Η ελληνικη οικονομια: εξελιξεις, προοπτικες και προκλησεις
Τα κύρια χαρακτηριστικά των οικονομικών εξελίξεων το 2007 ήταν η διεθνής χρηματοπιστωτική αναταραχή και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων. Τα φαινόμενα αυτά εκδηλώθηκαν το δεύτερο εξάμηνο του έτους και συνεχίζονται το 2008, οδηγώντας σε ένταση των πληθωριστικών πιέσεων και επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας.
Οπως ήταν αναμενόμενο, αυτές οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις επηρέασαν δυσμενώς τον πληθωρισμό και το ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) σημείωσε αισθητή επιβράδυνση το δεύτερο εξάμηνο του 2007,η οποία αναμένεται να συνεχιστεί και το 2008. Η μεγάλη αβεβαιότητα παγκοσμίως αυξάνει την πιθανότητα να συμβεί αυτό. Παράλληλα, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε τους τελευταίους μήνες, αντανακλώντας κυρίως την αύξηση του εισαγόμενου πληθωρισμού και, σε μικρότερο βαθμό, του κόστους παραγωγής.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Νίκος Γκαργκάνας
Η επίπτωση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ήταν κατά το 2007 περιορισμένη και κυρίως έμμεση. Η αποδοτικότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικό επίπεδο το 2007. Ωστόσο, δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό. Η συνέχιση της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές διεθνώς, η ταχεία πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα και η ολοένα μεγαλύτερη διείσδυση των ελληνικών τραπεζών σε νέες αγορές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αυξάνουν τους κινδύνους για τις τράπεζες. Για το λόγο αυτό, είναι επιβεβλημένη η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων αυτών.
Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα για την ελληνική οικονομία. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε περαιτέρω το 2007 και διαμορφώθηκε σε πολύ υψηλό επίπεδο ως ποσοστό του ΑΕΠ, αντανακλώντας τη σημαντική υστέρηση της εγχώριας αποταμίευσης, που είναι σχετικά χαμηλή, έναντι των εγχώριων επενδύσεων, που είναι σχετικά υψηλές. Ενώ το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκε επί δεύτερο κατά σειρά έτος κάτω του 3%, οι ανισορροπίες παραμένουν μεγάλες, όπως φαίνεται από το ύψος του δημόσιου χρέους.
Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις από τη συνεχιζόμενη κρίση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας στους εξωτερικούς κραδασμούς. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι σημαντικό να συνεχιστεί η δημοσιονομική εξυγίανση και να ενταθούν οι προσπάθειες για την αύξηση της εθνικής αποταμίευσης, την ενίσχυση του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας και τη συγκράτηση του κόστους παραγωγής, προκειμένου να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Οι μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα το 2007 και οι προοπτικές για το 2008
Οικονομική δραστηριότητα
Η επίδραση αυτών των διεθνών εξελίξεων στην ελληνική οικονομία υπήρξε περιορισμένη το 2007. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,0% το 2007, έναντι 4,2% το 2006. Ετσι, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2007 και πάλι υπερέβη σημαντικά τον αντίστοιχο ρυθμό της ζώνης του ευρώ ως συνόλου, στηριζόμενος, όπως και τα προηγούμενα έτη, από την αύξηση της εγχώριας ζήτησης (τόσο της ιδιωτικής κατανάλωσης όσο και των επενδύσεων), αλλά επιβραδύνθηκε το δεύτερο εξάμηνο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις που έγιναν στην Τράπεζα της Ελλάδος στις αρχές του τρέχοντος έτους και δημοσιεύθηκαν το Φεβρουάριο, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ αναμενόταν να διαμορφωθεί γύρω στο 3,7% το 2008. Ωστόσο, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι πιθανό να είναι χαμηλότερος, στο βαθμό που η επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας και της εξωτερικής ζήτησης θα είναι εντονότερη από ό,τι είχε υποτεθεί, η αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων μεγαλύτερη και το κόστος χρηματοδότησης αυξημένο.
Απασχόληση και ανεργία
Η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας το 2007 συνοδεύτηκε από αύξηση της απασχόλησης κατά 1,3% και μείωση του ποσοστού ανεργίας περίπου κατά μισή εκατοστιαία μονάδα στο 8,3%. Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται ακόμη από μικρότερη δυνατότητα δημιουργίας θέσεων εργασίας σε σύγκριση με άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως οφείλεται στη συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, με κυριότερο χαρακτηριστικό τη συρρίκνωση της αγροτικής οικονομίας και τη συνακόλουθη απώλεια μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας, στα στοιχεία δυσκαμψίας στην αγορά εργασίας (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περιορισμένη χρήση της μερικής απασχόλησης), καθώς και σε ορισμένες αναντιστοιχίες μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς στην αγορά εργασίας. Οι παράγοντες αυτοί συμβάλλουν ώστε το ποσοστό απασχόλησης, ιδίως των γυναικών, να εξακολουθεί να είναι αρκετά χαμηλότερο από το μέσο όρο των 15 πιο ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Πληθωρισμός και διεθνής ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές
Το 2007 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,0%. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην εξέλιξη της τιμής των καυσίμων, η οποία στη συνέχεια αντιστράφηκε, καθώς και στην επιβράδυνση (έως το Σεπτέμβριο) του ετήσιου ρυθμού ανόδου των τιμών των επεξεργασμένων ειδών διατροφής. Ομως, το τελευταίο τρίμηνο του 2007 και το πρώτο τρίμηνο του 2008 ο πληθωρισμός αυξήθηκε σημαντικά και το Μάρτιο διαμορφώθηκε στο 4,4%. Εκτιμάται ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα τους αμέσως προσεχείς μήνες, κυρίως λόγω της απότομης αύξησης του εισαγόμενου πληθωρισμού, ενώ στη συνέχεια αναμένεται ότι θα υποχωρήσει σταδιακά. Σύμφωνα με τις προβλέψεις που έγιναν στην Τράπεζα της Ελλάδος στις αρχές του χρόνου και δημοσιεύθηκαν το Φεβρουάριο, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός αναμενόταν να διαμορφωθεί στο 3,4% το 2008. Ωστόσο, ορισμένοι κίνδυνοι που είχαν τότε επισημανθεί, κυρίως όσον αφορά την εξέλιξη της διεθνούς τιμής του πετρελαίου αλλά και του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, φαίνεται ότι τώρα πραγματοποιούνται. Για το λόγο αυτό ο πληθωρισμός θα είναι τελικά υψηλότερος από ό,τι είχε προβλεφθεί και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί γύρω στο 4%. Οι προβλέψεις αυτές εμπεριέχουν σημαντικά στοιχεία αβεβαιότητας όσον αφορά τις διεθνείς εξελίξεις, ενώ ιδιαίτερη σημασία θα έχουν και τα αποτελέσματα των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τους μισθούς. Σημειωτέον ότι η νέα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας προβλέπει μέση ετήσια αύξηση των κατώτατων αποδοχών κατά 6,2% το 2008 και 5,7% το 2009, ενώ η σύμβαση της προηγούμενης διετίας προέβλεπε μέση ετήσια αύξηση 6,2% για το 2006 και 5,4% για το 2007. Επομένως, η αύξηση π0υ προβλέπεται για εφέτος είναι μεγαλύτερη εκείνης του 2007.
Η απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από το αντίστοιχο μέγεθος στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο παραμένει μεγάλη, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας ως προς τις τιμές.
Δημοσιονομικές εξελίξεις και προοπτικές
Οσον αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης έφτασε στο 2,8% του ΑΕΠ το 2007, έναντι 2,6% το 2006, κυρίως λόγω έκτακτων παραγόντων. Το ενοποιημένο χρέος της γενικής κυβέρνησης υποχώρησε ελαφρά μόνο, από 95,3% σε 94,5% του ΑΕΠ και παραμένει το δεύτερο σε μέγεθος μεταξύ των 27 χωρών της Ε.Ε.
Σύμφωνα με το Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης 2007-2010, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής το 2008 θα είναι περιοριστική. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί σε 1,6% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος σε 91,0%. Παρ’ όλα αυτά, ο ρυθμός μείωσης του χρέους παραμένει βραδύς, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η αναμενόμενη αύξηση των δαπανών τα επόμενα χρόνια λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Συμπεράσματα
Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία από τη συνεχιζόμενη κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις εξωτερικές πληθωριστικές πιέσεις και τη διαφαινόμενη επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να συνεχιστεί η προσπάθεια για τη βελτίωση των βασικών μεγεθών της οικονομίας.
Πολιτικές όπως αυτές που προαναφέρθηκαν θα συμβάλουν στην περαιτέρω άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Την τελευταία δωδεκαετία το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε σωρευτικά κατά 51%. Ωστόσο, παρά τον υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, το 13% των εργαζομένων, το 25% των συνταξιούχων και το 33% των ανέργων εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Επιπλέον, στο χώρο ανάμεσα στα νοικοκυριά που έχουν ήδη ωφεληθεί από την οικονομική ανάπτυξη και απολαμβάνουν υψηλά και αυξανόμενα εισοδήματα, αφενός, και στα φτωχά νοικοκυριά,αφετέρου, υπάρχει σημαντικός αριθμός νοικοκυριών που ζουν στο όριο της οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας.
Για την καταπολέμηση της φτώχειας και της ανισότητας, η σύσταση του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής αποτελεί θετικό βήμα, αλλά δεν αρκεί μόνη της. Απαιτείται παράλληλα η εφαρμογή πολιτικών που συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού ανεργίας και στην αύξηση του ποσοστού του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και διευκολύνουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Συνεπώς, προκειμένου να συνεχιστεί η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της φτώχειας και της ανισότητας, είναι απαραίτητο να δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην ανάπτυξη που στηρίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας. Η ανάπτυξη που βασίζεται στην ενίσχυση της ζήτησης αλλά δεν συνοδεύεται από αύξηση της παραγωγικότητας έχει τα όριά της και δεν μπορεί να αναμένεται ότι θα προστατεύσει την ελληνική οικονομία από τις επιπτώσεις μιας πιθανής επιβράδυνσης του παγκόσμιου ρυθμού ανάπτυξης και μιας αύξησης του πληθωρισμού παγκοσμίως. Αντίθετα, η άσκηση πολιτικών που βελτιώνουν την παραγωγικότητα μπορεί να προφυλάξει καλύτερα την οικονομία από εξωγενείς διαταραχές και να θέσει πιο στέρεα θεμέλια για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου στο μέλλον.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 23/04/2008
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
