες οδήγησε αρκετούς συνεταιρισμούς να στραφούν σε εσωτερική χρηματοδότηση, δηλαδή σε χρηματοδότηση από τα μέλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο «δέσιμο» των μελών με το συνεταιρισμό τους, καθώς η έμμεση επένδυσή τους σε αυτόν, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για πιο ενεργή συμμετοχή και ουσιαστικό ενδιαφέρον.

 

Σε αρκετές χώρες, όπως προαναφέραμε, με δυνατούς συνεταιρισμούς δεν υπάρχει ειδικό συνεταιριστικό νομικό πλαίσιο. Εκεί οι συνεταιρισμοί λειτουργούν σαν εταιρίες περιορισμένης ευθύνης με ελαφρά τροποποιημένο καταστατικό. Ο συνεταιρισμός απαιτεί πίστη και εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών – δηλαδή ανθρώπινο κεφάλαιο. Ο συνεταιρισμός δεν είναι συνδικαλισμός. Η συνεργατικότητα είναι προϋπόθεση, όχι αυτοσκοπός. Ο συνεταιρισμός είναι μια μορφή οργάνωσης μιας επιχειρηματικής ή άλλης δραστηριότητας και θα πρέπει αυτήν να υπηρετεί με συνέπεια. Κάθε επιτυχημένος συνεταιρισμός, όπως κάθε επιχείρηση, θα πρέπει να στηρίζεται στην βάση του, στα μέλη, τους εργαζόμενους, στους πελάτες και στους προμηθευτές του, λαμβάνοντας υπόψη τις ευκαιρίες και περιορισμούς του κοινωνικού περιβάλλοντος και της οικονομικής συγκυρίας, τόσο απλά.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.