«Η χρηση των ιστορικων κεντρων πρεπει να καλυπτει συγχρονες αναγκες»

«Στόχος μας είναι να διατηρήσουμε μαζί με τα μνημεία, τα κτίρια, όλον αυτόν τον πλούτο και τις μνήμες. Γιατί λαός χωρίς ταυτότητα, χωρίς μνήμη είναι ένας χαμένος λαός» δηλώνει ο Σπύρος Πανταζής, αρχιτέκτονας μηχανικός, έφορος νεοτέρων μνημείων, αντιδήμαρχος Ιωαννίνων, που συμμετείχε στις εργασίες του πολύ ενδιαφέροντος Συνεδρίου που διοργάνωσε στην Ξάνθη η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων και ο Δήμος Ξάνθης με θέμα τα Ιστορικά Κέντρα των Βαλκανικών Πόλεων. Και στο ερώτημα «Θέλουμε ιστορικά κέντρα μουσεία ή ιστορικά κέντρα σύγχρονα – ζωντανά κομμάτια της πόλης;» απαντά: «Δεν μπορούν να γίνουν μουσεία γιατί θα καταστραφούν, θα νεκρώσουν».

Ποιόν στόχο θέσατε ως επανεκλεγείς αντιδήμαρχος Ιωαννίνων και παράλληλα έφορος νεοτέρων μνημείων σε σχέση με το Ιστορικό Κέντρο της πόλης σας και τα παραδοσιακά κτίρια;

Στόχος μας είναι να διατηρήσουμε μαζί με τα μνημεία, τα κτίρια, όλον αυτόν τον πλούτο και τις μνήμες. Γιατί λαός χωρίς ταυτότητα, χωρίς μνήμη είναι ένας χαμένος λαός. Στη χώρα μας, δυστυχώς, το «παιχνίδι» παίχτηκε τη δεκαετία του ‘50. Η χώρα βγήκε διαλυμένη από δύο πολέμους, δεν μπορούσε να δώσει τότε προτεραιότητα και λίγο πολύ, όλες οι πόλεις, ακολούθησαν την ίδια πορεία, την κακή μοίρα. Την δεκαετία του ‘70, μετά τη Δικτατορία, ωρίμασαν οι συνθήκες σε όλη τη χώρα και άρχισαν να παίρνουν μέτρα. Έχουμε αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα και, ύστερα από εικοσιπέντε–τριάντα χρόνια, εκείνο που παρατηρεί κανείς είναι ότι άλλαξε η νοοτροπία και η αντίληψη των λαών. Κι αυτό είναι παρήγορο, γιατί ο λαός πρώτα δεν ήξερε, μετά έμαθε και δεν ήθελε, γιατί θιγόντουσαν συμφέροντα και τώρα θέλει ο ίδιος πλέον τη διατήρηση κι αυτό είναι κατάκτηση.

Μέχρι να φτάσουμε στο τώρα όμως τι χάσαμε;

Χάσαμε πολλά, πάρα πολλά. Εδώ είναι οι ευθύνες της πολιτείας. Οι συνθήκες ήταν τέτοιες, δεν μπορούσαμε και ως χώρα, ως κράτος, δεν υπήρχαν και τα μυαλά. Οι μεγάλοι πολεοδόμοι ήταν λίγοι, δεν υπήρχε ρεύμα. Όλοι βλέπαμε τα παλιά κτίρια σαν κάτι παλιό υπό κατεδάφιση. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα ρυμοτομικά σχέδια, όλων των πόλεων, έχουν μια κοινή στόχευση, την ρυμοτόμηση αξιόλογων κτιρίων. Είναι ίδιες οι διαπιστώσεις και ίδια τα προβλήματα σε όλες τις πόλεις.

Τα σημαντικότερα; Τι σας ανησυχεί και τι προτείνετε;

Εκείνο που με ανησυχεί σήμερα είναι το κυκλοφοριακό. Πρέπει να αλλάξει η νομική ομπρέλα προστασίας και από την σφαίρα των προεδρικών διαταγμάτων, να περάσουμε στη σφαίρα των υπουργικών αποφάσεων, γιατί δεν μπορεί ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας να υπογράφει κάθε φορά και από μία τροποποίηση του ιστορικού κέντρου. Πρέπει να είναι ευέλικτο το σχήμα, τα ιστορικά κέντρα είναι ζωντανοί, αναπτυσσόμενοι οργανισμοί. Αν τα δεις σαν μουσειακές απεικονίσεις, όσες φορές και να γίνει αναθεώρηση, αυτή οδηγεί σε καταστροφή, γιατί δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τους πολίτες Άλλο ένα στοιχείο που ωρίμασε πάλι, είναι η αλλαγή νοοτροπίας στους ελέγχοντες. Ξέφυγαν επιτέλους από αυτή τη στεγνή μουσειακή θεώρηση των πραγμάτων και αποδέχονται πλέον το αυτονόητο, τη χρήση των κτιρίων. Η χρήση των ιστορικών κέντρων πρέπει να γίνεται από τον σύγχρονο άνθρωπο, να καλύπτει σύγχρονες ανάγκες, άρα να χρησιμοποιούνται σύγχρονα υλικά, άρα να επέμβουμε και στη λειτουργικότητα, στη διαρρύθμιση των κτιρίων, γιατί άλλαξε η ζωή.

Υπάρχουν πολλά ιστορικά κέντρα σήμερα στη χώρα μας; Ή είναι αργά;

Δεν είναι αργά, διασώθηκαν αρκετά, αλλά όχι όσα θα έπρεπε. Δεν έχει σημασία να κλαίμε στα ερείπια, σημασία έχει αυτά που διασώθηκαν να τα κρατήσουμε, να δούμε πώς μπορούμε να τα διασώσουμε. Για μένα το κλειδί όλων των πραγμάτων είναι ο λαός. Να πειστεί ο κόσμος γιατί πρέπει να κρατηθούν. Για παράδειγμα, το ‘78 στα Γιάννενα μια πρώτη σοβαρή κίνηση είχε γίνει, είχαν κυκλοφορήσει φυλλάδια στον τότε προεκλογικό αγώνα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έγραφαν: «Τρίτος όροφος στο Κάστρο». Σήμερα, αν ρίξει κάποιος φυλλάδια για τρίτο όροφο, το σίγουρο είναι ότι δεν θα εκλεγεί, γιατί ωρίμασε στην κοινωνία. Άρα ο κόσμος πρέπει να καταλάβει. Για να καταλάβει, όμως, ο κόσμος πρέπει να είναι σε μια υποδειγματική και παραδειγματική πρωτοπορία ο δήμος και το κράτος. Επίσης, δεν πρέπει να γίνονται οι κατανομές των πιστώσεων ανάλογα με τον πληθυσμό των κατοίκων, είναι λάθος. Για παράδειγμα, η Ξάνθη είναι μια μικρή πόλη σε σχέση με την Αλεξανδρούπολη, αλλά η Αλεξανδρούπολη δεν έχει Ιστορικό Κέντρο, δεν έχει τις ανάγκες της Ξάνθης κι, όμως, θα πάρει μεγαλύτερες πιστώσεις.

Αυτά που διασώθηκαν, διασώθηκαν τυχαία ή υπήρξαν «φωτισμένοι» επιστήμονες;

Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε πως ό,τι υπάρχει στον τομέα αυτόν οφείλεται σε μια ειδικότητα εργαζομένων στην Ελλάδα που λέγονται αρχαιολόγοι. Αν δεν ήταν οι αρχαιολόγοι, δεν θα υπήρχε τίποτα. Αυτό το πιστεύω. Δεν είναι τυχαίο που πολλά κτίρια αξιόλογα φέρουν στις άδειες κατεδάφισης την υπογραφή «σημαντικών» αρχιτεκτόνων, στους οποίους ήρθε το μυαλό αργότερα για τα «εγκλήματα» που έκαναν. Εγώ έζησα, από φοιτητής ακόμα, τον αγώνα που έγινε για τη διάσωση των κτιρίων. Θυμάμαι από το ‘73 ότι ο κόσμος δεν ήθελε να τοποθετήσει στέγη, ήταν δυσβάστακτο το κόστος. Όλοι έκαναν μια δήλωση ψεύτικη που έλεγαν ότι θα βάλω στο μέλλον και δεν έβαζαν ποτέ. Υπάρχουν πολλές οικοδομές στα Ιωάννινα που οι φάκελοι των εγκρίσεων περιέχουν τέτοιες δηλώσεις. Σήμερα έφτασαν σε τέτοιο σημείο τα πράγματα, που οι ίδιοι οι κάτοικοι θέλουν να βάλουν στέγη. Μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις που, ενώ οι κάτοικοι θέλουν να βάλουν στέγη, υπάρχουν περιπτώσεις που ένα διάταγμα προστατεύει τον οικισμό.

Το ΥΠ.ΠΟ. δείχνει ενδιαφέρον για τα ιστορικά κέντρα;

Τεράστιο ενδιαφέρον. Είναι οι αρχαιολόγοι του Υπουργείου Πολιτισμού που πρωτοστατούν. Ξύπνησε πολύ αργά στην Ελλάδα το Υπουργείο Χωροταξίας λίγο με τον αείμνηστο Αντώνη Τρίτση, αλλά ο Παπανδρέου δεν ήθελε να γράψει ιστορία ο Τρίτσης, ο Τρίτσης, όμως, έγραψε ιστορία, αλλά δεν την ολοκλήρωσε. Θα έφερνε την εποχή των αιώνων.

Θέλουμε ιστορικά κέντρα μουσεία ή ιστορικά κέντρα σύγχρονα – ζωντανά κομμάτια της πόλης;

Δεν μπορούν να γίνουν μουσεία, γιατί θα καταστραφούν, θα νεκρώσουν. Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η επιστημονική κοινότητα – ή όσοι έχουν ίχνη συνείδησης από τους μελετητές και τους ελεγκτές που προστατεύουν τους οικισμούς – είναι το δίλημμα ανάμεσα στην εκκωφαντική αντίθεση ή στην στείρα μόρφω-κρατική αναπαραγωγή μοντέλων κατά την ένταξη μιας νέας οικοδομής σε ιστορικό κέντρο. Τι θα διαλέξεις από τα δύο; Στα Γιάννενα για χρόνια, πότε επιτυχώς – πότε ανεπιτυχώς, ακολουθήθηκε ένα μοντέλο τρίτο που λέει ότι θα πρέπει η οικοδομή να εκφράζει το σήμερα, να καλύπτει σημερινές ανάγκες και να οργανώνονται τα αρχιτεκτονικά της στοιχεία σύμφωνα με τις αρχές οργάνωσης της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Είναι το δύσκολο, αλλά αυτό ακολουθήθηκε με καλά αποτελέσματα…

Μουσειακή αντίληψη ή ζωντανή θεώρηση του οικισμού, δηλαδή εξελεγκτική;

Ζουν και κατοικούνται, άρα δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν οι αλλοιώσεις του χαρακτήρα τους. Τα περισσότερα ήταν κατοικίες, τώρα αρχίζει η «μπαροποίηση». Στα Γιάννενα το κομμάτι που είναι έξω από την πόλη «μπαροποιήθηκε» έντονα, το κομμάτι εντός του Κάστρου κρατιέται σθεναρά και αντιστέκεται. Είναι πρόβλημα που λύνεται, αλλά δεν θέλει η πολιτεία, δεν θέλουν οι δήμαρχοι. Υπάρχουν τεράστιες ευθύνες στους δημάρχους και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεράστιες ευθύνες. Είναι ανώριμη η Τοπική Αυτοδιοίκηση να ασκήσει εξουσία στην Ελλάδα, το πιστεύω αυτό και το λέω από την θέση του αντιδημάρχου. Θα μπορούσε να κάνει ένα καλό, να απαιτήσει τον προσδιορισμό χρήσεων γης, να ξέρει ο καθένας τι χτίζει και πού…

Εσείς ποιες προτάσεις καταθέσατε;

Δύο απλές προτάσεις που καταθέτω είκοσι χρόνια τώρα, είναι: Πρώτον ο δήμαρχος να καθίσει να προσδιορίσει δια παντός τις χρήσεις κάποιων δημόσιων κτιρίων. Ο προσδιορισμός της χρήσης ανοίγει το δρόμο για την εκπόνηση της μελέτης. Παρατηρεί κανείς στις μικρές τοπικές κοινωνίες ότι ο καθένας έχει μια άποψη καλοπροαίρετα, την λέει, την υποστηρίζει αρκετά και έρχεται η επόμενη αρχή, νομάρχης, δήμαρχος, διευθυντής υπηρεσίας, υποστηρίζει άλλα, το κτίριο σαπίζει, διαβρώνεται, πέφτει, χωρίς να μπορούμε ακόμη να προσδιορίσουμε τη χρήση. Δεύτερη πρόταση, ειπωμένη από το ‘82 ακόμη, είναι ότι κάθε δήμος θα πρέπει να κάνει μια τράπεζα γης πάση θυσία και να καλέσει τους ιδιοκτήτες διατηρητέων κτιρίων και να τους προσφέρει την εναλλακτική λύση – πρόταση, που είναι η εξής: «Σας δίνω ίσης αξίας οικόπεδα και μου δίνετε τα διατηρητέα κτίρια. Χτίστε για τα παιδιά σας, δώστε τα αντιπαροχή, αφήστε όμως να επισκευάσω τα παραδοσιακά κτίρια εγώ, ο δήμος».

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.