«Η χρονια της εκλειψης»
«Η ζωή μου τέλειωσε στα τριάντα τρία μου χρόνια, σαν τη ζωή του Χριστού». Αυτό σκέφτεται η Χάιμπα, καθώς περιφέρει την ολοστρόγγυλη κοιλιά της στους δρόμους του Παρισιού κι ενώ την καταδιώκουν οι οδυνηρές αναμνήσεις του παρελθόντος. Η Αλγερία είναι πια μακριά, κι όμως, κάθε μέρα που περνάει της θυμίζει τη φρίκη εκείνων των ημερών. Το καλοκαίρι του 1999, η έκλειψη του ηλίου είναι το επίκεντρο όλων των συζητήσεων στη Γαλλία. Για τη Χάιμπα, η έκλειψη του ηλίου είναι κάτι παραπάνω: είναι η κατάρρευση της παλιάς της ζωής και η αναγέννησή της. Καθώς νιώθει την καρδούλα στα σωθικά της να χτυπάει ολοένα και πιο δυνατά, η Χάιμπα θα προσπαθήσει να αποδεχτεί τον πόνο του παρελθόντος και το φόβο του παρόντος, να ξεχάσει και να κάνει μια καινούργια αρχή. Στο μυθιστόρημα αυτό, η Λατιφά Μπεν Μανσούρ, Αλγερινή που ζει στο Παρίσι, μέσα από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, μάς δίνει μια συνταρακτική μαρτυρία για τη δυστυχία στην Αλγερία και την απόγνωση των γυναικών, αλλά και τη δύναμη της ζωής που βγαίνει από την κοιλιά τους και αψηφά το θάνατο. Η Λατίφα Μπεν Μανσούρ γεννήθηκε το 1950 σε μια μικρή πόλη της Αλγερίας. Σήμερα ζει στο Παρίσι όπου διδάσκει γλωσσολογία και επικοινωνία. Η «Χρονιά της Έκλειψης» είναι το τρίτο της μυθιστόρημα, με το οποίο η Αλγερινή συγγραφέας αποδεικνύει για μια ακόμη φορά την ικανότητά της να περνάει με αριστουργηματικό τρόπο από το παρελθόν στο παρόν και να γοητεύει τον αναγνώστη.
Α.Χ.
«Είναι ώρα να κλείσει ο οίκος του Κυρίου», ψιθύρισε έξαφνα μια γλυκιά και σοβαρή φωνή. «Χρειάζεσαι βοήθεια, τέκνο μου;»
Η Χάιμπα τινάχτηκε και σήκωσε το κεφάλι. Είδε έναν άντρα με μαύρο ράσο σκυμμένο από πάνω της. Το πρόσωπό του, γεμάτο γλυκύτητα, της θύμιζε έναν μοναχό από την Τιμπερίν, που τον έσφαξαν κι εκείνον. Σαστισμένη, μόλις συνήλθε ψέλλισε μερικές λέξεις και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, συνοδευόμενη από τον ιερέα που της έπιασε τα χέρια και της τα έσφιξε πολύ δυνατά. «Θα προσευχηθώ για σένα, τέκνο μου. Να ρθεις να με δεις όποτε θέλεις. Εδώ είναι το σπίτι σου».
Η νεαρή γυναίκα διέσχισε σαν σκιά τη λεωφόρο Σεν-Ζερμέν, αποφεύγοντας να κοιτάξει προς την πλευρά των καφέ, όπου νόμιζε ότι αντηχούσαν ακόμα τα γέλια του Αμπντ ελ-Γουαχάμπ και των φίλων του. Όταν έφτασε στη διάβαση, μπροστά στο καφέ Γκραν Κλινί, προτίμησε να περάσει απέναντι. Υπάρχουν μέρη που σε κάνουν να πονάς. Τελικά, όπως συνήθως, τρύπωσε στην είσοδο του μετρό που θα την οδηγούσε μέχρι το σπίτι της.
Ανέβηκε με κόπο τα πέντε πατώματα. Τη στιγμή που γύριζε το κλειδί στην κλειδαριά, χτύπησε το τηλέφωνο. Δε βιάστηκε. Δεν υπήρχε κανείς πια σ αυτόν τον πλανήτη που θα μπορούσε να της τηλεφωνήσει και να την κάνει να λησμονήσει την απόγνωσή της. Ο τηλεφωνητής είναι μια θαυμάσια εφεύρεση για να αποφεύγεις τους παρείσακτους. Μα όταν αναγνώρισε τη φωνή του Αλ-Χουάρι, έτρεξε να σηκώσει το ακουστικό. «Γεια σου, Αλ-Χουάρι, μόλις γύρισα. Είσαι καλά;»
[..]Η Χάιμπα χαμογελούσε νοσταλγικά ακούγοντας την ορανέζικη προφορά του Αλ-Χουάρι, που η ιδιαίτερη μελωδία της την πλημμύριζε αμέσως με ήλιο, γέλια και ζεστασιά. Ύστερα ο φίλος της, που η Χάιμπα τον αγαπούσε σαν αδελφό, της διηγήθηκε μια ορανέζικη ιστορία που την έκανε να ξεκαρδιστεί στα γέλια, τα πρώτα γέλια από την εποχή της φρίκης.
«Για Χάιμπα, γουάχ! Για Χάουτζι, γουάχ! Θα σου τηλεφωνώ καθημερινά για να σε κάνω να γελάς όπως άλλοτε! Είναι μια μεγάλη μέρα. Γέλα ακόμα πιο δυνατά».
«Σας αγαπώ πολύ», είπε η Χάιμπα. «Το ξέρετε, έτσι δεν είναι; Πες μου ότι δε θα μου θυμώσετε αν δεν έρθω. Ειλικρινά, δεν έχω κουράγιο».
[…]Τούτη τη φορά έφαγε αργά αργά το συνηθισμένο βραδινό της. Χωρίς να σταματήσει να κοιτάζει ολόγυρά της, αναστέναξε από ευχαρίστηση και θρίαμβο. Ένιωθε αμυδρά ότι κάτι είχε συμβεί. Είχε λυτρωθεί από τη βρομιά. Ένιωθε ότι είχε ξεφορτωθεί την εμμονή της να πλένεται μέχρις εξάντλησης. Πόσο καιρό πέρασε να τρίβει τα δόντια της και να ματώνει για να εξαγνιστεί, χωρίς να ησυχάζει; Πήγε στο μπάνιο και για πρώτη φορά μετά τη φρίκη επιθεώρησε τον εαυτό της. Κατάφερε να παραμείνει αρκετή ώρα μπροστά στον σπασμένο καθρέφτη της, χωρίς να την κυριεύσει ο πανικός ή ο τρόμος.
[…]Η ταινία του τηλεφωνητή συνέχιζε να γυρίζει και τότε άκουσε μια μακρινή φωνή, τη φωνή της μητέρας της. «Εμπρός! Εμπρός! Χάιμπα, κοριτσάκι μου! Τι κάνεις με το κακό που σε βρήκε; Γιατί δεν τηλεφωνείς; Ανησυχούμε τόσο για σένα, η Λάλα αλ-Χάτζα κι εγώ, από τότε που μάθαμε ότι ήσουν ήδη έγκυος πριν απ’ τη συμφορά που σε βρήκε! Κλάψαμε με την ψυχή μας. Σήμερα Παρασκευή, πήγαμε και οι δυο να προσευχηθούμε στους τάφους του Αμπντ ελ-Γουαχάμπ και της Ντούνια. Τους ανακοινώσαμε το νέο. Παρακαλούμε τον Αλλάχ για σένα και θα θέλαμε να ήμαστε στο πλευρό σου σε τούτη τη νέα δοκιμασία σου, κόρη μου. Ελπίζουμε να κάνεις αγόρι. Σκεφτήκαμε ότι αν είναι αγόρι, θα του δώσεις το όνομα του πατέρα του. Τουλάχιστον, ο δύστυχος ο άντρας σου δε θα ’χει πεθάνει για το τίποτα!»
Η Χάιμπα ένιωσε την οργή να την πνίγει. Όλες οι προσπάθειες που είχε κάνει λίγα λεπτά πριν καταστράφηκαν μ αυτές τις λίγες φράσεις. Ο εφιάλτης ξανάρχιζε. Το παρελθόν εκείνο που την εμπόδιζε να κάνει σχέδια για το μέλλον την έπνιγε. Έψαξε τα υπνωτικά της και κατάπιε μονομιάς δύο. Μάταιος κόπος. Όλα πλημμύριζαν πάλι το μυαλό της, οι εικόνες, οι ανυπόφορες φωνές των δυο στριμμένων γυναικών, τα άψυχα σώματα του άντρα και της κόρης της, οι κουκούλες, τα τσεκούρια, τα μαχαίρια και το αίμα, όλο εκείνο το αίμα. Φαντάστηκε τη μάνα και την πεθερά της να προσεύχονται ώστε το παιδί στην κοιλιά της να είναι αγόρι κι όχι κορίτσι. Δεν μπορούσαν επιτέλους να την ξεχάσουν, αυτές με τα θανατηφόρα λόγια τους, που δεν έκαναν τίποτα για να συμβάλουν στην ευτυχία της ούτε και τότε που ακόμα ζούσαν ο Αμπντ ελ-Γουαχάμπ και η Ντούνια;
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
