Η ατελειωτη εκδρομη της ζωης του Θαναση Γκαιφυλλια

Εναν από τους σημαντικότερους Έλληνες τραγουδοποιούς των τελευταίων σαράντα χρόνων, πολίτη του κόσμου και ανήσυχο πνεύμα, τον Θανάση Γκαϊφύλλια, φιλοξενεί σήμερα ο ΠτΘ μέσα από την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε στον παραγωγό Θεοδόση Βαφειάδη. Ο λόγος για τον τραγουδοποιό της Κομοτηνής που τα παράτησε όλα στις μεγάλες δόξες του και επέστρεψε στην αγαπημένη του πόλη, μια και δεν μπορούσε, λόγω χαρακτήρα, να υπηρετήσει την εικόνα του “επαγγελματία-διασκεδαστή τραγουδιστή”, κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Τα αποσπάσματα από τη συνέντευξη που αναδημοσιεύει σήμερα ο ΠτΘ είναι μια καλή αφορμή κάποιοι να θυμηθούν και κάποιοι άλλοι να γνωρίσουν τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Θανάση Γκαϊφύλλια.

Θ.Β.: Η οικογένειά σου είχε καμιά σχέση με τη μουσική; Ποια ήταν τα ερεθίσματά σου; Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το τραγούδι;

Θ.Γ.:
Καμιά σχέση. Σαν παιδιά και εμείς τότε προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι ενδιαφέρον στη ζωή μας και αυτό το βρήκαμε στη γειτονιά μας, όπου η Φιλαρμονική του Δήμου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας. Μικρά παιδιά τότε πηγαίναμε και ακούγαμε την μπάντα να κάνει πρόβα. Ιδιαίτερα όταν είχαν ανοικτά τα παράθυρα ήταν μεγάλη ευτυχία για εμάς… παρατούσαμε το παιχνίδι και σκαρφαλώναμε στα παράθυρα για να ακούσουμε την Φιλαρμονική. Και σιγά-σιγά από εκεί που βλέπαμε την Φιλαρμονική από έξω… μπήκαμε μέσα. Πόσο απλά γίνονται τα πράγματα τελικά… μάθαμε μουσική. Το πρώτο όργανο που μάθαμε με τον αδερφό μου ήταν το κλαρίνο. Παράλληλα με την Φιλαρμονική όμως, οι γονείς μου είχαν πάει ένα ταξίδι τότε στην ΔΕΘ και αυτό που μας έφεραν ως δώρο ήταν μια κιθάρα, από το εργαστήριο του Δεκαβάλλα. Αυτό ήταν το δώρο τους… ήταν φιλοπρόοδοι άνθρωποι. Την έφεραν για τον αδερφό μου, ο οποίος δεν έδειξε όμως μεγάλο ενδιαφέρον και έτσι την πήρα εγώ και άρχισα να τη γρατζουνάω. Τα πρώτα ακόρντα μου τα έδειξε ένας φίλος μου, ο Παναγιώτης που έπαιζε κιθάρα τότε στην παρέα και στη συνέχεια ο δάσκαλος της μουσικής. Αν και δίδασκε μόνο πνευστά, δέχτηκε να μου δείξει και μερικά πράγματα γύρω από την κιθάρα. Αλλά κυρίως αυτοδίδακτος!

Στην αρχή με τραγούδια που άκουγα και μου άρεσαν από το κρατικό ραδιόφωνο, το οποίο είχε υπέροχες εκπομπές γύρω από το παλιό τραγούδι, το ρετρό, τη λάτιν μουσική… τα πάντα. Αλλά είχε και κάθε απόγευμα θυμάμαι εκπομπές πληρωμένες από τις δισκογραφικές εταιρείες. Παρουσίαζαν η Music Box, η Minos, η Columbia και η Lyra καθημερινά, μισάωρα δικά τους, όλα τα νέα τραγούδια σε πρώτη μετάδοση και εμείς ακούγαμε με θρησκευτική ευλάβεια ό,τι πιο συγκλονιστικό είχε βγει από τη λαϊκή μουσική, από το έντεχνο τραγούδι… αυτό που με γοήτευε όμως ήταν το “νέο κύμα” γιατί βασιζόταν στην κιθάρα. Άκουγα τα τραγούδια και τα μάθαινα. Και όταν ήρθε ο Σαββόπουλος με το “Φορτηγό” του άλλαξε για πάντα το τοπίο. Έβαλε τις βάσεις για τη νέα ελληνική rock σκηνή. […]

Η κάθοδος στην Αθήνα

και το studio

Θ.Β.: Το 1968 κατέβηκες στην Αθήνα. Πώς έγινε αυτή η κάθοδος και πώς συνάντησες τον αείμνηστο Αλέξανδρο Πατσιφά;

Θ.Γ.:
Όταν η έκτη τάξη αποφάσισε να πάει μια εκδρομή στην Κρήτη, έπεισα τον Γυμνασιάρχη ότι κάποιος έπρεπε να κατέβει στον Πειραιά για να κλείσει θέση στο φέρι-μπόουτ για το πούλμαν και έτσι δέχτηκε να με στείλει ως προπομπό. Ήταν το πρώτο ταξίδι μου στην Αθήνα. Εγώ βέβαια δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με τα της “εκδρομής” τους… άλλα είχα στο μυαλό μου… ήθελα να πάω στη LYRA για να ακούσουν τα τραγούδια μου. Περίπτωση να μου δώσει χρήματα ο πατέρας μου εκείνη την εποχή για να κάνω αυτό το ταξίδι, δεν υπήρχε. Πλήρωσε το γυμνάσιο λοιπόν τα έξοδα, κατέβηκα και είχα μαζί μου ένα σημείωμα από ένα στρατιώτη που τον είχα γνωρίσει σε μια παράσταση εδώ στην Κομοτηνή, τον γνωστό μετέπειτα σκηνογράφο-ενδυματολόγο Γιώργο Ζιάκα και μου έγραφε τα στοιχεία της δισκογραφικής και ότι είναι εκεί κάποιος Κατσιφάς!!! Έφτασα λοιπόν και μέσα στον κόσμο εκεί στα γραφεία της εταιρείας ζήτησα να δω τον Κατσιφά… και βέβαια έπεσε το γέλιο της αρκούδας. Όλοι γελούσαν εκτός από τον Πατσιφά που ήταν παρόν εκεί! Έγινε έξω φρενών βέβαια… μου επιτέθηκε και εγώ δεν ήξερα ποιος είναι αυτός και γιατί μου έβαλε τις φωνές! Άρχισε την ανάκριση μετά… ποιος είσαι και τι θέλεις!!!! Αφού του εξήγησα, μου λέει: “Πάμε στο γραφείο”. Και εκεί άκουσε τα τέσσερα πρώτα μου τραγούδια. Φωνάζει κάποιους συνεργάτες παραγωγούς και ξανά από την αρχή εγώ και επί τόπου λέει: “Πάρτον και πήγαινέ τον στο studio της ΕΡΑ”.

Θ.Β.: Πώς ήταν η πρώτη φορά στο studio; Πώς ένιωσες;

Θ.Γ.:
Ήταν μαγικά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή μου σε studio. Γυρίσαμε πίσω με την μαγνητοταινία, τη βάλαμε να ακούγεται στα μεγάφωνα της εταιρείας, σε όλα τα πατώματα, όσο ο Πατσιφάς συμπλήρωνε το συμβόλαιο… υπέγραψα λοιπόν το πρώτο μου συμβόλαιο και γύρισα μέσα στην τρελή χαρά στην Κομοτηνή και το έδειχνα παντού! Το ίδιο καλοκαίρι, αφού τελείωσα το σχολείο και λίγο πριν τη στράτευσή μου, κατέβηκα στην Αθήνα και ηχογράφησα τον πρώτο μου δίσκο. Ήταν ένα 45άρι με τέσσερα δικά μου τραγούδια και με τίτλο το όνομά μου. Κιθάρα έπαιξε ο από τότε καλός μου φίλος Νότης Μαυρουδής. ʽΟταν τελειώσαμε, ο Πατσιφάς, που ήταν συνεχώς δίπλα μου, με πήγε σε έναν φωτογράφο για τις ανάγκες του δίσκου. Εκεί μου λέει: “Τι πέδιλα είναι αυτά που φοράς; Βγάλʼ τα, βγάλʼ τα”. ʽΕτσι, στο πρώτο μου εξώφυλλο βγήκα ξυπόλητος. Από τότε κάθε φορά που του αντιμιλούσα, μου το κοπανούσε: “Σε μένα, ρε, τολμάς και μιλάς έτσι; Ξεχνάς ότι εγώ σε κατέβασα ξυπόλητο από την Κομοτηνή;” Ο Πατσιφάς ήταν ο μέντοράς μου και ποτέ δεν ξέχασα αυτά που έκανε για μένα. Τον θυμάμαι πάντα με αγάπη».

Θ.Β.: Θανάση το 1968 θα τραγουδήσεις στο πλευρό του αείμνηστου Γιώργου Ζωγράφου, θα ζήσεις το μαγικό εκείνο κλίμα των μπουάτ της Αθήνας, το 1970 θα ολοκληρώσεις και τις στρατιωτικές σου υποχρεώσεις και το 1971 θα έρθει η ώρα του πρώτου σου μεγάλου προσωπικού δίσκου. Μίλησέ μας για το θρυλικό πια “Ωτοστόπ”…

Θ.Γ.:
Σε αυτό το δίσκο συμμετέχουν τα “Ανάκαρα”, το “trio” από τη Βέροια. Ήταν δύο αδέρφια, ο Κώστας και η Νάγια Γεωργίου και ο Νικολάκης ο Ζιώγαλας. Ήταν τρία παιδιά τα οποία κατέβηκαν από τη Βέροια και παρουσίαζαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο παραδοσιακά τραγούδια της περιοχής τους. Αυτό το είχε ξεκινήσει πιο πριν ο Νίκος ο Χουλιαράς. Ως ηπειρώτης, είχε κατέβει και τραγουδούσε σε μπουάτ ηπειρώτικα με την κιθάρα του… πάρα πολύ όμορφα. Και τα παιδιά αυτά με τις κιθάρες τους τραγουδούσαν το “που πας αφέντη μέρμηγκα” και άλλα… Στο “ωτοστόπ” θα μπορούσα να συμπεριλάβω τραγούδια που αργότερα είχα βάλει στην “ατέλειωτη εκδρομή” του 1975… αλλά κόπηκαν από τη λογοκρισία και εκεί που θα έβγαζα εγώ ένα προσωπικό δίσκο με δεκατέσσερα δικά μου τραγούδια, πήραν την έγκριση μόνο τρία (αν είχα δύο ανάσες, πάρε με ταξιδιώτη, βουνίσιο και θαλασσινό) και δεν υπήρχε υλικό για να συμπληρωθεί ο δίσκος! Πήρα δύο τραγούδια του Δ. Ψαριανού, ένα τραγούδι του Γ. Κοντογιώργου (ο οποίος έκανε και την ενορχήστρωση), δύο παραδοσιακά και τέσσερα τραγούδια, τα Ανάκαρα… δηλαδή η συνύπαρξή μας ήταν μια “ευτυχής συνύπαρξη ανάγκης”. Στην ηχογράφηση με συνοδεύουν οι Socrates και τα εκπληκτικά σόλα του Σπάθα.

Η Ατέλειωτη Εκδρομή,

η Πρέβεζα, η Κομοτηνή…

Θ.Β.: Το 1975 κυκλοφορεί από τη “Minos” ένας δίσκος-σταθμός όχι μόνο για την πορεία σου αλλά γενικότερα για την ελληνική δισκογραφία, η “Ατέλειωτη Εκδρομή” με δέκα δικά σου τραγούδια και την «Πρέβεζα» βέβαια… θέλω να μου πεις όμως μετά πώς και γιατί πήρες την ηρωϊκή απόφαση να επιστρέψεις στην Κομοτηνή;

Θ.Γ.:
Ίσως να συνήθισα τόσο πολύ τα χρόνια της δικτατορίας να κάνω αυτό που είχα στο μυαλό μου σαν ελεύθερος άνθρωπος και ένιωσα πως πρόσφερα κάτι πραγματικά. Ήταν η ζωή μας όλο αυτό, να κάνουμε τραγούδια αντίστασης, να πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα και να δημιουργούμε καταστάσεις και προβλήματα στη χούντα… όλα αυτά μέχρι τη μεταπολίτευση. Με το που γίνεται η μεταπολίτευση αλλάζουν άρδην τα πράγματα στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στο χώρο του πολιτισμού και κυρίως της νύχτας. Γίνεται μια τρομερή εισβολή από αντάρτικα και από τραγούδια του Θεοδωράκη, όλα τα μαγαζιά ομογενοποιούνται και βάζουν αντάρτικα μέσα, ήταν μια τραγική περίοδος για την ελληνική μουσική. Και όλοι εμείς που αρθρώσαμε ένα δικό μας προσωπικό λόγο περάσαμε σε δεύτερη μοίρα, σε βαθμό πια που να μην ακουγόμαστε. Ή θα βάζαμε αντάρτικα ή θα το κλείναμε. Σε τέτοιο βαθμό… Φεύγω λοιπόν από την Αθήνα, κάναμε μια περιοδεία με την Μ. Κωχ στο εξωτερικό και με το που επιστρέφω, τα μαζεύω και πάω στη Θεσσαλονίκη. Κάθομαι ένα χρόνο εκεί και τραγουδώ σε μια εξαιρετική μπουάτ της εποχής… στο “Λιόγερμα” όπου έκανα μια ενδιαφέρουσα ορχήστρα… Ήμουν σφόδρα απογοητευμένος από όλη την κατάσταση, με τίποτα δεν ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα και να προσπαθήσω να επιβιώσω κάνοντας κάτι άλλο από αυτό που ήθελα να κάνω. Και εκείνη την εποχή δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ή θα έπρεπε να γίνω ένας επαγγελματίας με τα όλα του ή να σηκωθώ και να φύγω, όπως και έκανα… αρχές του 1977 λοιπόν φεύγω από την Αθήνα οριστικά και δεν ξαναγύρισα! Τα σχετικά με την “Ατέλειωτη Εκδρομή” μπορεί κανείς να τα διαβάσει στο άρθρο “Η ιστορία μιας ηχογράφησης” που υπάρχει στο site Μουσικά Προάστια ή στο site Music Heaven όπου έχω δικό μου blog ως Romanticoffender.

Θ.Β.: Πέρα από την μεγάλη προσφορά και των δύο, ποιον θεωρείς ποιο σπουδαίο ως στάση ζωής και ως άνθρωπο, τον Μίκη Θεοδωράκη ή τον Μάνο Χατζιδάκι;

Θ.Γ.:
Τον Χατζιδάκι φυσικά. Ο οποίος είχε όλη την ειλικρίνεια μέσα του και την παλικαριά να υπερασπίζεται τα πιστεύω του με οποιοδήποτε κόστος. Ήταν ένας άνθρωπος που έδινε λαμπρό παράδειγμα με την ίδια του τη ζωή και μακάρι να μπορούσαμε να αντλήσουμε από την αλήθεια του κουράγιο και διδάγματα. Από τον Χατζιδάκι θα τα πάρουμε αυτά και όχι από τον Θεοδωράκη, ο οποίος ήταν άμεσα αναμεμειγμένος με τα κόμματα… και όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες… χάνει την φωνή του, του κόβουν τη γλώσσα, αναγκάζετε να υπερασπιστεί πράγματα τα οποία δεν του ταιριάζουν. Πάρε για παράδειγμα τους ποιητές μας… ένας υπέροχος ποιητής, ο οποίος όμως ήταν απόλυτα στρατευμένος στο κόμμα ήταν ο Ρίτσος. Αυτό δεν τον ψήλωσε, αλλά τον κόντυνε. Σε αντίθεση με τους ελεύθερους ποιητές, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Μιχάλης Κατσαρός οι οποίοι άφησαν πίσω τους ένα έργο που αποπνέει ελευθερία!

Θ.Β.: Διακρίνω μια ιδιαίτερη αδυναμία και στον Κώστα Καρυωτάκη…

Θ.Γ.:
Ναι… άλλη περίπτωση. Μʼ αρέσει η σκωπτική διάθεση, αυτό το ιδιαίτερο βλέμμα που βλέπει τα πράγματα σʼ ένα δεύτερο επίπεδο και πάνω απ΄ όλα η αισιοδοξία και η αγάπη του για τη ζωή!

Θ.Β.: Πριν την θρυλική πια ερμηνεία σου στην “Πρέβεζα” του Καρυωτάκη με την μουσική του Γιάννη Γλέζου θα είχε γίνει και ένας άλλος ολόκληρος δίσκος πάλι με Καρυωτάκη και Γλέζο αλλά έβαλε πάλι το χεράκι της η λογοκρισία… έτσι;

Θ.Γ.:
Πριν μπούμε στο studio μας έκοψαν. Θα ήταν ένας δίσκος που στη μία πλευρά θα είχε τρυφερά και αισθαντικά ποιήματα του Καρυωτάκη και θα τα τραγουδούσε ο υπέροχος Λάκης Παππάς. Στην άλλη πλευρά ποιήματα σκωπτικά και οργισμένα που θα τραγουδούσα εγώ. Αλλά η χούντα δεν άφησε σχεδόν κανένα να περάσει και από εκείνη την ανάμνηση και το γαμώτο, όταν το 1975 κυκλοφόρησα την “Ατέλειωτη Εκδρομή” πρώτο-πρώτο (το μοναδικό τραγούδι που δεν είναι δικό μου στον δίσκο αυτό) είναι η “Πρέβεζα”. Ταυτόχρονα, την ίδια χρονιά, κυκλοφορεί και η “Τετραλογία” όπου και ο Δήμος Μούτσης μελοποίησε την “Πρέβεζα” του Καρυωτάκη και την τραγούδησε ο αδικοχαμένος φίλος μου Χρήστος Λεττονός. Δηλαδή την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν δύο εκδοχές της “Πρέβεζας” αλλά επικράτησε η μελοποίηση του Γλέζου και η δική μου ερμηνεία. Ο Γλέζος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Είχε ήδη δώσει εξαιρετικά τραγούδια. Και οι δουλειές του επάνω στον Λόρκα που είχε κάνει, αλλά και τα τραγούδια του τα απλά που είχε γράψει ήταν εξαιρετικά. Εξάλλου είχε καταξιωθεί ως ένας από τους καλύτερους Έλληνες συνθέτες. Στη συνέχεια απομονώθηκε… Σημεία των καιρών. […]

Θ.Β.: Θέλω να μου πεις αν πλήρωσες και πώς το να μείνεις μόνιμα στην Κομοτηνή;

Θ.Γ.:
Δεν ξέρω αν πλήρωσα… μπορώ όμως με βεβαιότητα να πω ότι έκανα πράγματα για τα οποία δεν έχω μετανιώσει, ενίοτε είμαι και περήφανος, χωρίς να μπορώ να ξέρω αν έκανα το σωστό ή όχι. Τελικά… από τη στιγμή που δεν έχω μετανιώσει, μάλλον σωστό ήταν.

Το θρυλικό Κύτταρο

Θ.Β.: Το 1977 θα δημιουργήσεις στην Κομοτηνή ένα βιβλιοδισκοπωλείο όπου πουλούσες και μουσικά όργανα και ήταν ένας χώρος πολιτισμού για όλη την περιοχή… μίλησέ μου για αυτή την κίνησή σου Θανάση.

Θ.Γ.:
Έπρεπε να κάνω κάτι για να επιβιώσω καταρχήν, κάτι σχετικό με τη μουσική… άνοιξα λοιπόν το 1977 το “Κύτταρο” το οποίο ήταν ένα καλλιτεχνικό στέκι, ένα κέντρο διερχομένων, ένα σημείο αναφοράς για την πόλη, για όλο τον κόσμο που ερχόταν εδώ. Ήταν τόπος συνάντησης καλλιτεχνών και δημιουργών, δεν υπήρχε δηλαδή άνθρωπος που να ήρθε στην Κομοτηνή και να μην πέρασε από το Κύτταρο. Και οι εκδόσεις των προσωπικών μου δίσκων από το Κύτταρο έγιναν (Βραδιάζει-1991, Επί πτυχίω-1996, Το τραγούδι της τιμής-1997, STAVENTO-1999). Είχε επιτυχία από κάθε άποψη. Και ως χώρος παρέμβασης στα πολιτιστικά, αλλά και ως εμπορική επιχείρηση. Πήγε περίφημα. Κράτησε εικοσιπέντε χρόνια αυτή η ιστορία, ως τις αρχές του 2003. Τότε έκλεισε τον κύκλο του.

Φύλλο Πορείας

Θ.Β.: Δέκα χρόνια μετά την “Ατέλειωτη Εκδρομή” θα επιστρέψεις στη δισκογραφία με τον δίσκο “Φύλλο Πορείας” στον οποίο συμμετέχει και η σύντροφος της ζωής σου, η νομικός κ. Λία Τζιαμπάζη με την οποία μόλις είχες παντρευτεί τότε. Μίλησέ μου γιʼ αυτή την δουλειά σου.

Θ.Γ.:
Σε αυτό τον δίσκο ξεκινά η συνεργασία μου με τον στιχουργό Αντώνη Παπαϊωάννου. Πρώτο τραγούδι το “Γαμήλιο Προσκλητήριο”. Αυτό το τραγούδι το τυπώσαμε σε κασέτες πριν βγει ο δίσκος, το ηχογραφήσαμε στο studio του Νίκου Παπάζογλου στη Θεσσαλονίκη και το στείλαμε σαν προσκλητήριο στους φίλους μας! Ήταν αρχές του 1985…και το καλοκαίρι ηχογραφήθηκε όλος ο δίσκος στην Αθήνα. Σʼ αυτή τη δουλειά υπάρχει και το τραγούδι της Κομοτηνής που αρκετά χρόνια μετά είπε και ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης στον δίσκο “STAVENTO”. Το ποίημα της Κομοτηνής το έγραψα και το δημοσίευσα όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Τότε μου το ζήτησε ο Γιώργος Ανδρέου, το μελοποίησε και το συμπεριέλαβε στον πρώτο του δίσκο με το συγκρότημα “Αλέ Ρετούρ” και με τη φωνή του Στάθη Παχίδη. Είχε και ένα τραγούδι που γράψαμε για τον Καββαδία… είχε πολύ δυνατά τραγούδια αυτός ο δίσκος, αλλά ατύχησε στο θέμα κυρίως της ενορχήστρωσης. Ο Χάρης Ανδρεάδης την έκανε, ένα πρόσωπο που είναι πάρα πολύ καλό ως μουσικός για άλλα είδη, όχι όμως γιʼ αυτό που ήθελα εγώ και αυτόν μου τον επέβαλε η Polygram και μάλιστα όταν είχα παραγωγό τον Φίλιππο Παπαθεοδώρου.

Το πολιτικοποιημένο τραγούδι σήμερα

Θ.Β.: Είσαι από τους λίγους που έκαναν πολιτικό τραγούδι με ουσία και νόημα χωρίς να γίνεις όμως “παλιομοδίτης”… υπάρχει σήμερα οργισμένο, πολιτικοποιημένο τραγούδι;

Θ.Γ.:
Ασφαλώς… και πάντα θα υπάρχει, γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα, ένας τόπος που η πολιτική είναι στο αίμα μας και οι Έλληνες πάντα θα εκφράζονται και πολιτικά. Το ότι η δισκογραφία βρίσκεται σʼ αυτά τα χάλια δεν έχει να κάνει με το πολιτικό τραγούδι, αυτό πάντα υπήρχε και θα υπάρχει. Μόνο που είναι δύσκολο πια μέσα από τον ασφυκτικό κλοιό που έχουν επιβάλει οι μετριότητες στα Μ.Μ.Ε., να ακουστεί μια διαφορετική άποψη. Οι νέοι πάντως, κυρίως οι ρόκερ και οι ράπερ, συνεχίζουν στην δύσκολη και περίεργη εποχή μας να γράφουν και να τραγουδούν live, τραγούδια με πολιτικοκοινωνικό περιεχόμενο και εσύ το ξέρεις καλύτερα αυτό νομίζω Θεοδόση… […]

Η προσφορά,

ο πολιτισμός στη Θράκη και άλλα

Θ.Β.: Θανάση πριν ένα χρόνο περίπου παρουσίασες τον “ Ήλιο τον Ηλιάτορα” του Οδυσσέα Ελύτη σε μορφή λαϊκού ορατορίου για τα “Ελευθέρια” της Θράκης. Μια σημαντική καλλιτεχνική κατάθεση για τον τόπο… μίλησε μου γιʼ αυτή την μουσική παράσταση, για το έργο και για το αν υπάρχει περίπτωση να κυκλοφορήσεις αυτό το υλικό σε δίσκο.

Θ.Γ.:
Αυτό το έργο θα ήταν η πολιτιστική αιχμή, η πολιτιστική ναυαρχίδα του “Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης”, με αυτό θα πηγαίναμε σε όλη την Ελλάδα και έξω από αυτήν για να προβάλουμε τον πολιτισμό έτσι όπως τον νιώθουμε και ο πρύτανης και εγώ. Έκανε λοιπόν μια πρόταση ο πρύτανης να κυκλοφορήσει αυτός ο δίσκος σε 10.000 αντίτυπα τα οποία θα ήταν τα διαπιστευτήρια του ΔΠΘ. Το καταλαβαίνεις; Η πρώτη κοπή εκτός εμπορίου 10.000 κομμάτια! Το έργο αυτό δεν κυκλοφόρησε μέχρι στιγμής γιατί δεν μας έδωσε την άδειά της η κ. Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Με το έργο αυτό άρχισα να ασχολούμαι από το 1972 και τότε ο Πατσιφάς μου είπε πως δύσκολα θα δώσει την άδειά του ο Ελύτης.. Ούτε στον Σταύρο Ξαρχάκο είχε δώσει. Ήμουν στενός φίλος με την Μαλβίνα Κάραλη… παρακολουθούσε τότε στο σπίτι μου που το παίδευα και μου λέει: “Πάμε να βρούμε τον Οδυσσέα, είναι φίλος μου”…”είσαι τρελή” της έλεγα εγώ αλλά εκείνη επέμενε!

Πήγαμε λοιπόν στη Σκουφά, εκεί που ήταν το σπίτι του, χτυπάμε την πόρτα του διαμερίσματός του, μπροστά η Μαλβίνα και πίσω εγώ με το τζάκετ, με μακρυά μαλλιά και γένια και ξαφνικά ανοίγει την πόρτα, βγάζει το κεφάλι του ο Ελύτης και με έντονο ύφος λέει: Τι θες εσύ; Οδυσσέα θέλουμε να σε δούμε …έφερα ένα φίλο μου, λέει η Μαλβίνα. “Να μου λείπει” λέει ο Ελύτης και κλείνει την πόρτα… (γέλια) και έτσι εγκατέλειψα εκείνη την προσπάθεια!

Εκείνο το διάστημα ερχόταν στο σπίτι μου και τα έβλεπε όλα αυτά και ο αείμνηστος Δημήτρης Λάγιος. Μετά από χρόνια, όταν εγώ είχα φύγει από την Αθήνα, ο Λάγιος θα το μελοποιήσει(1982). Οι ενστάσεις μου για την εργασία του Λάγιου είναι ότι αυτό το έργο είναι ένα ποίημα. Ένα ποίημα! Δεν έχει δηλαδή τίτλους στις σελίδες.. Αρχίζει με τη λέξη Ήλιος και τελειώνει με τη λέξη Ηλιάτορας. Ανάμεσα δεν μπορείς να παρεμβάλλεις ή να παραλείψεις τίποτα… αν αφαιρέσεις κάτι χάνεται το νόημα.

Ο Λάγιος για τις ανάγκες της δισκογραφίας αφαίρεσε κομμάτια, έκοψε ένα ποίημα στα δύο και το έκανε δύο διαφορετικά, έδωσε τίτλους… όλα αυτά με το πέρασμα του χρόνου, με έκαναν να το ξαναδώ και σιγά-σιγά το έφτιαξα έτσι ακριβώς όπως το οραματίστηκα από την πρώτη στιγμή. Ολόκληρο και ακέραιο. Και υποθέτω πως έτσι θα το ήθελε ο ποιητής. Απορώ, πως ενώ ήταν εν ζωή ο Ελύτης, έδωσε την άδειά του να γίνει κατακερματισμός του ποιήματός του, για χάριν της δισκογραφίας… απορώ… τέλος πάντων. Το ανεβάσαμε για πρώτη φορά στον Αρχαιολογικό χώρο της Σαμοθράκης και μετά στην Κομοτηνή… […]

Θ.Β.: Πώς βλέπεις την Κομοτηνή και γενικότερα την Θράκη και τους ανθρώπους της σήμερα. Έχει προχωρήσει ο τόπος πνευματικά-πολιτισμικά;

Θ.Γ.:
Το να διαπιστώνει κανείς ότι με το πέρασμα του χρόνου τα πράγματα καλυτερεύουν, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να μένει και ικανοποιημένος. Οι ρυθμοί είναι απελπιστικά αργοί και εξόχως συντηρητικοί.

Θ.Β.: Το 1999 κυκλοφορεί ο σπουδαίος δίσκος-ορόσημο της πορείας σου “STAVENTO”. Από τότε έχεις να παρουσιάσεις ένα ολοκληρωμένο πρωτότυπο προσωπικό δίσκο. Γράφεις τραγούδια τα τελευταία χρόνια; Έχεις στην άκρη του μυαλού σου να τα μοιραστείς κάποια στιγμή με όλους εμάς;

Θ.Γ.:
Γράφω και το υλικό που έχω μαζέψει, με καταπιέζει. Η δισκογραφία όμως σήμερα είναι μια πονεμένη ιστορία για παλιούς και νέους. Μια σκέψη λοιπόν είναι να τα ανεβάσω ελεύθερα στο διαδίκτυο και να τα μοιραστώ με τους φίλους μου. Έτσι θα ξεπληρώσω κι ένα μικρό μέρος από το χρέος που έχω στην αμφίδρομη σχέση (που πρέπει να έχουμε όλοι) με το διαδίκτυο.

Θ.Β.: Έχεις συνεργαστεί με πάρα πολλούς όλα αυτά τα χρόνια…εγώ θα ήθελα να μας πεις τι θυμάσαι από την επαφή σου με δύο τραγουδοποιούς της γενιάς σου που έφυγαν νωρίς… Νικόλας Άσιμος και Παύλος Σιδηρόπουλος.

Θ.Γ.:
Πολλά τα χρόνια, πολλές και οι συνεργασίες. Λογικό. Μια συνεργασία όμως δεν έδεσε ποτέ. Αυτή με το Νικόλα, με τον οποίο μοιάζαμε αλλά δεν ταιριάζαμε. Κάθε προσπάθεια κατέληγε σε καυγά. Όχι μόνο με εμένα αλλά με όλους. Στο τέλος δεν μπορούσε να τα βρει ούτε με τον εαυτό του. Δε νομίζω πως κάποιος θα μπορούσε να αποτρέψει την τραγική του έξοδο. Ο Παύλος ήταν εντελώς διαφορετική περίπτωση. Αγαπητός σε όλους. Το όμορφο και ευγενικό αγόρι που σε κέρδιζε με την πρώτη ματιά. Καλλιεργημένος, χαρισματικός, γεναιόδωρος, πρόθυμος να πέσει στη φωτιά για τις ιδέες και τους φίλους του. Δίκαια τον αποκαλούν πρίγκηπα. Τον γνώρισα το φθινόπωρο του ʽ71 τότε που ως “Δάμων και Φιντίας” μαζί με τον Παντελή Δεληγιαννίδη (άλλη μια πρώιμη απουσία) τραγουδούσαν μαζί μας στο Κύτταρο. Στο ξεκίνημά τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν έχω πολλές ευχάριστες αναμνήσεις, εκτός απο την τελευταία μας συνάντηση. Βρεθήκαμε στο studio Track του Φρανγκίσκου Σοφτά για την ηχογράφηση του τραγουδιού “Η φαντασία στην εξουσία” των Πάνου Ηλιόπουλου και Στέλιου Βαμβακάρη. Ο Παύλος ήταν σκιά του εαυτού του. Η ηρωίνη τον είχε διαλύσει. Αδύνατος σε σημείο που δε μπορούσε να σταθεί όρθιος, κι όμως, είχε έναν καλό λόγο για όλους μας. Στην ηχογράφηση που ήταν live, o Στέλιος έπαιζε με μια δική μου κιθάρα και στην άλλη άκρη μπροστά σʼένα μικρόφωνο πέντε φωνές. Δέσποινα Γλέζου, Πάνος Σαββόπουλος, εγώ και οι απόντες Περικλής Χαρβάς κι ο Παύλος. Μπροστά στο μικρόφωνό μας ένα αναλόγιο με τα στιχάκια κι ένα κάθισμα για τον Παύλο. Ξεκινούσε λοιπόν η ηχογράφηση, εισαγωγή ο Στέλιος, πρώτο στίχο εμείς και τότε θυμόταν ο Παύλος να διορθώσει το χαρτί. Πάλι απʼτην αρχή. Στη μέση άναβε τσιγάρο. Πάλι απʼτην αρχή. Του ερχόταν βήχας. Πάλι απʼτην αρχή. Στο τέλος αρχίσαμε κι εμείς τα λάθη και είναι αδύνατο να θυμηθώ πόσες φορές το είπαμε. Τότε δεν ξέραμε πως αυτή ήταν η τελευταία ηχογράφηση του Παύλου. Τον θυμάμαι πάντα με αγάπη.

Επιμέλεια: Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.