Η ισχυς αντιμετωπη με το δικαιο

Με την καταστροφή της Γάζας διαρκώς παρούσα όπως και τις μαζικές δολοφονίες παιδιών και αμάχων, ο πόλεμος θέλοντας και μη είναι τρομακτικά επίκαιρος ακόμη στις μέρες μας… Γι’ αυτό και το αφιέρωμα της «Ελευθεροτυπίας» στην προβληματική του ήταν ό,τι το καλύτερο… Γιατί ενδεχομένως πολλοί οι πόλεμοι που μέλλονται στη γη ακόμη… Εκτός κι αν τους αποτρέψουμε…

Περί πολέμου λοιπόν…

Ο πόλεμος είναι το πιο επιζήμιο και καταστροφικό κοινωνικό φαινόμενο. Ο πόλεμος προκαλεί τον θάνατο, την υλική καταστροφή, την κατάρρευση του οικονομικού, φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Ο συγγραφέας του παρουσιαζόμενου βιβλίου υποστηρίζει πως ο πόλεμος δεν είναι μόνον αυτό. Ο πόλεμος πλήττει την ηθική μας υπόσταση και «θέτει σε αμφισβήτηση την εικόνα που δώσαμε για την αξία της ανθρώπινης ζωής» (σελ. 127). Είναι δυνατόν επομένως, αν ο πόλεμος είναι όλα τα παραπάνω, να μιλάμε για δίκαιο πόλεμο και για μια ηθικοπολιτική προσέγγιση του φαινομένου; Μπορεί ένας πόλεμος να είναι δίκαιος, και πότε; Είναι δυνατόν οι διεθνείς σχέσεις να συγκροτηθούν πέρα από τη βάση της ισχύος και της θεωρίας του ρεαλισμού των διεθνών σχέσεων; Και αν ακόμη ήταν δυνατόν να συγκροτηθεί μια παγκόσμια κοσμοπολίτικη κοινότητα θα αποτελούσε ο «αμιγής κοσμοπολιτισμός» την κατάλληλη λύση, η οποία θα μπορούσε να εγγυηθεί το δικαίωμα επιλογής των ανθρώπων; Τελικά υπάρχει κάποια βάση ηθικοπολιτικής νομιμοποίησης των δύο πλευρών του πολέμου, οι οποίες αφορούν η πρώτη τη νομιμότητά του και η δεύτερη τις συνθήκες διεξαγωγής του; Επίσης αναρωτιέται ο συγγραφέας αν η ασφάλεια, με την έννοια της διατήρησης του status quo, πρέπει να αποτελεί το μόνο ζητούμενο των διεθνών σχέσεων ή μήπως οφείλουμε να δούμε αυτό το ζητούμενο μέσα από την προτεραιότητα της δικαιοσύνης και της ελευθερίας των ατόμων; Σ’ αυτήν ακριβώς την αναζήτηση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης ο συγγραφέας ψαύει και τις πηγές νομιμοποίησης των πολέμων.

Ο πόλεμος, και αυτό είναι μια πολύ σημαντική συνεισφορά του συγγραφέα, δεν αποτελεί έργο μόνο των κρατών, αλλά και των λαών και των ατόμων. Εδώ επικεντρώνει την προσοχή του σε ερωτήματα που αφορούν τη στάση των λαών, και κυρίως των ατόμων έναντι άδικων πολέμων ή πολέμων που οργανώνονται από μη δημοκρατικά κράτη. Σ’ αυτά τα ερωτήματα επιδιώκει να απαντήσει ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, και με την απάντησή του φιλοδοξεί να ανασυγκροτήσει μια ηθικοπολιτική θεωρία υπέρ ενός «ήπιου κοσμοπολιτισμού».

Η θεωρία του δίκαιου πολέμου

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, συγγραφέας βιβλίων και άρθρων με αντικείμενο κυρίως τη φιλοσοφία του δικαίου, με αυτό το έργο συμβάλλει στην «πολιτικοποίηση» της κλασικής θεωρίας του δικαίου. Ο συγγραφέας διαπιστώνει τις εσωτερικές ελλείψεις της κλασικής θεωρίας του δικαίου, αλλά και την αδυναμία της να απαντήσει στα ερωτήματα που γεννιούνται από τις σημερινές πολεμικές επιχειρήσεις, όπως είναι η τρομοκρατία ως πόλεμος, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, οι προληπτικές επεμβάσεις και οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις. Ο συγγραφέας πιστεύει πως η θεωρία του δίκαιου πολέμου δεν είναι σε θέση να απαντήσει στις ανάγκες της σημερινής πολύπλοκης διεθνούς πραγματικότητας.

Προτού προχωρήσουμε στην ουσία της παρουσίασης και στις κριτικές μας επισημάνσεις θα θέλαμε να σημειώσουμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ πλούσιο και σημαντικό βιβλίο. Με ένα βιβλίο που στηρίζεται στη μέθοδο της διαρκούς κατεδάφισης των έτοιμων απαντήσεων. Ο συγγραφέας δεν ασκεί κριτική σε κάποιες απόψεις για να κτίσει στα ερείπια αυτής της κριτικής το δικό του οικοδομικό τετράγωνο. Στη βάση μιας «τετράγωνης» λογικής εξετάζει κάθε θέμα μέσα από τον έκδηλο χαρακτήρα των λογικών απαντήσεων για να διεισδύσει πίσω απ’ αυτές και να καταρρίψει το προφανές. Βεβαίως έτσι κτίζεται ένα καινούριο προφανές, αλλά ο συγγραφέας αποδομεί και το καινούριο «δικό του» προφανές. Καμία από τις θέσεις του π.χ. για την τρομοκρατία, τις ανθρωπιστικές επεμβάσεις, τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν δεν παρουσιάζεται ως αξίωμα, αλλά μόνον ως συνέπεια μιας κανονιστικής φιλοσοφίας για τον κόσμο, μιας ηθικοπολιτικής θεωρίας για τις προϋποθέσεις νόμιμης άσκησης βίας από διεθνή υποκείμενα δράσης. Ο προερχόμενος από την κανονιστική του φιλοσοφία ήπιος κοσμοπολιτισμός δεν αποτελεί ένα καλούπι με το οποίο καλούνται να προσαρμοστούν οι διεθνείς σχέσεις, αλλά έναν γνώμονα για τη συγκρότηση ενός πλαισίου ηθικοπολιτικής νομιμοποίησης και εξευγενισμού αυτών των σχέσεων. Το κύριο εδώ έγκειται στην πεποίθηση του συγγραφέα πως δεν μπορούμε να αφήσουμε τις διεθνείς σχέσεις να στηρίζονται στη λογική των συμφερόντων και της ισχύος. Το κριτήριό του για τις διεθνείς σχέσεις είναι η δημοκρατία, η ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη. Μπορεί κάποιοι «ρεαλιστές» ή πιο ορθά εθνικιστές να καγχάζουν και να περιγελούν τέτοια κριτήρια ή κάποιοι άλλοι, λέγε με Μπους και νεοσυντηρητικό, να τα χρησιμοποιούν για να επιβάλουν τη δική τους ισχύ, αυτό όμως δεν σημαίνει πως όσοι πιστεύουν στην ανθρώπινη αυτοτέλεια δεν πρέπει να τα υπερασπιστούν.

Ο Παπαγεωργίου πιστεύει πως δεν είναι εύκολο να διαγράψουμε την αίσθηση της εθνικής ταυτότητας που έχουν οι άνθρωποι. Το να επιδιώκουμε κάτι τέτοιο είναι αντίστοιχο με το να αρνούμεθα το δικαίωμα στους ανθρώπους να είναι αυτόνομοι και να ελέγχουν τη ζωή τους. Βεβαίως θα μπορούσαμε να αντιτείνουμε πώς ακριβώς η φυσική δέσμευση του εθνικού δεσμού περιορίζει ακριβώς την ανθρώπινη αυτοτέλεια και επιλογή. Ο συγγραφέας το κατανοεί αυτό, γι’ αυτό και δεν δέχεται αυτομάτως την όποια εθνική ένταξη, αλλά μόνον αυτή που προκύπτει μετά τον αναστοχασμό για την ηθική αξία και τη δεσμευτική της σημασία για την ατομική αυτοτέλεια. Αναρωτιέται όμως κανείς πόσες, ποιες και με ποια κριτήρια οι εθνικές ταυτότητες πληρούν αυτά τα κριτήρια;

Σ’ αυτό το σημείο κάνει μία σημαντική παρατήρηση. Παρ’ όλο που θεωρεί πως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι έχουν ανάγκη αυτούς που σε κάποιο βαθμό είναι όμοιοί τους, προχωράει αυτή τη διαπίστωση ένα μεγάλο βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας πως αν και οι εθνικές ταυτίσεις είναι μεγάλης σημασίας για τα άτομα, αυτό δεν σημαίνει πως κάθε έθνος έχει την ίδια ηθική αξία. Για τον συγγραφέα κάθε έθνος «δικαιολογεί την ύπαρξή του στον κόσμο αν έχει ιδανικά και, επίσης, αν τα ιδανικά του εννοούνται ειλικρινά ως παγκόσμια» (σελ. 43). Με άλλα λόγια, ένα έθνος δεν είναι νόμιμο επειδή και μόνον υπάρχει, αλλά μόνον όταν σέβεται τα δικαιώματα όσων συμβιούν στην επικράτειά του, αλλά και όσων ζουν εκτός αυτής. Η νομιμοποίηση που προέρχεται από την επίκληση ιστορικών τίτλων, έστω και νόμιμα μεταβιβασμένων, αποτελεί μία αυθαίρετη νομιμοποίηση.

Ο συγγραφέας αρχίζει την κριτική παρουσίαση της θεωρίας του δίκαιου πολέμου από την ανάλυση των θεωριών των Καντ, Μιλ, Ρολς και Γουόλτσερ. Η καντιανή ιδέα μιας διεθνούς κοινωνίας δημοκρατικών κρατών λειτουργεί ως υπόβαθρο για τη συμβολή του Ρολς. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει ασφαλές ερμηνευτικό κλειδί στον σύγχρονο πολυσυλλεκτικό κόσμο. Οχι τυχαία ο Ρολς, για να χωρέσει αυτή τη θεωρία στον σύγχρονο κόσμο, χαλαρώνει πολύ τους όρους συμμετοχής στη διεθνή κοινωνία του δικαίου.

Ο συγγραφέας για να προχωρήσει στην απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον είναι νοητός ένας δίκαιος πόλεμος, ξεκινά από τη θεωρία του δίκαιου πολέμου. Αρχικά, παρουσιάζει τις τρεις αρχές του δίκαιου πολέμου, την αρχή της δίκαιης αιτίας, της νομιμότητας του υποκειμένου που καλεί σε πόλεμο και την αρχή της αγαθής πρόθεσης. Αυτές οι αρχές στηρίζονται σε άλλες τέσσερις συμπληρωματικές αρχές. Αυτή η θεωρία όμως έχει πολλά κενά για να αποτελέσει ερμηνευτικό κλειδί στη σύγχρονη πραγματικότητα. Μια σημερινή ηθικοπολιτικά εύλογη θεωρία για τον ηθικά νόμιμο πόλεμο χρειάζεται να απαντήσει στο ερώτημα ποιο κράτος-έθνος νομιμοποιείται να πολεμά και για ποιους λόγους. Το δικαίωμα στην άμυνα (αυτονόητο για πολλές θεωρήσεις περί δίκαιου πολέμου) δεν νομιμοποιεί τους πάντες και τα πάντα. Είναι αλήθεια πως κάθε άτομο δικαιούται να υπερασπίσει τον εαυτό του. Τα πράγματα όμως με τους λαούς και τα κράτη είναι πιο σύνθετα. Ο Παπαγεωργίου υποστηρίζει πως η ευρύτερη ηθική νομιμοποίηση μιας πολιτικής κοινότητας συνδέει το δικαίωμά της στην άμυνα με την υποχρέωσή της να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των ίδιων της των πολιτών, αλλά και με αντίστοιχες υποχρεώσεις έναντι άλλων κοινοτήτων και εθνών. Νόμιμος είναι ο πόλεμος ενός κράτους, όχι μόνον όταν δέχεται επίθεση από ξένους, αλλά και όταν συνάμα το ίδιο υπερασπίζεται τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Επίσης οι πολίτες ενός αντιδημοκρατικού κράτους δεν υποχρεούνται να το υπερασπίσουν, αν και δικαιούνται να θέλουν να το υπερασπίσουν. Αυτή η προσέγγιση του συγγραφέα υποχωρεί όταν ο ίδιος δέχεται πως ένα μη δημοκρατικό κράτος νομιμοποιείται να αμυνθεί στην περίπτωση ύπαρξης ενός «ειδώλου δικαιώματος», που αφορά την πιθανότητα το συγκεκριμένο κράτος να μπορεί στο μέλλον να εκδημοκρατιστεί. Και αυτό συμβαίνει γιατί θεωρεί πως η δημοκρατία και η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν ταιριάζει μόνο στη δυτική αντίληψη, όπως συνήθως ο νεοσυντηρητισμός και ο μετανεωτερισμός υποστηρίζουν, αλλά σε όλον τον κόσμο.

Οι αρχές της διεθνούς κοινωνίας και ο ήπιος κοσμοπολιτισμός

Αυτό που αφορά τις ξεχωριστές κοινότητες, έθνη, κράτη ισχύει και για τη διεθνή κοινότητα. Η διεθνής κοινότητα έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να βοηθά τους λαούς των μη δημοκρατικών χωρών μόνο και εφόσον η ίδια τηρεί, όχι μόνο τους τυπικούς κανόνες της διεθνούς νομιμότητας και τις αρχές του ΟΗΕ, αλλά και τις αρχές της προάσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και δεν χρησιμοποιεί δυσανάλογα μέσα για την προάσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων που ζουν σε μη δημοκρατικά καθεστώτα. Ο συγγραφέας απορρίπτει την άποψη που θεωρεί την κρατική κυριαρχία ανώτερη από την προάσπιση των ίδιων των ατόμων. Θεωρεί πως μια ανθρωπιστική επέμβαση δεν είναι πάντοτε εκδήλωση πολιτικού και πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Ταυτοχρόνως δεν απορρίπτει και μορφές αντίστασης που «τρομοκρατούν» καταπιεστικά καθεστώτα, αρκεί τα θύματά τους να μην είναι άμαχοι. Με γνώμονα αυτήν την κανονιστική προσέγγιση δεν απορρίπτει και τη νομιμότητα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, αρκεί αυτός να τίθεται στο μικροσκόπιο των συγκεκριμένων ηθικοπολιτικών αρχών, κάτι που δεν συνέβη στην περίπτωση του Ιράκ. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν και της Γιουγκοσλαβίας, αν και υπήρχαν ισχυροί ηθικοπολιτικοί λόγοι νομιμοποίησης της επέμβασης, η μη αναλογικότητα του στόχου με τα μέσα και τις άλλες δυνατότητες που υπήρχαν έθεσε σε αμφισβήτηση το όλο εγχείρημα. Γενικά ο συγγραφέας δέχεται με προϋποθέσεις τις ανθρωπιστικές επεμβάσεις και απορρίπτει τους προληπτικούς πολέμους με το σκεπτικό πως κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί νόμιμα προτού διαπράξει κάποιο αδίκημα, όσο και αν αποτελεί δυνητική απειλή.

Αποτελεί όμως ο «αμιγής» κοσμοπολιτισμός απάντηση στα παραπάνω ζητήματα; Ο συγγραφέας δεν το πιστεύει. Το συμπέρασμα του Παπαγεωργίου είναι πως, στις παρούσες συνθήκες, το να αντιλαμβάνεσαι τις υποχρεώσεις σου μόνον από τη σκοπιά του κόσμου δεν είναι μόνον ουτοπικό, αλλά και στρεβλωτικό. Θεωρεί πως δεν μπορεί η θεωρία να παραβλέπει τη σύγκρουση που προκύπτει από την αλληλεγγύη μας προς τους συμπατριώτες και από την αλληλεγγύη μας προς τα ανθρώπινα όντα γενικά. Στο πλαίσιο αυτό κατανοεί και την καχυποψία των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων έναντι του άλλου και του διαφορετικού. Για τον συγγραφέα η θεωρία του δίκαιου πολέμου, αν αναχθεί σ’ ένα αμιγώς κοσμοπολίτικο περιβάλλον, δημιουργεί μια εικονική «έννομη τάξη», η οποία κατ’ ουσία νομιμοποιεί τους εκάστοτε ισχυρούς. Ταυτόχρονα ο εκβιαστικός κοσμοπολιτισμός ακυρώνει την πολλαπλότητα των επιλογών. Αυτή η δεύτερη ένσταση του συγγραφέα κατά του «αμιγούς» κοσμοπολιτισμού, κατά τη γνώμη μας, μπορεί να δώσει εναύσματα στην άποψη που θεωρεί πως οι επιλογές των ατόμων έχουν να κάνουν μόνο με τις εθνικές ταυτότητες και πραγματικότητες. Ομως ένας τέτοιος κόσμος, όπως ήταν στον 19ο αιώνα, ο κόσμος του φιλελεύθερου εθνικισμού, δεν αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για να ερμηνεύσουμε τη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα. Οι επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου καθόλου δεν περιορίζονται στο πλαίσιο της «επιλογής» εθνικής ταυτότητας, αν και βεβαίως η ύπαρξη και όχι η επιλογή εθνικής ταυτότητας είναι κάτι πολύ σημαντικό.

Ο συγγραφέας ζητεί διέξοδο σε αυτό που αποκαλεί ήπιο κοσμοπολιτισμό, ο οποίος εφορμά από τις θέσεις μιας «πατριωτικής προτεραιότητας». Ας μη βιαστούν όμως οι κάθε είδους «πατριώτες» να κατατάξουν τον συγγραφέα στην ομάδα τους, γιατί ο Παπαγεωργίου αναγνωρίζει μόνον αυτή την πατριωτική αλληλεγγύη που στηρίζεται στην ύπαρξη μιας δημοκρατικά νομιμοποιημένης πολιτείας. Αυτή η άποψη, αν και προκαλεί καχυποψία για τις προθέσεις του συγγραφέα στους υποστηρικτές του «αμιγούς κοσμοπολιτισμού», δεν μπορεί παρά να προκαλεί αγανάκτηση στους υποστηρικτές του «αμιγούς πατριωτισμού» ή πιο σωστά του εθνικισμού. Ενα αντιδημοκρατικό και καταπιεστικό κράτος δεν νομιμοποιείται να ζητεί από τους πολίτες του να το στηρίξουν. Οι δε πολίτες, ενώ δεν υποχρεούνται να το υπερασπιστούν, έχουν το δικαίωμα να το κάνουν.

Σε τελική ανάλυση ο Παπαγεωργίου εμπλουτίζει τον διάλογο που έχει αναπτυχθεί -όπως φαίνεται και από τα κείμενα που περιέχονται σ’ αυτό το αφιέρωμα- για τους όρους συγκρότησης μιας σύγχρονης και ανθεκτικής θεωρίας του δίκαιου πολέμου. Οροι που, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, δεν μπορούν να αναπτυχθούν αν δεν τεθεί το ζήτημα της πολιτικής δομής της διεθνούς κοινωνίας. Αυτή δε η δομή δεν μπορεί να μη στηρίζεται στην ανάπτυξη της δημοκρατίας.

Γιώργος Σιακαντάρης, [email protected], «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ», «Ελευθεροτυπία», 23/01/2009

Επιμέλεια: Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.