«Η αναθεωρηση στην παρουσα φαση εξυπηρετει κυβερνηση και αντιπολιτευση»

Με αφορμή την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία προεξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό της χώρας Κώστα Καραμανλή που όμως δεν μπορεί να γίνει πριν τον Απρίλιο του 2006, ο ΠτΘ συνομιλεί σήμερα με την Ιφιγένεια Καμτσίδου, Επίκουρο Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Για την αναγκαιότητα, το κλίμα, το χρόνο και την ποιότητα της αναθεώρησης ο λόγος λοιπόν, καθώς επίσης και για τις ενδεχόμενες τομές και τα θέματα που αναμένεται να ανακύψουν μέσω αυτής, ειδικότερα σε ό,τι αφορά στην ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων και την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Με εφαλτήριο και καταληκτικό συμπέρασμα τη σημασία μιας αναθεώρησης του ελληνικού συντάγματος, ενός από τα πληρέστερα στον κόσμο, για τον απλό Έλληνα πολίτη.

Ο λόγος στην ίδια…

ΠτΘ: κ. Καμτσίδου, η νέα αναθεώρηση του Συντάγματος που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός θα είναι η τρίτη αναθεώρηση του συντάγματος του 1975. Πότε έγιναν οι άλλες δύο και σε ποιο κλίμα διεξήχθησαν;

Ι.Κ.: Η πρώτη αναθεώρηση έγινε το 1986 με περιορισμένο αντικείμενο και μέσα σε μια οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση, ενώ η δεύτερη, που ξεκίνησε το 1993 και ολοκληρώθηκε το 2001, ήταν εξαιρετικά εκτεταμένη, περιλάμβανε παραπάνω από το 1/3 των συνταγματικών διατάξεων. Η συγκεκριμένη αναθεώρηση χαρακτηρίστηκε από το συναινετικό της χαρακτήρα, δηλαδή τη συμφωνία των δύο μεγάλων κομμάτων στις περισσότερες από τις τροποποιήσεις που επήλθαν.

ΠτΘ: Η δεύτερη αναθεώρηση άφησε όμως πολλά θέματα ανοιχτά, όπως αυτό του βασικού μετόχου…

Ι.Κ.: Δε θα έλεγα ότι το συγκεκριμένο θέμα το άφησε ανοιχτό. Εν αντιθέσει, η αναθεώρηση ήλθε και εισήγαγε ειδική διάταξη για το βασικό μέτοχο, διάταξη η οποία ήταν τόσο λεπτομερής, ώστε να δημιουργήσει και επιφυλάξεις για το πώς θα εφαρμοστεί. Είναι άλλο το ζήτημα της έντασης που εμφανίστηκε αργότερα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και στον συνταγματικό μας κανόνα. Μιας έντασης που κατά τη γνώμη μου ήταν και κατά ένα μεγάλο μέρος της πλαστή. Και το λέω αυτό διότι και στην ενωσιακή έννομη τάξη υπάρχουν αρχές οι οποίες αφορούν στη λειτουργία, στην ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων. Οι αρχές αυτές αποτυπώνονται σε κοινοτικές οδηγίες, αλλά δεν καταλαμβάνουν το θέμα της ρύθμισης των ΜΜΕ. Η δημόσια επικοινωνία εντάσσεται σε ένα πεδίο προστασίας πλέγματος συνταγματικών δικαιωμάτων, της ελευθερίας της έκφρασης, του «πληροφορείσθαι», πολλών συνταγματικών δικαιωμάτων που μένουν εκτός κοινοτικού δικαίου και που, όπως πολύ αναλυτικά είπε και το Συμβούλιο της Επικρατείας μας, δεν εντάσσονται στο κανονιστικό πεδίο της Κοινοτικής Οδηγίας.

ΠτΘ: Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία συζητείται, πιστεύετε ότι θα μπορούσε να είναι ουσιαστική, υπό την έννοια ότι θα ανταποκρίνεται σ’ αυτά τα οποία περιμένουν οι εργαζόμενοι, οι διάφοροι φορείς, όπως είναι το πανεπιστήμιο;

Ι.Κ.: Το σύνταγμα περιλαμβάνει τα θεμελιώδη, περιλαμβάνει τις βασικές αρχές που ρυθμίζουν τη λειτουργία του πολιτεύματος και κατοχυρώνουν τα πλέον σημαντικά δικαιώματα των ανθρώπων. Από την άποψη αυτή, η ελληνική συνταγματική τάξη είναι πλήρης και τα προβλήματα της καθημερινότητας δεν συνδέονται με ελλιπή συνταγματική προστασία, αλλά με την αδυναμία ανάπτυξης ορισμένων πολιτικών που θα εφάρμοζαν το σύνταγμα. Συνεπώς, η αναθεώρηση δεν μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο στο βαθμό που το Σύνταγμα, και σε ό,τι αφορά στη λειτουργία των πολιτειακών οργάνων αλλά και σε ό,τι αφορά στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, είναι ένα από τα πληρέστερα στην Ευρώπη και ίσως και παγκοσμίως. Αυτό το οποίο απουσιάζει και δημιουργεί την κοινωνική δυσαρέσκεια είναι οι αντίστοιχες πολιτικές που θα συμβάλλουν στην εφαρμογή του Συντάγματος.

ΠτΘ:Υπάρχουν κάποιες διατάξεις που απαιτούν για την αναθεώρησή τους αυξημένη πλειοψηφία;

Ι.Κ.:Υπάρχουν κάποιες διατάξεις στο Σύνταγμα που δεν μπορούν να θιγούν με την αναθεώρηση και είναι αυτές που προσδιορίζονται στο άρθρο 110 παράγραφος 1 και αφορούν στη μορφή και στη βάση του πολιτεύματος και κάποιες άλλες θεμελιώδεις αρχές. Οι υπόλοιπες διατάξεις αναθεωρούνται. Για να αναθεωρηθεί οποιαδήποτε διάταξη προβλέπεται μία αυξημένη πλειοψηφία που πρέπει να επιτευχθεί είτε στην πρώτη φάση της αναθεώρησης, όταν δηλαδή συζητείται η αναγκαιότητα της αναθεώρησης από την πρώτη βουλή, είτε στη δεύτερη φάση της αναθεώρησης, όταν πλέον αποφασίζεται η κατεύθυνση, το περιεχόμενο, που θα έχει η νέα διάταξη.

ΠτΘ:κ. Καμτσίδου, τελευταίως πολύς λόγος γίνεται για τις σχέσεις εκκλησίας και πολιτείας. Και τα δύο μεγάλα κόμματα κρατούν από το θέμα απόσταση «ασφαλείας». Πιστεύετε ότι, ενόψει της αναθεώρησης, πρέπει να ανοίξει και το συγκεκριμένο ζήτημα;

Ι.Κ.: Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το Σύνταγμά μας δεν επιβάλλει τις σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα στην εκκλησία και την πολιτεία. Οι σχέσεις αυτές έχουν αναπτυχθεί και διαρρυθμιστεί κυρίως νομοθετικά. Το σύνταγμα στο άρθρο 3 αναγνωρίζει ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών είναι μέλη του ποιμνίου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και επιβάλλει την επίδειξη ανάλογου σεβασμού προς τη θρησκεία αυτή, όπως για παράδειγμα την εξασφάλιση των αργιών που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων. Ταυτόχρονα όμως το κράτος μας είναι κοσμικό, είναι κράτος ανεξίθρησκο. Το άρθρο 13, που μάλιστα είναι μη αναθεωρητέα διάταξη, – δεν μπορεί δηλαδή να αναθεωρηθεί χωρίς να καταργηθεί το πολίτευμά μας, – επιβάλλει τον ανεξίθρησκο χαρακτήρα του κράτους. Επιβάλλει δηλαδή σε όλα τα όργανα του κράτους, στο νομοθέτη, στη διοίκηση, στην κυβέρνηση, να μεταχειρίζονται με ισότιμο τρόπο όλα τα θρησκεύματα και να εξασφαλίζουν στα μέλη τους ισότιμη απόλαυση των δικαιωμάτων. Για το λόγο αυτό θα ήταν δυνατή η αποσαφήνιση των ρόλων του κράτους και της εκκλησίας, -που για ιστορικούς λόγους έχουν διαμορφωθεί έτσι όπως είναι σήμερα, -να γίνει και νομοθετικά και χωρίς συνταγματική αναθεώρηση. Όπως καταλαβαίνετε, είναι λόγοι πολιτικής σκοπιμότητας που οδήγησαν τα δύο μεγάλα κόμματα που ασκούν την εξουσία από τη θέσπιση του συντάγματος να μην προχωρήσουν σε αυτήν την αποσαφήνιση. Και είναι οι ίδιοι λόγοι πολιτικής σκοπιμότητας που ωθούν τα κόμματα, κατά τη γνώμη μου, να κρατούν αυτή την αμφίσημη στάση ενώπιον της αναθεώρησης. Γιατί πραγματικά, παρότι το Σύνταγμα δεν εμποδίζει την ανάπτυξη του χωρισμού κράτους – εκκλησίας, μία αποσαφήνιση στο πλαίσιο της αναθεώρησης θα ήταν χρήσιμη. Όμως, καθώς η ορθόδοξη εκκλησία μας έχει αυτή τη στιγμή έναν εξαιρετικά επικοινωνιακό επικεφαλής της αρχιεπίσκοπο, ο οποίος διεκδικεί να αναπτύσσει και πολιτικές δραστηριότητες, οι μεγάλες παρατάξεις της χώρας διστάζουν να θέσουν το ζήτημα.

ΠτΘ:κ. Καμτσίδου, είπατε ότι το Σύνταγμά μας είναι ένα από τα πληρέστερα ίσως και παγκοσμίως και ότι τα προβλήματα της καθημερινότητας είναι θέμα πολιτικής και όχι συντάγματος…

Ι.Κ.: Η πράξη αποδεικνύει ότι το Σύνταγμά μας είναι πλήρες. Το Σύνταγμα ρυθμίζει κατ’ αρχήν το πολίτευμα. Η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία χαρακτηρίζεται από σταθερότητα. Η προστασία των δικαιωμάτων εξασφαλίζεται μέσα από τη δικαστική προσφυγή πολύ ευρύτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Με την έννοια αυτή θα έλεγα ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν είναι θέμα συντάγματος, αλλά κατ’ εξοχήν θέμα πολιτικής, και συγκεκριμένα νομοθετικής και ευρύτερα λήψης διοικητικών μέτρων. Για παράδειγμα η προστασία της προσωπικής ελευθερίας, – το θέμα των Πακιστανών που έχει ανακύψει τώρα, – είναι ζήτημα κατ’ αρχήν υιοθέτησης ενός θεσμικού πλαισίου που αφορά στον τρόπο εξέτασης όποιου βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, δεύτερον θέμα πολιτικής, πώς δηλαδή το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης καθοδηγεί τα στελέχη των υπηρεσιών του να εφαρμόζουν κατ’ αρχήν το νομοθετικό πλαίσιο σεβόμενοι τα δικαιώματα των ατόμων, και τρίτον είναι θέμα δικαστικό, εάν δηλαδή η δικαιοσύνη, εφόσον διαπιστώσει τη διάπραξη παραβιάσεων, προχωρήσει στη λήψη των νόμιμων μέτρων.

ΠτΘ: Για τον απλό πολίτη τι σημαίνει η αναθεώρηση του Συντάγματος;

Ι.Κ.: Έτσι όπως διενεργούνται οι αναθεωρήσεις στη χώρα μας δυστυχώς αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ο καταστατικός χάρτης προβλέπει την ύπαρξη δύο σταδίων, όπου στο πρώτο αποφασίζεται η αναθεώρηση από τη Βουλή, τη διενέργεια εκλογών προκειμένου τα ζητήματα της αναθεώρησης να τεθούν στο εκλογικό σώμα και με βάση τις κατευθύνσεις του εκλογικού σώματος η αναθεωρητική βουλή να διαμορφώσει το περιεχόμενο των νέων διατάξεων. Δυστυχώς, η συνταγματική ιστορία δείχνει ότι στις εκλογές που μεσολαβούν ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη φάση της αναθεώρησης τα προβλήματα που θα απασχολήσουν την αναθεωρητική βουλή δεν τίθενται στο εκλογικό σώμα, τουλάχιστον δεν τίθενται με τη σοβαρότητα και την κρισιμότητα που απαιτείται κυρίως από τις δύο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις. Για αυτό νομίζω ότι για τον απλό πολίτη δεν θα μάθουμε ποτέ τι σημαίνει αναθεώρηση, διότι δεν αποφασίζει στην ουσία για τις αναθεωρητέες διατάξεις.

ΠτΘ: Τι εξυπηρετεί λοιπόν η αναθεώρηση όταν ο πολίτης είναι εκτός αυτής;

Ι.Κ.: Θα έλεγα ότι εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες. Στη συγκεκριμένη στιγμή που αποφασίστηκε θα έλεγα ότι είναι μια καλή διέξοδος για το κυβερνών κόμμα να μεταθέσει το διάλογο σε ζητήματα διαφορετικά από αυτά που του προξενούν δυσκολία και εξίσου δύσκολη ήταν και για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που φαίνεται να μην είναι σε θέση να αναπτύξει μία αξιόπιστη πολιτική πρόταση. Αυτό φαίνεται τουλάχιστον από τις δημοσκοπήσεις που φέρουν την αξιωματική αντιπολίτευση αδύναμη να επωφεληθεί μία ραγδαία φθορά της κυβέρνησης. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, η υπόθεση για την αναθεώρηση αυτή τη στιγμή εξυπηρετεί κυρίως τη σκοπιμότητα, να δώσει ένα πεδίο διαφυγής από τα δύσκολα ερωτήματα που θέτει η καθημερινότητα στις δύο μεγάλες παρατάξεις του τόπου.

ΠτΘ:Πιστεύετε ότι θα γίνουν βαθιές τομές;

Ι.Κ.: Διαφαίνεται μία διάθεση του κυβερνώντος κόμματος να εξυπηρετήσει μία παλιά εξαγγελία του, την ίδρυση δηλαδή ιδιωτικών πανεπιστημίων στην οποία πλέον συμφωνούν και στελέχη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι εκεί θα υπάρξει μία αλλαγή, μία αλλαγή που κατά τη γνώμη μου είναι αμφίβολης συνταγματικότητας, καθώς θα μειώσει σημαντικά την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας και άλλων ελευθεριών του ακαδημαϊκού χώρου. Επίσης, πολύ σημαντική φαίνεται η πρόταση λειτουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στη χώρα μας ο διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων ήταν και παραμένει μία από τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, μια εγγύηση που αφορά στον πολίτη άμεσα σε ό,τι αφορά στην απόλαυση των δικαιωμάτων του. Ένας δικαστής και ειρηνοδίκης μπορούσε και μπορεί να μην εφαρμόσει ένα νόμο αν θίγει δικαιώματα πολιτών, όπως μπορεί επίσης να ακυρώσει και πράξεις της διοίκησης, εφόσον έρχονται σε αντίθεση με το σύνταγμα. Είναι μια εξουσία που ο Έλληνας δικαστής, μοναδικός σε όλη την Ευρώπη, την άντλησε από το Σύνταγμα και τη διατηρεί από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου αν, λέω αν και το υπογραμμίζω, συνοδευτεί με περιορισμό του διάχυτου χαρακτήρα του ελέγχου της συνταγματικότητας θα οδηγήσει στη συρρίκνωση του κράτους δικαίου.

ΠτΘ:Απ΄ ό,τι διαφαίνεται, κ. Καμτσίδου, και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο των οικονομικών σχέσεων που δημιουργούνται παγκοσμίως, το κράτος δικαίου δέχεται από παντού χτυπήματα και βέβαια τελικό αντίκτυπο όλα αυτά έχουν στον απλό πολίτη, ο οποίος πλέον φαίνεται ανίκανος να αντεπεξέλθει…

Ι.Κ.: Όσο περισσότερο πολύπλοκες γίνονται οι κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις τόσο περισσότερο δύσκολη είναι και η προστασία του πολίτη. Και βέβαια είναι αλήθεια ότι σε δικαστικό επίπεδο ο πολίτης συνεχίζει να απολαμβάνει των κλασικών εγγυήσεων. Όμως ο δικαστικός αγώνας είναι ένας δύσκολος αγώνας. Προϋποθέτει χρήματα, γνώσεις και μεγάλη υπομονή, διότι διαρκεί αρκετά και μερικές φορές, ακόμη και αν είναι επιτυχής η έκβαση της δίκης, η πρακτική σημασία της είναι περιορισμένη. Για το λόγο αυτό θα έλεγα ότι δεν μπορούμε να παραμείνουμε σε μία ατομική υπεράσπιση των ελευθεριών ή των κεκτημένων του κράτους δικαίου ευρύτερα. Η συλλογική δραστηριοποίηση μού φαίνεται απολύτως αναγκαία.

ΠτΘ: Έχει χρονικούς περιορισμούς, κ. Καμτσίδου, η αναθεώρηση του Συντάγματος;

Ι.Κ.:Η αναθεώρηση του συντάγματος έχει χρονικούς περιορισμούς ως προς την εκκίνηση. Δεν μπορεί να ξεκινήσει μία αναθεώρηση πριν περάσει μία πενταετία, ένα εξαιρετικά σύντομο διάστημα, κατά τη γνώμη μου, από την προηγούμενη αναθεώρηση. Η πενταετία συμπληρώνεται τον Απρίλιο του 2006. Έμμεσα συνάγεται ένας χρονικός περιορισμός. Η βουλή επιλαμβάνεται του ερωτήματος της αναθεώρησης, οφείλει να προσδιορίσει τις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν από την αμέσως επόμενη βουλή, η οποία, αν δεν το πράξει, θα πρέπει να εκκινήσει εκ νέου η αναθεωρητική διαδικασία.

ΠτΘ: κ. Καμτσίδου, σας ευχαριστώ πολύ.

Ι.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.