«Η ερευνα για τους ποντιακους χορους και τα τραγουδια υστερει»

Η ΡΟΥΛΑ ΤΟΠΣΙΔΟΥ γεννήθηκε στη Δράμα, ζει όμως στην Αθήνα. Από μικρή ηλικία υπήρξε μέλος ποντιακού συλλόγου και συγκεκριμένα του Συλλόγου Ποντίων Νέας Φιλαδέλφειας στον οποίο είναι μέλος εδώ και 25 χρόνια. Χορεύτρια στην αρχή, στη συνέχεια χοροδιδάσκαλος η Ρούλα Τοπσίδου στα 18 της χρόνια μπαίνει και στη διοίκηση του Συλλόγου, γενική γραμματέας στην αρχή, στη συνέχεια για τέσσερα χρόνια πρόεδρος και το Σεπτέμβριο λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων παραδίδει την προεδρία και παραμένει αντιπρόεδρος του Συλλόγου. Εμπλέκεται επίσης στη διοίκηση της Ομοσπονδίας Ποντιακών Συλλόγων Νοτίου Ελλάδος και επί προεδρίας Θεόδωρου Στολτίδη ξεκινούν τις καταγραφές ποντιακών σκοπών σε όλη την Ελλάδα. Μετά από παύση έξι ετών ξαναμπαίνει στη διοίκηση με ένα στόχο βασικό όπως λέει, «πέρα από όλα τα άλλα να ολοκληρωθεί και το έργο αυτό, γιατί αρχής γενομένης είχα εμπλακεί ενεργά και θεωρούσα ότι θα έπρεπε να δοθεί μία ιδιαίτερη δραστηριότητα πάνω σε αυτό, για να μπορέσει να τυπωθεί». Σήμερα είναι ταμίας της Ομοσπονδίας και ταυτόχρονα είναι μέλος του Συμβουλίου του Παγκόσμιου Πολιτιστικού Ιδρύματος της Διασποράς του δήμου της Νέας Φιλαδέλφειας. Διδάσκει επίσης ποντιακά στο πολιτιστικό κέντρο του δήμου.

Η Ρούλα Τοπσίδου βρέθηκε στο Θρυλόριο εκπροσωπώντας την Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Νοτίου Ελλάδας στην παρουσίαση του έργου «Ανέβζηγος Αροθυμία». Μιλά σήμερα στον ΠτΘ για την Ομοσπονδία, για το συγκεκριμένο έργο για τα γενικότερα προβλήματα του ποντιακού χώρου αλλά και για την παράδοση.

ΠτΘ.: κ. Τοπσίδου ξεκινώντας θα θέλαμε να μας δώσετε το στίγμα της ΟΠΣΝΕ…

Ρ.Τ.: Η ομοσπονδία ιδρύθηκε βάσει κάποιων αναγκών που είχαν δημιουργηθεί εκείνα τα χρόνια, με την έντονη και μεγάλη μαζικότητα των νεοπροσφύγων στο χώρο της νότιας Ελλάδας. Μέλη της είναι 60 σωματεία και καλύπτει το χώρο από τη Λάρισα μέχρι τα νησιά. Ασχολείται με πάσης φύσεως θέματα, που ενδιαφέρουν τον Ποντιακό χώρο, κυρίως όμως ένταξης και αποκατάστασης των νεοπροσφύγων. Ασχολείται και με θέματα λαογραφικά όσο μπορεί και όσο της δίνεται η ευκαιρία, γιατί το θέμα των προσφύγων είναι πάρα πολύ μεγάλο και έχει απορροφήσει την ομοσπονδία. Στα πλαίσια της Ομοσπονδίας λειτουργεί μια εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα η οποία λέγεται «Νόστος» με προγράμματα για τους νεοπρόσφυγες. Είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι.

ΠτΘ: κ. Τοπσίδου διδάσκετε ποντιακούς χορούς στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας. Υπάρχει ανταπόκριση;

Ρ.Τ.:Υπάρχει ζήτηση αρκετά μεγάλη και όσο περίεργο και αν φαίνεται στο χώρο της Αθήνας υπάρχει ένα τεράστιο ενδιαφέρον από παιδιά μη ποντιακής καταγωγής. Όχι απλά να μάθουν τα βήματα του χορού και να βγουν στην παράσταση, αλλά παρακολουθούν και ειδικά σεμινάρια που κάνουμε πάνω στο χορό. Αυτά τα σεμινάρια απευθύνονται σε όλη την Ελλάδα αλλά υπάρχουν διαστήματα που κάνουμε για την περιοχή του Πόντου. Πέρυσι ήμουνα στην Κρήτη, όπου συνεργάζομαι με πολιτιστικό σύλλογο που ασχολείται κυρίως με προσφυγικό ελληνισμό και εγώ καλύπτω των Πόντο και διδάσκουμε χορούς σε ξένους. Πέρυσι κάναμε ανά περιοχές και εστιάσαμε το ενδιαφέρον μας στον Δυτικό Πόντο, επειδή είναι κάτι που δεν είναι τόσο γνωστό και έχει ερωτηματικά μεγάλα και ενόψει των μουσικών σκοπών που κυκλοφορούν είναι ένα κομμάτι ευαίσθητο και παρεξηγημένο. Γενικότερα όμως υπάρχει μεγάλη διάθεση εκ μέρους των παιδιών.

ΠτΘ.: Και για την ποντιακή διάλεκτο;

Ρ.Τ.: Για την ποντιακή διάλεκτο είναι πολύ δύσκολο. Υπάρχουν παιδιά ποντιακής καταγωγής, που ναι μεν θέλουν να μάθουν, ρωτούν κάποια πράγματα επιδερμικά, αλλά ίσως εκεί είναι και ευθύνη δική μας, του οργανωμένου δηλαδή ποντιακού χώρου που δεν έχουμε κάνει κάτι για το ποντιόπουλα που δεν γνωρίζουν την ποντιακή. Ωστόσο όμως μέσα από το χορό, περνάς την ιστορία και τη λαογραφία και τη διάλεκτο.

ΠτΘ:Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι αυτό της ενότητας των ποντιακών σωματείων. Βλέπουμε σε πόλεις να υπάρχουν δύο και τρεις σύλλογοι ποντίων. Ποια είναι η δική σας άποψη;

Ρ.Τ.:Διακαής πόθος όλων και αρχής γενομένης της ομοσπονδίας είναι η πολυπόθητη ενότητα. Εδώ και χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες για το θέμα αυτό στις οποίες πρωτοστάτησε η ΟΠΣΝΕ. Βέβαια φτάσαμε επιτέλους σε ένα σημείο αρκετά καλό με την ΠΟΕ και ευελπιστούμε τον Οκτώβριο που θα γίνουν οι διαδικασίες να μπούμε σε καλύτερο δρόμο. Προσωπική μου άποψη σε αυτό το θέμα είναι, ότι, καλό είναι να υπάρχουν ποντιακοί σύλλογοι εφόσον υπάρχει δυνατότητα και υποδομή να διατηρηθούν. Από εκεί και μετά, «λογικό» είναι σε ένα δήμο να υπάρχουν δυο και τρεις σύλλογοι. Για παράδειγμα, στο Μενίδι υπάρχουν τρεις -τέσσερις σύλλογοι, με ένα σύλλογο που να έχει τρεις χιλιάδες μέλη και με μικρότερους συλλόγους που να έχουν πενήντα, εξήντα μέλη. Αυτό δεν είναι καλό.

ΠτΘ.: Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στους νεοπρόσφυγες…

Ρ.Τ.: Θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Αυτοί οι άνθρωποι όταν ήρθαν στην Ελλάδα ήταν λογικό να νιώθουν ανασφαλείς και μέσα από την ανασφάλειά τους να βγάζουν κάποια πράγματα σε διάφορους τομείς. Και ένα από αυτά ήταν ότι δεν είχαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Μην ξεχνάμε ότι δεν είναι όλα ωραία και ρόδινα, δεν είμαστε όλοι τέλειοι. Όταν ήρθαν οι άνθρωποι αυτοί στην Ελλάδα και είδαν ότι υπάρχουν ομοσπονδίες, κυρίως στο χώρο της Βορείου Ελλάδος που πονούσε περισσότερο,- γιατί στη Νότια Ελλάδα υπήρχε μεγαλύτερη συσπείρωση δεν αντιμεπωπίζουμε προβλήματα που αντιμετωπίζουν στη Βόρεια, και εννοώ τα μεταξύ μας προβλήματα,- και όπου στο συγκεκριμένο χώρο η προσέλευση των προσφύγων ήταν πολύ μεγάλη, ήταν λογικό βλέποντας αυτά τα πράγματα να τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του και να δημιουργηθούν διάφορα σωματεία. Ήταν θέμα επιβίωσης. Τώρα όμως πιστεύω με την νέα ομοσπονδία κάποια πράγματα να αλλάξουν γιατί στην ΠΟΕ θα μπουν ομοσπονδίες και είναι λογικό να τους τραβήξουν Πρέπει να υπάρχει μία φωνή . Αυτό ήταν το μεγάλο πρόβλημά μας, η ενότητα και η συσπείρωση. Μετά από χρόνια προσπαθειών πιστεύω ότι κατά 90% θα την πετύχουμε.

ΠτΘ:κ. Τοπσίδου για πρώτη φορά υπάρχει μία συστηματοποιημένη δουλειά για τους χορούς και σκοπούς του Πόντου και εννοώ την έκδοση του έργου «Ανέβζηγος αραθυμία», ένα έργο που κράτησε χρόνια για να ολοκληρωθεί. Ζήσατε από κοντά την όλη προσπάθεια. Θα πρέπει να ήταν μία επίπονη διαδικασία ώστε σήμερα να έχουμε στα χέρια μας μία ολοκληρωμένη εικόνα για τον πολιτισμό του Πόντου…

Ρ.Τ: Είναι πράγματι η μοναδική δουλειά που υπάρχει, -πέρα από το εμπορικό κομμάτι επειδή όλα αυτά τα χρόνια κυκλοφορούν κάποιες δουλειές και κυρίως ένα μεγάλο κομμάτι συγκλίνει στο εμπορικό κομμάτι, -αυτή είναι μία δουλειά που ξεκίνησε και πρέπει να πούμε ότι βασίσθηκε στη δουλειά του Νίκου Ζουρνατζίδη, ο οποίος ξεκίνησε κυρίως από το 1970 και μετά με μία κάμερα γυρνώντας όλα τα χωριά όπου άκουγε και έκανε μία συλλογή. Συσσώρευσε όλα τα κομμάτια κι αυτή τη δουλειά τη διέθεσε στην ομοσπονδία και με τη συνεργασία του ξεκίνησε αυτή η προσπάθεια με επιχορηγήσεις από τη γενική γραμματεία απόδημου ελληνισμού. Συγχρόνως, επίσης σημαντικό ήταν η λειτουργία σεμιναρίων παραδοσιακών χορών ,όπου για πρώτη φορά 70 χοροδιδάσκαλοι και πρωτοχορευτές μια φορά την εβδομάδα συναντιόντουσαν και δημιούργησαν μια βάση για το χορό , τη λαογραφία τη μουσική και γενικότερα την ιστορία του Πόντου. Η όλη δουλειά έχει σαν βάση την συσπείρωση πρώτα από όλα των χοροδιδασκάλων και των πρωτοχορευτών, κάτι πολύ σημαντικό για να εκδοθεί αυτό που εξεδόθη. Αργότερα με επιχορήγηση του υπουργείου Πολιτισμού και της τότε υπουργού Ντόρας Μπακογιάννη, μας δόθηκε η ευκαιρία να μπούμε στο στούντιο και να γράψουμε τις μουσικές. Εκεί συμμετείχαν άνθρωποι πρώτης δεύτερης και τρίτης γενεάς. Σημειωτέον ότι κάποιοι από αυτούς δεν ζουν σήμερα. Αυτοί που έχουν μείνει είναι αρκετά μεγάλοι αλλά υπάρχουν και νεότεροι που έχουν παίξει αρκετά κομμάτια, γιατί υπάρχουν κάποιοι παραδοσιακοί οργανοπαίκτες για κάποιες περιοχές τους οποίους δεν μπορέσαμε να βρούμε και είτε λόγω ηλικίας δεν μπορούσαν να παίξουν, οπότε κρατώντας τα πρώτα στοιχεία που είχαμε, κάποιοι νεότεροι με ιδιαίτερο ταλέντο μας έδωσαν αυτή τη μουσική. Τα σεμινάρια χορών κράτησαν δυο χρόνια κάτι που δεν είναι εύκολο λόγω των ρυθμών της ζωής της εποχής μας. Παρόλα αυτά όμως, κάθε εβδομάδα για τέσσερις- πέντε ώρες ήταν όλοι εκεί και πάλευαν κάνοντας σεμινάρια χορών εφ΄ όλης της ύλης, και χορών ιδιαίτερα που τείνουν να εξαφανιστούν όπως, οι χοροί του δυτικού Πόντου αλλά και κάποιων άλλων περιοχών με τις παραλλαγές τους που δεν είχαν φτάσει στα αυτιά των χοροδιδασκάλων πέρα από τους κλασσικούς που γνωρίζαμε. Αργότερα μπήκαμε στο στούντιο, έγινε η καταγραφή του μεγαλύτερου όγκου των μουσικών σκοπών και μετά από μια παύση έξι ετών, το 2001, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της ομοσπονδίας ξεκινήσαμε αυτή τη δουλειά, μπήκαμε στο στούντιο, γράψαμε κάποια συμπληρωματικά πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι ταλαιπωρηθήκαμε γιατί κράτησε αρκετό χρόνο μέχρι να μπει στη διαδικασία της τύπωσης. Με τη στήριξη του τότε Προέδρου της Βουλής των ελλήνων του Νικήτα Κακλαμάνη εκδόθηκε το έργο. Στόχος είναι να μείνει παρακαταθήκη στους νεότερους, -όσο παρεξηγημένο κι αν είναι αυτό, γιατί υπάρχουν κι αντιρρήσεις σε κάποια πράγματα που ευτυχώς δεν είναι τεκμηριωμένες -πιστεύω όμως ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου το αγκάλιασε. Είναι μια προσπάθεια η οποία θέλουμε να μείνει σαν οδηγός για τους νεότερους,- και μακάρι να δοθεί το έναυσμα απ΄ αυτή τη δουλειά να γίνουν κι άλλες δουλειές,- και οι νεότεροι χοροδιδάσκαλοι να το έχουν σαν οδηγό ώστε να αρχίζουν να ψάχνονται και να βρίσκουν.

ΠτΘ.: Μιλήσατε για αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την έκδοση του έργου.

Σε ποιο πεδίο κυμάνθηκαν;

Ρ.Τ.: Σε τύπο αστειότητας πλέον υπάρχει ένας εσωτερικός ρατσισμός με τις περιοχές. Αλλά πέραν αυτού εγώ πιστεύω επειδή πάρα πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν από άλλες περιοχές θεωρούν ότι πιθανόν αυτό είναι κάτι που δεν ανήκει στην περιοχή. Για αυτό το λόγο είναι και παρεξηγημένος ο δυτικός Πόντος.

ΠτΘ.: Το αναφέρετε συνέχεια αυτό. Γιατί ο Δυτικός Πόντος είναι παρεξηγημένος;

Ρ.Τ.: Είναι παρεξηγημένος, γιατί ο Δυτικός Πόντος ήταν η περιοχή που πρώτη υπέστη γενοκτονία και ιδιαίτερα η περιοχή της Μπιάφρας. Λογικό ήταν οι άνθρωποι να κρατήσουν την Τουρκική γλώσσα και να χάσουν την ποντιακή σε ένα μεγάλο μέρος λόγω των συνθηκών. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι πολλές περιοχές του Δυτικού Πόντου συνορεύουν με την Καππαδοκία. Και μην ξεχνάμε ότι είναι φυσικό σε ένα μέρος που ζεις να έχεις αλληλεπιδράσεις. Παίρνεις και δίνεις. Κάποια στοιχεία φαίνονται κάπως περίεργα σε κάποιους. Αν καθίσει όμως και τα αναλύσει κάποιος, θα δει ότι η βάση είναι μεν ποντιακή, αλλά υπάρχουν αλληλεπιδράσεις από άλλες περιοχές. Για παράδειγμα στο Κιουμούζ Μαντέν χρησιμοποιούν βιολί και ούτι τα οποία αντικατέστησαν τον κεμανέ για κάποιους λόγους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι ποντιακά. Στην ίδια περιοχή υπάρχει και η λύρα. Είναι όμως άσχημο γιατί αυτοί οι άνθρωποι απ΄ το Κιουμούς Ματέμ και από το Άκ νταγ Ματέμ έχουν φύγει από την Αργυρούπολη εσωτερικοί μετανάστες. Έκλεισαν τα μεταλλεία από την Αργυρούπολη και για θέμα επιβίωσης αναγκάστηκαν να κατέβουν και να φτιάξουν κάποιους οικισμούς που ονομάστηκαν Μαντεμοχώρια και πήραν τις ονομασίες αυτές. Στην ουσία οι χοροί είναι παραλλαγές των βασικών χορών που γνωρίζουμε. Με κάποιο τρόπο λόγω της συγκατοίκησης με άλλους λαούς ή τις γειτνιάσεις και τις επαφές να υπάρχουν οι παραλλαγές. Απλά δεν θα πρέπει αβίαστα να λέμε κάποια πράγματα. Θα πρέπει κάθε τι που κάνουμε και κάθε τι που λέμε να το εξετάζουμε με προσεκτικά βήματα.

ΠτΘ.: Τι είναι τελικά παραδοσιακό; Μπορούμε ένα χορό στον οποίο έχουμε προσθέσει μία χορογραφία ή ένα τραγούδι στο οποίο έχουμε βάλει σύγχρονους ήχους να τα χαρακτηρίσουμε παραδοσιακά;

Ρ.Τ.: Λογικό είναι σε κάθε κοινωνία κάποιες κοινότητες, κάποιες ομάδες ανθρώπων να έχουν κάποια στοιχεία δικά τους αιώνες πλέον. Παράδοση είναι αυτό που πραγματικά έχεις πάρει από μια μάζα η οποία χόρευε για κάποια χρόνια κάποιους χορούς. Δεν μπορείς να αλλοιώσεις ότι σου έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Είναι κάτι που πρέπει να πάρεις αυτούσιο και να το συνεχίσεις, να το διατηρήσεις και να το διασώσεις. Για μένα αυτό είναι παράδοση. Το να προσθέσω μια χορογραφία, ένα κομμάτι διαφορετικό, αυτό για μένα δεν είναι παράδοση. Ίσως μετά από 50 χρόνια να είναι. Αλλά αυτό που έχω εκλάβει εγώ, δεν μπορώ να το αλλοιώσω. Στη γιαγιά των 90 χρονών που με έχει δείξει ένα χορό παίζοντας το σκοπό με το στόμα της , δεν μπορώ εγώ να της πω ότι κάνει λάθος και ότι δεν είναι αυτό. Φυσικά λόγω της ηλικίας μπορεί κάτι να της έχει ξεφύγει και όταν σου δείχνει το χορό να έχει το δικό της στυλ. Εσύ όμως παίρνεις τον κορμό από όλα αυτά και τον διασταυρώνεις με άλλες απόψεις. Γι΄ αυτό και λέω αβίαστα δεν πρέπει να κάνεις τίποτα.

ΠτΘ: Υπάρχει εμπεριστατωμένη έρευνα για τους χορούς του Πόντου;

Ρ.Τ.: Η αλήθεια είναι ότι στον Ποντιακό χώρο όσον αφορά στα τραγούδια και στους χορούς υστερούμε σε έρευνα. Κάποτε σε κάποια σεμινάρια ιστορίας, λαογραφίας και μουσικής του Πόντου είχε έρθει ο Πρόεδρος του θεάτρου της Δώρας Στράτου, ο κ. Ράπτης, ο οποίος είναι κοινωνιολόγος με ιδιαίτερες σπουδές πάνω στον παραδοσιακό χορό και είπε μια φράση, η οποία βέβαια κακοφάνηκε σε πάρα πολλούς, ότι έχουμε κάνει το χορό τραβεστί. Η άποψή του ήταν αυτή και χρησιμοποίησε αυτή τη λέξη γιατί είμαστε η μοναδική περιοχή που βάζουμε κορίτσια, γυναίκες να χορεύουν με ανδρική στολή και μάλιστα τον πολεμικό χορό, τον πυρρίχιο.

ΠτΘ.: Πιστεύετε δηλαδή ότι οι νεότεροι πρέπει να στραφούν προς την έρευνα;

Ρ.Τ.: Η έρευνα υποφέρει. Κι αυτή τη στιγμή στο χώρο κυρίως της Νοτίου Ελλάδος, αλλά και γενικότερα σε όλη την Ελλάδα, δεν υπάρχει μια δεύτερη έρευνα ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη, απ΄ αυτήν που υπάρχει από το Νίκο το Ζουρνατζίδη. Όλοι θα πρέπει να ψάχνουμε. Βλέπουμε κάτι μας αρέσει και χωρίς να το ψάξουμε μπορούμε να το υιοθετήσουμε ή και να το παρουσιάσουμε σαν κάτι διαφορετικό. Εκεί είναι που κάνουμε ζημιά στην παράδοση. Δεν είμαστε σίγουροι κι αν δεν είμαστε σίγουροι δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι παραδοσιακό. Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι μπαίνουν στη διαδικασία της έρευνας και αρχίζουν τα πράγματα και αλλάζουν. Είμαι αισιόδοξη ότι όλα θα πάνε καλά.

ΠτΘ: κ. Τοπσίδου σας ευχαριστούμε πολύ

Ρ.Τ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.