Η Ερευνα για τα Περιφερειακα ΜΜΕ

Η διεξαγωγή μιας ολοκληρωμένης έρευνας αναγνωσιμότητας για τον ημερήσιο τύπο της περιφέρειας αποτελούσε ανέκαθεν ένα αίτημα του κλάδου, το οποίο είχε διατυπωθεί προς όλες τις πολιτικές ηγεσίες του αρμόδιου Υπουργείου. Δυστυχώς το αίτημα αυτό δεν είχε έως προσφάτως υλοποιηθεί, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι όλες σχεδόν οι πολιτικές ηγεσίες λειτουργούσαν είτε αθηνοκεντρικά είτε οι προτεραιότητες και οι εμφάσεις τους ήταν διαφορετικές.

Ο ημερήσιος τύπος της περιφέρειας και γενικά τα περιφερειακά ΜΜΕ ήταν ανέκαθεν για την πολιτική εξουσία ένας κατεξοχήν χώρος άσκησης ευκαιριακών πελατειακών σχέσεων. Αλλά και οι εν γένει αδυναμίες του χώρου μάλλον ενίσχυαν την στάση αυτή. Είναι γνωστά σε όλους μας, πλέον, τα διάφορα τα οποία συνέβαιναν και συμβαίνουν στον εξαιρετικά ετερογενή χώρο των περιφερειακών Μέσων και ιδιαίτερα σε ένα μέρος της περιφερειακής τηλεόρασης.

Σήμερα, η έρευνα αναγνωσιμότητας είναι γεγονός. Η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου παρέδωσε προσφάτως στους εκπροσώπους των ενώσεων των περιφερειακών ΜΜΕ μια ποσοτική έρευνα που αφορά όλες τις κατηγορίες των ΜΜΕ της περιφέρειας. Ανταποκρίθηκε έτσι στο χρόνιο αυτό αίτημα, το οποίο με επιμονή έθετε, κυρίως, ο Σύνδεσμος Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, αίτημα το οποίο αποτελούσε ένα από τους στρατηγικούς στόχους από της ιδρύσεως του εν λόγω φορέα το 1997.

Η αναγκαιότητα της έρευνας αυτής διατυπώθηκε και από τον γράφοντα στο συλλογικό τόμο με τίτλο «Περιφερειακά ΜΜΕ στην Ευρώπη» τον οποίο επιμελήθηκε από κοινού με τον καθηγητή του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Νίκο Δεμερτζή το 1998.

Γενικά, τόσο ο κλάδος όσο και επιστημονική κοινότητα είχαν επισημάνει εδώ και αρκετά χρόνια αυτό το έλλειμμα, το οποίο σχετιζόταν άμεσα με την πορεία και εξέλιξη των περιφερειακών Μέσων στη χώρα.

Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι η διεξαγωγή της έρευνας αυτής αποτελεί μια ακόμα σημαντική παροχή της παρούσας πολιτικής ηγεσίας του αρμόδιου Υπουργείου, που αποδεικνύει πλέον ότι και την πολιτική βούληση διαθέτει και στρατηγικό σχεδιασμό για την ανάπτυξη των περιφερειακών ΜΜΕ έχει, ανεξαρτήτως των σημείων κριτικής, που και ο γράφων αρκετές φορές έχει δημόσια διατυπώσει.

Επί της ουσίας. Η έρευνα ως αναγκαιότητα όχι μόνο είναι απαραίτητη, αλλά και αναγκαία. Η εξέλιξη της επιστήμης στηρίζεται στις ερευνητικές προσπάθειες της επιστημονικής κοινότητας και οι διάφοροι κλάδοι της αγοράς στηρίζονται και αυτοί σε έρευνες προκειμένου να χαράξουν στρατηγικές και να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους τους.

Η εν λόγω έρευνα εμπεριέχει, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία τα οποία χρήζουν μιας προσεκτικότερης ανάλυσης, όπως η μέτρηση εφημερίδων και ραδιοτηλεοπτικών Μέσων, που είτε έχουν διακόψει την κυκλοφορία τους είτε δεν εκπέμπουν, όπως επίσης και η υπέρμετρη, άνωθεν ή και κάτωθεν, θέση που καταλαμβάνουν ορισμένα Μέσα σε σχέση με άλλες έρευνες, οι οποίες έγιναν στο πρόσφατο παρελθόν και μάλιστα από εταιρείες, οι οποίες συμμετέχουν στην κοινοπραξία. Είναι ακριβώς αυτά τα στοιχεία, τα οποία η κοινοπραξία θα έπρεπε να προσέξει, έτσι ώστε να μην τεθεί από κανένα περιφερειακό Μέσο θέμα τήρησης των κανόνων δεοντολογίας. Οι στρεβλώσεις αυτές, όπου υπάρχουν, δεν σχετίζονται προφανώς ούτε με την πρωτοβουλία της πολιτικής ηγεσίας ούτε με κάποια κομματική παρέμβαση, την οποία πιθανά ορισμένοι να φαντάζονται εντελώς λανθασμένα.

Περισσότερο σχετίζεται με τον γενικότερο χαρακτήρα που έχουν αυτού του είδους οι έρευνες, οι οποίες καταγράφουν γενικότερες τάσεις και όχι την απόλυτη πραγματικότητα και δυναμική. Θα ήταν λάθος αν ορισμένα Μέσα δεν κατανοήσουν ότι αυτή η έρευνα στο βαθμό που συνεχιστεί, σε μία περιοδική βάση, έχει πολλά να προσφέρει στους ίδιους και στο κλάδο στον οποίο ανήκουν.

Το βασικό όμως μειονέκτημα το οποίο έχει η εν λόγω έρευνα, ένσταση την οποία διατύπωσα κατά την διάρκεια της παρουσίασης, είναι ότι δεν συμπεριέλαβε μια μέτρηση και των πανελλαδικών ΜΜΕ στους αντίστοιχους νομούς, έτσι ώστε να καταδειχτεί η διεισδυτικότητα των δύο πόλων. Διότι αυτό συνδέεται άμεσα με την διαφημιστική δαπάνη του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και του ιδιωτικού στο βαθμό που ο τελευταίος συνεχώς διευρύνεται έναντι του πρώτου.

Άλλωστε το πρόβλημα δεν είναι πώς θα μοιραστεί η κεντρική διαφημιστική δαπάνη μεταξύ των περιφερειακών Μέσων, διότι αυτή εξακολουθεί να καταλαμβάνει ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό, αλλά πώς αυτή θα διευρυνθεί προς την περιφέρεια στη βάση μιας πραγματικής καταγραφής της διεισδυτικότητας των δύο πόλων.

Εν ολίγοις ο καταμερισμός της κεντρικής διαφημιστικής δαπάνης μεταξύ πανελλαδικών και περιφερειακών ΜΜΕ είναι δυσανάλογος της αντίστοιχης σχέσης διεισδυτικότητας που αυτά έχουν στις τοπικές κοινωνίες. Και το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται με την παρούσα έρευνα, εφόσον αυτή δεν αναδεικνύει την δυναμική του πόλου των περιφερειακών Μέσων έναντι των πανελλαδικών, έτσι ώστε να αποδοθεί το αναλογούν το οποίο αντιδεοντολογικά και παρανόμως εξακολουθεί να παραμένει στο κέντρο με ευθύνη των διαφημιστικών εταιρειών και ιδιαιτέρως του τομέα των Media Shops. Διότι γνωρίζουν πολύ καλά και οι μεν και οι δε, από τους τελευταίους, ότι οι επιστροφές, άρα και τα κέρδη τα οποία αποκομίζουν από τα πανελλαδικά ΜΜΕ, είναι σαφώς μεγαλύτερα από αυτά, τα οποία θα είχαν μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος της διαφημιστικής δαπάνης στη περιφέρεια, όπως ορθολογικά θα έπρεπε.

Το επιχείρημα που διατυπώθηκε από την πολιτική ηγεσία σχετικά με το θέμα της μη ένταξης της μέτρησης αυτής, δηλαδή των πανελλαδικών, είναι αρκετά κατανοητό. Πράγματι η έρευνα είναι τεράστια για τα ελληνικά δεδομένα όσον αφορά και στον αριθμό των Μέσων, όσο και στο συνολικό δείγμα των 35.000 ερωτηθέντων. Εάν, ωστόσο, η πολιτική ηγεσία συνεχίσει τη χρηματοδότησή της θα πρέπει στην επόμενη φάση να συμπεριλάβει και τα πανελλαδικά ΜΜΕ, διότι με αυτόν τον τρόπο η έρευνα θα αποκτήσει και περισσότερη αξιοπιστία και επιστημονική αρτιότητα, αλλά και τα ΜΜΕ της περιφέρειας θα βοηθήσει ακόμα περισσότερο ρυθμίζοντας ορθολογικά την κεντρική διαφημιστική αγορά.

Βεβαίως θα πρέπει να επισημανθεί, και αυτό αποτελεί άλλο ένα αρνητικό στοιχείο, ότι ενώ τελικά δεν μετρήθηκαν τα πανελλαδικά ΜΜΕ η κοινοπραξία αποφάσισε εμβόλιμα και αυθαίρετα να μετρήσει, τον δείκτη εμπιστοσύνης του αναγνωστικού κοινού μεταξύ περιφερειακών και πανελλαδικών εφημερίδων, εμπιστοσύνη η οποία σχετίζεται, όπως αναφέρεται με πολύ μικρά γράμματα, με τις πολιτικές και διεθνείς ειδήσεις, λες και οι αναγνώστες των τοπικών κοινωνιών θα εκφράσουν την εμπιστοσύνη τους με βάση αυτό το κριτήριο και όχι την τοπική ειδησεογραφία και την κάλυψη των τοπικών γεγονότων.

Όποιοι γνωρίζουν στοιχειωδώς από έρευνα θα καταλάβουν ότι η παραπάνω ερώτηση δεν «κολλάει» πουθενά πέραν του λάθους ότι είναι παράλληλα και αποσπασματική, ενώ θέτει αρκετά εύλογα ερωτήματα. Αλήθεια πώς εξηγείται το γεγονός ότι, για παράδειγμα στο Νομό Λάρισας, με βάση προηγούμενη έρευνα της Metron Analysis του 2004, οι συνολικοί αναγνώστες του ημερήσιου τύπου ήταν καθημερινά 76.500 πολίτες και του πανελλαδικού 19.000 και η παρούσα έρευνα να καταγράφει ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών του εν λόγω Νομού είναι μεγαλύτερη προς τις πανελλαδικές εφημερίδες σε σχέση με τις αντίστοιχες τοπικές και μάλιστα με διαφορά 5,1%; Και κάτι ακόμα. Πώς αυτό εξηγείται όταν η παρούσα έρευνα παρουσιάζει, σε σχέση με την προηγούμενη, άνοδο μέσης αναγνωσιμότητας του ημερήσιου τύπου του συγκεκριμένου Νομού από 34.1% σε 43.1% δηλαδή ποσοστιαία αύξηση της τάξεως του 9%; Και κάτι ακόμα περισσότερο.

Καλά, δεν βρέθηκε ούτε ένας νομός αυτής της χώρας που ο δείκτης εμπιστοσύνης των πολιτών να είναι περισσότερο υπέρ των τοπικών εφημερίδων έναντι των πανελλαδικών; Προφανώς τεκμηριωμένες απαντήσεις δεν υπάρχουν και για το λόγο αυτό η κοινοπραξία θα έπρεπε να αποφύγει αυτή την αποσπασματική μέτρηση, διότι και την σπουδαιότητα της έρευνας διεμβολίζει και την πρωτοβουλία εκθέτει. Θα έπρεπε να μετρήσει όλους τους δείκτες συγκρισιμότητας μεταξύ περιφερειακών και πανελλαδικών εφημερίδων ή να μην τους μετρήσει καθόλου. Αυτή την αποσπασματική μέτρηση και λανθάνουσα επιστημονικά ερώτηση η κοινοπραξία φρόντισε βεβαίως να την τοποθετήσει στη θέση που της αναλογεί δηλαδή στην πρώτη σελίδα αμέσως μετά από αυτή της ταυτότητας της έρευνας!!!

Συμπερασματικά, η εν λόγω έρευνα αποτελεί μια κατάκτηση για τον χώρο των περιφερειακών Μέσων, η οποία όμως θα πρέπει να διευρυνθεί με την εξαγωγή ποιοτικών συμπερασμάτων με την συμβολή και της πανεπιστημιακής ερευνητικής κοινότητας. Οι όποιες στρεβλώσεις πρέπει να επισημανθούν έτσι ώστε σε μια δεύτερη φάση να διορθωθούν. Είναι, επίσης, εύλογο ορισμένοι άνθρωποι των Περιφερειακών Μέσων να αισθάνονται πικρία από τα αποτελέσματα. Πράγματι όσοι γνωρίζουν καλά τον χώρο θα διαπιστώσουν και αδικίες. Αυτό όμως δεν πρέπει να ακυρώσει την σημασία των ερευνητικών προσπαθειών γενικά στο χώρο και τις προσπάθειες συνέχισης και αναβάθμισης της συγκεκριμένης προσπάθειας. Διότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα επαναπροσδιοριστούν οι στόχοι και οι στρατηγικές του κλάδου, ιδιαίτερα μέσα σε μία περίοδο, όπου οι αλλαγές είναι ταχύτατες, ριζικές και κυρίως ανατρεπτικές.

Του Αντώνη Σκαμνάκη

Διευθυντή του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, Διδάκτορα της Σχολής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου της Πόλης του Δουβλίνου.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.