«Η ενεργος κοινωνια των πολιτων οφειλει με τη συμμετοχη της να περιφρουρει τις αρχες, τις αξιες και τους θεσμους του Δημοκρατικου Πολιτευματος»
Ο Ιάκωβος Ζ. Ακτσόγλου είναι Λέκτορας στο Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού των Παρευξεινίων Χωρών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και διδάσκει το γνωστικό αντικείμενο “Νεώτερη Οσμανική και Σύγχρονη Τουρκική Ιστορία (19ος-20ος Αιώνας)”. «Η δημοσιοποίηση των σκίτσων, ως και εκ του κινήτρου που προκάλεσε τη δημιουργία τους, δεν αποσκοπούσε στην προσβολή του ισλαμικού κόσμου αλλά επιχειρούσε, στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης των σκέψεων και ιδεών που αποτελεί ή πρέπει να αποτελεί απαράβατη αρχή στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου, να καταδείξει την αδυναμία ή απροθυμία παραδοχής θεμελιωδών αρχών και αξιών» δηλώνει για την δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ. Παράλληλα μιλά για την έντονη δυσαρέσκεια του ισλαμικού κόσμου που άρχισε να εκδηλώνεται δυναμικά μετά το πέρας της περιόδου της τελευταίας Ιεραποδημίας (Χατζ), αλλά και για την αλληλεγγύη μεταξύ των αδελφών της Παγκόσμιας Ισλαμικής Κοινότητας που είναι, όπως τονίζει, μια από τις βασικότερες θρησκευτικές επιταγές του Ισλάμ. «Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης αναγνωρίζει την πολιτισμική συνάφεια μεταξύ του Γιώργου, του Τζωρτζ, του Ζωρζ, του Γκέοργκ, του Τζώρτζιο, του Γκιόργκι, του Γκερκ αλλά φαίνεται ότι αδυνατεί να συμπεριλάβει στο σύνολο αυτό τον Μεχμέντ» απαντά όταν ερωτάται για την ισλαμοφοβία των Ευρωπαίων.
Πώς σχολιάζετε αυτήν την ιστορία με τη δημοσίευση των σκίτσων του Μωάμεθ;
Πριν αρκετούς μήνες (Σεπτέμβριο) μία μικρής κυκλοφορίας και αριστερών τάσεων δανική εφημερίδα, η «Jyllands Posten», δημοσίευσε δώδεκα σκίτσα διαφόρων καλλιτεχνών με αναφορά στο πρόσωπο του Προφήτη Μωχαμέντ και τη θρησκεία του Ισλάμ. Η δημιουργία τους ήταν αποτέλεσμα μίας προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, ενός διαγωνισμού θα λέγαμε, με σκοπό την ανεύρεση σκιτσογράφων που θα αναλάμβαναν να εικονογραφήσουν ένα βιβλίο για παιδιά που θα αναφερόταν στις θρησκείες.
Αναζήτησα και βρήκα τα σκίτσα στο διαδίκτυο και προσωπικά δεν μπορώ να δεχθώ ότι έχουν υβριστικό χαρακτήρα ή διάθεση, υπό την έννοια ότι σατιρίζουν φαινόμενα {όπως π.χ. η υποδεέστερη θέση της γυναίκας, η τρομοκρατική δραστηριότητα στα πλαίσια της -κατά τη γνώμη μου κακώς εννοούμενης / ερμηνευόμενης από το δυτικό κόσμο και τους οπαδούς του ριζοσπαστικού Ισλάμ- συνεχούς προσπάθειας Τελειώσεως (Τζιχάντ) και της Μαρτυρίας (Σαχαντάτ) του μουσουλμάνου, η καλλιέργεια από διάφορους κύκλους της φιλοσοφίας της επιβολής δια της γυμνής βίας} τα οποία εμφανίζονται ακόμη στις ημέρες μας σε κάποιες ισλαμικές χώρες ή ομάδες που τα σύνολά τους διέπονται από τις αρχές του ριζοσπαστικού Ισλάμ.
Ωστόσο, κάτι που εμένα δεν με προκαλεί δεν σημαίνει ότι προκαλεί τα ίδια συναισθήματα και στον διπλανό μου, ο οποίος μπορεί να είναι πιο ευαίσθητος, να τον αγγίζει περισσότερο το θέμα. Πρέπει να δεχθούμε, να συμβιβασθούμε εάν θέλετε, με τη έννοια της «διαφοράς» που παρατηρείται τις σύγχρονες (δυτικές κυρίως) κοινωνίες και να μάθουμε να συμβιώνουμε ειρηνικά με το «ξένο», που ζει ή περιστασιακά βρίσκεται δίπλα μας αποδεχόμενοι την «ιδιαιτερότητά» του, εφ’ όσον αυτό πειθαρχεί στους κανόνες που ορίζουν οι συντεταγμένες πολιτείες και δεν θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική γαλήνη και την ασφάλεια των πολιτών, το τελευταίο δε υπό κάθε έννοια. Να επισημάνουμε τέλος ότι η προσβολή των θρησκειών, των συμβόλων τους και προσώπων που σχετίζονται με την ιστορία τους και τα δόγματά τους αποτελεί πράξη κατακριτέα από όλους τους σωφρόνως σκεπτομένους ανθρώπους.
Στο προκείμενο τώρα, το περί της δημοσιεύσεως των σκίτσων. Κατά τη γνώμη μου η δημοσιοποίηση αυτή, ως και εκ του κινήτρου που προκάλεσε τη δημιουργία τους, δεν αποσκοπούσε στην προσβολή του ισλαμικού κόσμου αλλά επιχειρούσε, στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης των σκέψεων και ιδεών (και η Δανία είναι μία από τις χώρες που πρωτοπορούν στο θέμα αυτό) που αποτελεί ή πρέπει να αποτελεί απαράβατη αρχή στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου, να καταδείξει την αδυναμία ή απροθυμία παραδοχής θεμελιωδών αρχών και αξιών (όπως π.χ. ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής, ελευθερία του ατόμου, ισότητα των φύλων) που παρουσιάζουν κάποιες παραδοσιακές ισλαμικές κοινωνίες ή ομάδες ή εάν θέλετε να απεικονίσει με αυτόν τον σκωπτικό τρόπο αντιλήψεις και στάσεις που ακολουθούνται από οπαδούς του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Πρέπει να επισημάνουμε τέλος ένα κίνδυνο που ελλοχεύει από την παραπάνω δημοσίευση . αυτός είναι ότι συντελεί στη δημιουργία στερεότυπων στο μέσο πολίτη, ο οποίος ταυτίζει έτσι τον κόσμο του Ισλάμ στο σύνολό του ως το χώρο από τον οποίο προάγεται διεθνώς η τρομοκρατία.
Η έντονη αντίδραση του ισλαμικού κόσμου πιστεύω ότι έχει να κάνει πρωτίστως με την αναταραχή που έχουν προκαλέσει στην Παγκόσμια Ισλαμική Κοινότητα (Ούμμα-αλ Ισλαμίγια) οι επάλληλες, μακροχρόνιες, τόσο άστοχες και συνάμα προκλητικές επεμβάσεις της πέραν του Ατλαντικού υπερδυνάμεως και των Ευρωπαίων συναινούντων σε αυτές, σε χώρες του ισλαμικού κόσμου. Δηλαδή, το θέμα της δημοσιεύσεως των σκίτσων λειτούργησε ως αφορμή1 για να εκφραστεί η αντίθεση τμήματος της Ισλαμικής Κοινότητας στην επεμβατική πολιτική χωρών της Δύσεως και υπό την ερμηνεία αυτή εξεταζόμενη η αντίδραση αποκτά πολιτικό χαρακτήρα και μπορεί ακόμη και να δικαιολογηθεί ως προς το κίνητρο, αλλά όχι ως προς τις εκφράσεις της. Δευτερευόντως σχετίζεται πιστεύω με τον παραδοσιακό χαρακτήρα που διατηρείται σε πολλές ακόμη ισλαμικές κοινωνίες, στις οποίες οι εκφραστές της θρησκευτικής ή πολιτικής εξουσίας μπορούν να κατευθύνουν ευχερέστερα το μεγαλύτερο μέρος του λαού.
Κατά μία ερμηνεία μάλιστα η χειραγώγηση αυτή εξυπηρετεί την ανάγκη προστασίας της ίδιας τους της εξουσίας. Κάθε συμπεριφορά που στρέφεται εναντίον του αξιακού συστήματος που συνιστά τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται αυτή η εξουσία χαρακτηρίζεται ως «παραβατική» και προβάλλεται ως τέτοια στο σύνολο ώστε να προκαλέσει τη συλλογική αντίδρασή του. Έτσι το «κοινωνικό φορτίο» εκτονώνεται προς αυτή την κατεύθυνση και το πλήθος παύει, παροδικά έστω, να ασχολείται με τα μείζονος σημασίας προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μία τέτοια περίπτωση που μπορεί να αναφερθεί χαρακτηριστικά είναι αυτή του ινδικής καταγωγής Βρετανού πολίτη Σαλμάν Ρουσντί και του έργου του «Σατανικοί Στίχοι», για τον οποίο ο θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν Αγετουλάχ Χομεϊνί έφθασε να εκδώσει καταδικαστική σε θάνατο ιερονομική απόφαση (1989).
Έχω την αίσθηση δε ότι οι δυτικές κοινωνίες σε μία παρόμοια περίπτωση δεν θα αντιδρούσαν έτσι, με την ίδια ένταση και την ίδια έκφραση. Για παράδειγμα, στο διαδίκτυο κάνουν κατά καιρούς την εμφάνισή τους σατυρικά σκίτσα που διακωμωδούν τη ζωή, ή τα Πάθη του Ιησού Χρηστού αλλά σπανίως προκαλούνται τέτοιου είδους μαζικές αντιδράσεις και μάλιστα η έκφρασή τους δεν αποκτά τέτοιο χαρακτήρα, όπως η προγραφή του σκιτσογράφου. Ο δυτικός κόσμος, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, δείχνει ότι αντιμετωπίζει με μετριοπάθεια ανάλογες περιπτώσεις.
Ο βρετανικός Τύπος με την παράδοση που κουβαλά δεν προέβη στην δημοσίευση τους, αυτό πώς το σχολιάζετε;
Η άποψή μου είναι ότι η στάση αυτή ερμηνεύεται σύμφωνα με την ελληνική παροιμία «η αλεπού έχει λερωμένη τη φωλιά της…». Η παλαιά Βρετανική Αυτοκρατορία και η διάδοχός της κατάσταση, η Βρετανική Κοινοπολιτεία, συνδέουν την παρουσία τους ιστορικά με περιοχές και κράτη που ο πληθυσμός τους ήταν / είναι προσηλωμένος στην ισλαμική θρησκεία. Και η παρουσία αυτή δεν έχει αφήσει τις καλύτερες των αναμνήσεων σε αυτούς τους λαούς (π.χ. Ινδία, Αίγυπτος, Αραβική χερσόνησος, κ.α.), γεγονός που πρέπει να συνεκτιμηθεί πιστεύω στην ερμηνεία αυτής της στάσεως.
Σήμερα, η εμπλοκή του Ηνωμένου Βασιλείου σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο στην επεμβατική πολιτική δυτικών Δυνάμεων στις χώρες του Ισλάμ το υπαγάγει στη συλλογική συνείδηση του ισλαμικού κόσμου στο εχθρικό στρατόπεδο.
Ένα ακόμη στοιχείο είναι ότι ευάριθμος πληθυσμός μουσουλμάνων -τμήμα του οποίου έχει την ιδιότητα του Βρετανού πολίτη- είναι εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο, του οποίου η πρόκληση του θρησκευτικού φανατισμού θα μπορούσε να προκαλέσει πονοκέφαλο στις αρχές της χώρας και να θέσει σε κίνδυνο την κοινωνική γαλήνη, τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας (ας μην ξεχνούμε εδώ ότι η καρδιά του, το Λονδίνο, δέχθηκε σχετικά πρόσφατα δύο κτυπήματα από μουσουλμάνους ζηλωτές). Η «βεβαρημένη» θέση του λοιπόν, λόγω παλαιών και νέων αμαρτιών, και ο κίνδυνος προκλήσεως αναταραχών στο εσωτερικό επέβαλε -και σωφρόνως- πιστεύω, ως προληπτικό μέτρο, τη μη αναδημοσίευση των εν λόγω σκίτσων από τα Μ.Μ.Ε. της χώρας.
Και οι αντιδράσεις σε όλες αυτές τις χώρες, από γυναίκες σε καθεστώτα και συστήματα από τα οποία καταπιέζονται, να διαμαρτύρονται και να ζητούν την τιμωρία των «απίστων» που τόλμησαν να δημοσιεύσουν σκίτσα…
Για να ερμηνεύσουμε αυτές τις συμπεριφορές θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας και άλλες παραμέτρους, όπως γεωγραφικός προσδιορισμός, μορφωτικό επίπεδο, κοινωνικό στρώμα, οικονομική κατάσταση, κλπ.. Έχω την αίσθηση ότι σε περιβάλλοντα όπου το προοδευτικό Ισλάμ κυριαρχεί οι όποιες αντιδράσεις για το θέμα αυτό δεν έλαβαν ούτε την ένταση ούτε τις εκφράσεις που κυριαρχούν ως εικόνα στα Μ.Μ.Ε.
Η διαδικασία αυτή (της συμμετοχής στη διαμαρτυρία) ερμηνεύεται με βάση την ψυχολογία της μάζας / όχλου και υπό την έννοια αυτή η ερμηνεία δεν αναφέρεται μόνον στο παράδειγμα της αντιδράσεως των πιστών του Ισλάμ. Το άτομο, παρασυρόμενο εάν θέλετε από τη γενική τάση και το θυμικό του, ταυτίζει στην περίπτωση αυτή τη διάθεσή του με αυτή του συνόλου στο οποίο είναι εντεταγμένο. Αφήνει προς στιγμήν πίσω το προσωπικό του «πάθος» διότι τα αρνητικά αισθήματα που αυτό του προκαλεί εκφράζονται μέσω της διαμαρτυρίας έναντι του υποκειμένου που θεωρείται πρόξενος του κακού από το προσβαλλόμενο σύνολο. Στην περίπτωση αυτή ο δράστης / πρόξενος αποκτά τα χαρακτηριστικά του αποδιοπομπαίου τράγου.
Ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε καλύτερα τη σχέση που δημιουργείται μεταξύ του δράστη και του συνόλου είναι αυτό της δημοσίας εκτελέσεως των «αιρετικών» (μιας και το θέμα μας έχει θρησκευτική διάσταση) κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Το πλήθος δεν παρακολουθεί απλώς την εκτέλεση του καταδίκου, αλλά «συμμετέχει» σε αυτή με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς κατά του μελλοθανάτου, φωνές και προτροπές προς το δήμιο, αλαλαγμούς τη στιγμή της κορυφώσεως του δράματος και κάποιες φορές ακόμη και με την ύβρη του νεκρού. Με αυτό τον τρόπο αποφορτίζεται από το αρνητικό εσωτερικό του φορτίο, ενώ ταυτόχρονα «φορτίζεται» θετικά διότι η όλη διαδικασία, που δεν παύει να είναι φοβερή, έχει παραδειγματικό άρα και αποτρεπτικό χαρακτήρα ως προς τη μίμηση των πράξεων /στάσεων του καταδίκου και την εκ τούτων κατάληξή του, γεγονός που συντελεί στην υποταγή του ατόμου.
Το αποτέλεσμα των παλαιστινιακών εκλογών, με την ανάδειξη της Χαμάς, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του Ιράν Αχμαντινετζάν, η αιγυπτιακή μουσουλμανική αδελφότητα, η Χεζμπολάχ και οι εξεγερμένοι σουνίτες του ΙΡΑΚ αλλάζουν το παγκόσμιο σκηνικό…Θεωρείτε ότι υπάρχει κάποιος συνδετικός κρίκος;
Η αλληλεγγύη μεταξύ των αδελφών της Παγκόσμιας Ισλαμικής Κοινότητας είναι από τις βασικότερες θρησκευτικές επιταγές του Ισλάμ. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τα επικοινωνιακά μέσα που υπάρχουν σήμερα και τα στοιχεία που βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας καθιστούν πρόδηλο το γεγονός ότι υφίστανται σχέσεις μεταξύ των ισλαμικών οργανώσεων και δυνάμεων. Για παράδειγμα είναι γνωστό ότι στην κρίση της Βοσνίας αλλά και στις συγκρούσεις στο Αφγανιστάν προσήλθαν για να υποστηρίξουν την ένοπλη δραστηριότητα των ντόπιων και πολλοί μουσουλμάνοι μαχητές από διάφορες περιοχές του κόσμου.
Αλλά και μία επισήμανση που σχετίζεται με την ερώτησή σας αυτή και το θέμα της δημοσιεύσεως των σκίτσων . δεν πρέπει να μας ξεφεύγει το γεγονός ότι η δυσαρέσκεια του ισλαμικού κόσμου άρχισε να εκδηλώνεται δυναμικά μετά το πέρας της περιόδου της τελευταίας Ιεραποδημίας (Χατζ), όπου στις εκεί συναντήσεις θρησκευτικών αξιωματούχων, φαντάζομαι, συζητήθηκε το θέμα και ελήφθησαν αποφάσεις περί αυτού.
Οι συνέπειες του φαινομένου της ανόδου του Ισλάμ είναι απρόβλεπτες ή μπορούν από τώρα να σκιαγραφηθούν;
Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να μιλάμε για «άνοδο» του Ισλάμ. Λόγω της ιστορικής συγκυρίας ζούμε ένα κύκλο έντονης κινητικότητας που σχετίζεται με γενικότερες ανακατατάξεις σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, οι οποίες συναρτώνται με την γεωστρατηγική και την γεωπολιτική (όπως π.χ. η εμφάνιση νέων υπερδυνάμεων και περιφερειακών δυνάμεων, ο έλεγχος των πηγών ενέργειας, κλπ.). Το Ισλάμ αντιμετωπίζει το ίδιο ενδογενή προβλήματα τα οποία είναι τόσο χρονίζοντα όσο και δυσεπίλυτα. Αποτελεί πράγματι μία ισχυρή δύναμη, θρησκευτική, πολιτική και οικονομική, με εκατομμύρια πιστούς ανά τον κόσμο, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν στο σχεδιασμό της πολιτικής των δυτικών χωρών, ωστόσο στους κόλπους του παρατηρούνται μεταξύ των διαφόρων δογμάτων, τάσεων, κλπ. διαφορές αγεφύρωτες και σχέσεις συγκρουσιακές.
Σε κάθε περίπτωση, και η άποψη μου αυτή δεν έχει να κάνει με διάθεση ηττοπάθειας αλλά με το πιστεύω μου στην έννοια του σεβασμού της ανθρώπινης υπάρξεως, η νόρμα που πρέπει να κυριαρχεί στη χάραξη της πολιτικής προς το Ισλάμ είναι ο διάλογος και η προσέγγιση ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, οι συγκρούσεις, οι οποίες όπως γνωρίζεται κοστίζουν τόσο σε ψυχές όσο και σε υλικά μέσα αλλά και μπορούν να προκαλέσουν αποσταθεροποίηση της κατάστασης σε ευρύτερες περιοχές από τα σημεία στα οποία εκδηλώνονται.
Η χώρα μας βρισκόταν και βρίσκεται σε ένα πολύ καλό επίπεδο ειλικρινώς φιλικών σχέσεων με τις ισλαμικές χώρες, παράδειγμα το οποίο πιστεύω ότι πρέπει να υιοθετηθεί και από τις ευρωπαϊκές χώρες που υστερούν σε αυτόν τον τομέα.
Να επισημάνουμε επίσης ότι η Χριστιανορθόδοξος Εκκλησία στο πλαίσιο της ανθρωποκεντρικού χαρακτήρος αποστολής της, δια της Μητέρας Οικουμενικής Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, εκφράζει τη διάθεσή της για προσέγγιση προς όλες τις μεγάλες Θρησκείες και εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται σε γόνιμο διάλογο με το Ισλάμ.
Πάντως τα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα ανέδειξαν μεγάλες δόσεις ισλαμοφοβίας. Λέτε οι Ευρωπαίοι να φοβούνται μην γίνει πραγματικότητα ο τίτλος του βιβλίου της Έλενας Τσουντίνοβα, η «Παναγιά των Παρισίων Τέμενος»;
Το Ισλάμ είναι και παραμένει, λίγο ως πολύ, ξένο προς τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ως θρησκευτική / πολιτική φιλοσοφία και ως σύστημα αξιών. Παρά τις όποιες επιρροές που καταγράφονται στο διάβα της Ιστορίας, οι σχέσεις μεταξύ των δύο, ισλαμικού κόσμου και Ευρώπης ήταν συγκρουσιακές. Ως σχήμα λόγου θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης αναγνωρίζει την πολιτισμική συνάφεια μεταξύ του Γιώργου, του Τζωρτζ, του Ζωρζ, του Γκέοργκ, του Τζωρτζιο, του Γκιόργκι, του Γκερκ αλλά φαίνεται ότι αδυνατεί να συμπεριλάβει στο σύνολο αυτό τον Μεχμέντ.
Η Ευρώπη, η γηραιότερη ήπειρος όπως λέγεται, έχει δείξει στην ιστορία της ότι παρά τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά καιρούς, τα οποία έφερναν τους λαούς της σε ρήξεις και μακροχρόνιες συγκρούσεις, διέθετε εκείνους τους μηχανισμούς συν-έγερσης για να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κινδύνους, όταν αυτοί εμφανίζονταν, με επιτυχία. Σημαντική προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των όποιων εξωτερικών αλλά και εσωτερικών κινδύνων παράμετρος εκτιμώ ότι θα είναι η ολοκλήρωση της διαδικασίας για την πολιτική ένωση του ευρωπαϊκού χώρου, η οποία συνεπάγεται και ανάλογες προσαρμογές, όπως κοινή εξωτερική ή αμυντική πολιτική. Και βέβαια την -παρά το πρόβλημα που μπορεί να προκύπτει για τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο- εισδοχή της Ρωσίας στους κόλπους της Ενώσεως, της μόνης υπερδυνάμεως στον ευρωπαϊκό χώρο (διότι είναι απορίας άξιο το πως έχει η Τουρκία πολιτισμική συνάφεια με την Ευρώπη και δεν έχει η Ρωσία).
Σε κάθε περίπτωση η Ευρώπη πρέπει να δείξει ειδικό ενδιαφέρον στην αποκατάσταση των σχέσεων με το γειτνιάζον Ισλάμ.
Το «εντός των τειχών» Ισλάμ μπορεί να προκαλεί κατά καιρούς αναταράξεις σε χώρες της Ευρώπης -ως αντίδραση / αποτέλεσμα και των εντάσεων που καταγράφονται σε άλλα σημεία του πλανήτη- , αλλά πιστεύω ότι η παρουσία του δεν αποτελεί κίνδυνο για τον ευρωπαϊκό χώρο σήμερα και στο εγγύς μέλλον, εφ’ όσον η πολιτική που θα ακολουθεί συνολικά η Ευρώπη (και αναφέρομαι στην Ε.Ε.) δεν θα χαρακτηρίζεται από παλιμβουλίες και αλληλοσυγκρουόμενες στάσεις μεταξύ των κρατών της.
Μιλώ για το «εντός των τειχών Ισλάμ» και θέλω εδώ να διακρίνω δύο υποσύνολα. Το γηγενές ευρωπαϊκό Ισλάμ και το νεοπαγές ευρωπαϊκό Ισλάμ και αναφέρομαι στους πληθυσμούς που βρίσκονται εγκατεστημένοι πλέον του αιώνος στον ευρωπαϊκό χώρο για το πρώτο και αυτούς που ως οικονομικοί μετανάστες ή πολιτικοί πρόσφυγες έχουν βρει καταφύγιο σε αυτόν, εδώ και κάποιες δεκαετίες. Εκτιμώ ότι το γηγενές Ισλάμ στο συγχρωτισμό του με το ευρωπαϊκό σύστημα αξιών έχει αφομοιώσει στοιχεία τέτοια ώστε να καθίσταται οικειότερο προς τον ευρωπαϊκό χώρο.
Πιστεύω ότι μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις -που θα μπορούσε να αποτελεί και πρότυπο συνυπάρξεως ετερόθρησκων πληθυσμών για την Ευρώπη- είναι αυτή των συμπολιτών μας Ελλήνων μουσουλμάνων της Θράκης (και δεν αναφέρομαι βεβαίως στη γνωστή μερίδα των τηλεκατευθυνομένως αυτοπροσδιοριζομένων και αντιλαμβάνεσθε πιστεύω τι ακριβώς εννοώ). Ο πληθυσμός αυτός διατηρεί τη θρησκευτική του ταυτότητα και ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα ακώλυτα, τμήμα της νεολαίας του εκπαιδεύεται στα ιδρύματα θρησκευτικών σπουδών της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει στις λειτουργίες του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, εκπροσωπείται στα συλλογικά όργανα και στους θεσμούς της Πολιτείας μας και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με τον χριστιανό γείτονα (παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από γνωστό κέντρο και τους εν εξαρτήσει από αυτό για το αντίθετο).
Η παρουσία του δεύτερου, του νεοπαγούς Ισλάμ, στα ευρωπαϊκά κράτη, από τη φύση της κινείται στο όριο μεταξύ νομιμότητος και παρανομίας (και εδώ δεν αναφέρομαι στο σύνολό του, αλλά σε μεγάλο μέρος του). Παράνομη είσοδος και παραμονή, περιστασιακή ή μαύρη εργασία, επίδοση σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται ως δευτερεύοντα και ως εκ τούτων εκμετάλλευση, επίπεδο διαβιώσεως κάτω από τα όρια της φτώχιας, συγκέντρωση στις λιγότερο προνομιούχες γειτονιές των πόλεων και κοινωνικός αποκλεισμός χαρακτηρίζουν την παρουσία των ανθρώπων αυτών, που ωστόσο ζουν δίπλα μας, στις δυτικές κοινωνίες. Ετούτες οι συνθήκες τι άλλο μπορούν να προκαλέσουν παρά την εχθρότητα αυτών των πληθυσμών προς οτιδήποτε συνδέεται με τις δυτικές κοινωνίες και τον πολιτισμό τους, όταν μάλιστα για τους περισσότερους από αυτούς τους ανθρώπους διαψεύδονται οι παραστάσεις που είχαν για το δυτικό κόσμο, οι σχετικές με την προσδοκία της «χρυσής ευκαιρίας» για μία καλύτερη ζωή, οι οποίες κάποτε προκάλεσαν και την απόφασή τους να μεταναστεύσουν.
Σε ένα τέτοιο έδαφος πολύ εύκολα καλλιεργούνται τα αρνητικά συναισθήματα που οδηγούν στην εκδήλωση παραβατικών συμπεριφορών από τη μία, αλλά και ρατσισμού και ξενοφοβίας από την άλλη.
Το δυτικό δημοκρατικό μοντέλο κατά την άποψή σας γιατί δεν είναι ο απόλυτος νικητής;
Εδώ πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Γιατί πολύ απλά -όπως συμβαίνει με όλα τα μοντέλα- κατά την εφαρμογή του, στην ιστορική του πορεία, έχει υποστεί βαθύτατες αλλοιώσεις. Ο πολίτης της Δύσεως βλέπει σήμερα στο κάλλιστο των πολιτευμάτων να προσωποποιείται η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η διάκριση και όλα εκείνα τα αρνητικά παρεπόμενα που του προκαλούν ανησυχία, αίσθημα ανασφάλειας και άγχος για την καθημερινότητά του. Σε πολλές περιπτώσεις ο ίδιος είναι αμέτοχος των εξελίξεων που διαμορφώνονται, γεγονός που του προξενεί αίσθημα απιστίας για τους θεσμούς και τα πρόσωπα των λειτουργών. Το Δημοκρατικό Πολίτευμα είναι τόσο ωραίο όσο και ευαίσθητο και η ενεργός κοινωνία των πολιτών οφείλει με τη συμμετοχή της να περιφρουρεί τις αρχές, τις αξίες και τους θεσμούς του.
Ως καταληκτικό, θα ήθελα ένα σχόλιό σας για την Τουρκία, το εκεί Ισλάμ και την ενταξιακή πορεία προς την Ε.Ε.
Η οσμανική Τουρκία υπήρξε για τέσσερις αιώνες (από τα χρόνια του σουλτάνου Σελήμ του Α’ ο οποίος κατέλαβε τις Ιερές Πόλεις του Ισλάμ, τη Μέκκα και τη Μεδίνα) η εκπρόσωπος / προστάτης της ισλαμικής θρησκείας. Το οσμανικό καθεστώς, καθαρά θεοκρατικό (παρά τις αντίθετες γνώμες που διατυπώνονται από πολλούς ως προς αυτό), μέχρι τουλάχιστον την περίοδο των Νεότουρκων (όπου εμφανίζεται η έννοια του «εθνικού» να επιχειρείται να υποκαταστήσει σταδιακά το «θρησκευτικό» και που ωστόσο η μεταξύ τους διαχωριστική γραμμή είναι εκείνη την περίοδο δυσθεώρητη) εισήγαγε και καλλιέργησε την εχθρότητα του μουσουλμανικού στοιχείου έναντι της Δύσεως. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ο αιώνα μάλιστα, με την προβολή της ιδεολογίας του «Πανισλαμισμού» (Ιττιχάντ-ι Ισλάμ) και με τις σχέσεις που προσπάθησε να δημιουργήσει με περιοχές και χώρες του ισλαμικού κόσμου, αποπειράθηκε να τον συσπειρώσει και να τον χρησιμοποιήσει ως μέσο άσκησης πιέσεως προς την Ευρώπη, ως ασπίδα της, εναντίον της ευρωπαϊκής επεμβατικής πολιτικής.
Να επισημάνουμε εδώ ότι το τελευταίο μεγάλο Τζιχάντ (Τζιχάντ-ου Ακμπαρ) κηρύχθηκε κατά των απίστων χριστιανών της «Εγκαρδίου Συνεννοήσεως» και των συμμάχων της από τον Οσμανό σουλτάνο και Χαλίφη Μεχμέντ τον Ε’, όταν η χώρα του εισήλθε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Την ίδια περίοδο η μυστική υπηρεσία των Νεότουρκων, η «Ειδική Οργάνωσις» (Τασκιλάτ-ι Μαχσουσά) μέσω δικτύων που είχε αναπτύξει σε περιοχές και χώρες του Ισλάμ τις οποίες εξουσίαζαν ή ήλεγχαν οι Αγγλογάλλοι επιχείρησε να συγκροτήσει και να ενεργοποιήσει μουσουλμανικούς πυρήνες δράσεως εναντίον αυτών και των συμφερόντων τους.
Αλλά και την περίοδο του Μικρασιατικού Πολέμου (1919-1922) ο Μουσταφά Κεμάλ έτεινε χείρα φιλίας (βλέπε εκμεταλλεύσεως) προς τους μουσουλμάνους διαφόρων περιοχών (π.χ. Αζερμπαϊτζάν, Αφγανιστάν, Ινδία) για να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο πιέσεως εναντίον της Βρετανίας (κυρίως).
Και τέλος ας μην ξεχνάμε την αιτία που ο σημερινός Πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογαν, τότε ως δήμαρχος Κωνσταντινουπόλεως, διώχθηκε από το στρατογραφειοκρατικό κατεστημένο. Η έκφρασή του «οι τρούλοι των τεμένων μας είναι οι στρατώνες μας και οι μιναρέδες οι λόγχες μας», εκτός από το σημαινόμενο της, που ως μήνυμα απευθυνόταν στους στρατιωτικούς, έχει και το σημαίνον της . είναι η Τουρκία -όπως και το Σύνταγμά της διαβεβαιώνει- ένα κοσμικό ή ένα ισλαμικό κράτος;
Θα συνεχίσω εδώ να σας απαντώ με μερικά ακόμη ερωτήματα: ποια είναι η πραγματική σχέση και η δυναμική που δημιουργείται μεταξύ των δύο πόλων εξουσίας στη χώρα, των στρατογραφειοκρατών και των ισλαμιστών; Η επικράτηση της μίας εκ των δύο σε βάρος της άλλης, όποια και εάν είναι αυτή {συγκρούονται πράγματι άραγε ή απλά έχουμε να κάνουμε με αναπαραγωγή του φαινομένου της συγκρουσιακής αλλά και λειτουργικής ταυτόχρονα σχέσεως μεταξύ των θρησκευτικών (ουλεμά) και των στρατιωτικών (ασκερί) αξιωματούχων της περιόδου οσμανικής αυτοκρατορίας;}θα μπορούσε να επιτρέψει και να εγγυηθεί ταυτόχρονα την απρόσκοπτη κίνηση της χώρας προς την κατεύθυνση της Ευρώπης; Κατά πόσον αυτή η κίνηση είναι ειλικρινώς επιθυμητή (ως προς τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης με τα ευρωπαϊκά θέσμια) από τους δύο πόλους, οι οποίοι καλύτερα από όλους γνωρίζουν (αλλά και περισσότερο από όλα φοβούνται) ότι για να βρει η Τουρκία τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό (και εφ’ όσον οι Ευρωπαίοι δεν απομωρανθούν, κάτι για το οποίο έχω την αίσθηση ότι δεν θα συμβεί παρά τις τεράστιες υπερατλαντικές πιέσεις) πρέπει να απαλλαγεί από δομές και θεσμούς που μεταφέρει ως κληρονομιά από το οσμανικό της παρελθόν; Είναι δηλαδή δυνατόν οι δύο αυτοί πόλοι εξουσίας, έτσι όπως λειτουργούν μέχρι σήμερα, να αναγνωρίσουν τον ανασταλτικό χαρακτήρα της υπάρξεώς τους στην πορεία προς την Ευρώπη και επιτρέποντας σε υγιείς δυνάμεις της χώρας να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, να αποδεχθούν ουσιαστικά το πέρασμα στη διαδικασία αυτοαναίρεσής τους; Η ιστορική εμπειρία μας δείχνει ότι η προσπάθεια των τελευταίων ογδονταπέντε χρόνων της Οσμανικής Αυτοκρατορίας να πείσει την Ευρώπη ότι μπορεί να εκμοντερνισθεί, ώστε έτσι να γίνει δεκτή ως μέλος της ευρωπαϊκής ορχήστρας, δεν καρποφόρησε.
Την ίδια τύχη είχε και η προσπάθεια του απολυταρχικού εξευρωπαϊσμού που καταβλήθηκε από τον Μουσταφά Κεμάλ. Το θετικό αποτέλεσμα ήταν αυτό που φαινόταν στην επιφάνεια. Εάν σήκωνες και τότε την κουρτίνα, όπως πριν ένα αιώνα περίπου είχε χαρακτηρίσει την άλλη μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Τανζιμάτ ο πολύς Ρηνανός πολιτικός Κλέμενς φον Μέττερνιχ, θα έβλεπες ότι κάθε τι που κρυβόταν πίσω από αυτή και είχε να κάνει με τη δομή της (αυταρχικής) εξουσίας είχε μείνει ανέπαφο.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η Τουρκία έχει επιδοθεί σε μία προσπάθεια να επιβληθεί ως περιφερειακή δύναμη στην περιοχή, προσπάθεια που έχει καταστεί αυτοσκοπός αλλά και επαχθές φορτίο στην πλάτη του τουρκικού λαού και λειτουργεί τελικά σε βάρος της ευημερίας του (όπως και στην περίπτωση της Οσμανικής Αυτοκρατορίας, το ενδιαφέρον της εξουσίας εξαντλείται στην ενίσχυση της παρουσίας του κράτους, ενώ οι πολίτες αντιμετωπίζουν πολλά, μεγάλα και χρονίζοντα προβλήματα). Και με αυτή τη διάθεση και ύφος ηγεμονικό επιχειρεί να επιτύχει και την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αγνοώντας (προκλητικά πολλές φορές) όπως φαίνεται τις ευρωπαϊκές υποδείξεις για την προσαρμογή της σε αυτό που όλοι ονομάζουμε ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Παίρνοντας τη στάση της μονίμως αδικημένης και διαρκώς παραπονούμενης (διπλωματική πρακτική που καταγράφεται από τον 19ο αιώνα ακόμη, την οποία ακολουθεί και η νεώτερη Τουρκία) μέμφεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι προβάλλει «εμπόδια» στην ενταξιακή της πορεία τα οποία έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι αποτελεί «λέσχη χριστιανικών κρατών», προβάλλοντας ταυτόχρονα στο εσωτερικό αυτή τη δικαιολογία για να καλύψει την απροθυμία της να πραγματοποιήσει δομικές μεταρρυθμίσεις.
Η Ευρώπη ποια στάση πρέπει να τηρήσει;
Ευρώπη πρέπει να επιμείνει στο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί και πρέπει να κινηθεί η Τουρκία, χωρίς εκπτώσεις. Να μείνει σταθερή στις απαιτήσεις της για τη συμμόρφωση προς αυτό, ώστε η χώρα να επιτύχει στο μέλλον την ένταξή της. Εξ άλλου το πλαίσιο αυτό είναι κοινό για όλες τις υποψήφιες χώρες μέλη και βεβαίως τα «προβλήματα», όπως παρουσιάζονται από την Τουρκία στο εσωτερικό, δεν συναρτώνται με το γεγονός ότι η πλειοψηφία των λαών της Τουρκίας ακολουθεί τη θρησκεία του Ισλάμ. Μία τέτοια στάση της Ευρώπης εξασφαλίζει εκτός των άλλων και τα συμφέροντα των πολιτών της χώρας, μπορεί να συντελέσει στην ικανοποίηση της επιθυμίας τους για καλύτερες συνθήκες ζωής και δημοκρατίας.
Και ας μην γελιόμαστε από τις επιφανειακές, λειτουργικού μόνον χαρακτήρα, αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια. Η δομή της εξουσίας και οι κυρίαρχες αντιλήψεις περί αυτής διατηρούνται ως έχουν. Η βαριά χακί κουρτίνα καλύπτει ακόμη τον φωτεινό ορίζοντα που με αγωνία αναζητά να δει ο λαός. Γεγονότα που συμβαίνουν καθημερινά σε πολλά σημεία της χώρας το αποδεικνύουν.
Σας ευχαριστώ
Μαρία Νικολάου
1 Ως ένα ακόμη αίτιο, το οποίο συνιστά προσβολή για τους μουσουλμάνους, προβάλλεται η απεικόνιση του προσώπου του Προφήτη Μωχαμέντ. Το Ισλάμ είναι ανεικονική θρησκεία, απαγορεύει δηλαδή την απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου όλων των Προφητών και όποτε αυτοί αναπαριστώνται έχουν το πρόσωπό τους καλυμμένο με πέπλο. Ωστόσο πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι ακόμη και σε διάφορα έργα μουσουλμάνων, όπως χειρόγραφα και μινιατούρες της περιόδου του 14ου-16ου αιώνος {Ρασίντ Αλ-Ντιν «Τζαμί Αλ-Ταβαρίκ» (Παγκόσμιος Ιστορία), ca. 1315, «Ματζμάκ Αλ-Ταβαρίκ» (Επιτομή Ιστορίας), ca. 1425, κ.ά.}, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Προφήτη.
* Oι φωτογραφίες του κειμένου προέρχονται από το βιβλίο του Μάνου Στεφανίδη “Τα τεμένη της Θράκης, Εισαγωγή στην αισθητική του Ισλάμ, Εκδόσεις Μίλητος”
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
