Η αλληλογραφια Ανεστη Ευαγγελου – Μανολη Αναγνωστακη
Μια σχέση αμοιβαίας συμπάθειας, μια σχέση μαθητείας, αναπτύχθηκε εκεί, στα δεύτερα χρόνια του μεταπολέμου μεταξύ του Ανέστη Ευαγγέλου και του Μανόλη Αναγνωστάκη και σας παρουσιάζουμε σήμερα, ως σπάνιο ντοκουμέντο δύο μεγάλων λογοτεχνών και της δημιουργικής τους σχέσης – όπως το παρουσιάζει ο Θανάσης Μαρκόπουλος, μέσα από το πιο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Μανδραγόρας». Ο Ευαγγέλου θαυμάζει και εκτιμά τον Αναγνωστάκη ως ποιητή και άνθρωπο, όπως κάνουν κι άλλοι βορειοελλαδίτες λογοτέχνες της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Κι εκείνος με τη σειρά του εκτιμά τον Ευαγγέλου, προφανώς γιατί βλέπει στο πρόσωπό του έναν ταμένο της τέχνης κι ένα παράδειγμα συνέπειας και ειλικρίνειας τόσο κοντινό στο δικό του.
Ο Ανέστης Ευαγγέλου (1937-1994), είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου. Πολύπλευρος ως δημιουργός, επιδίδεται στην ποίηση, για να μιλήσει με μεγαλύτερη αμεσότητα και ένταση, στην πεζογραφία, για να φωτίσει πληρέστερα πτυχές των σχέσεων ανάμεσα στα πράγματα, και στην κριτική, για να επανορθώσει τις αδικίες που βλέπει να διαπράττονται σε βάρος της γενιάς του. Υιοθετεί ένα εξομολογητικό ιδίωμα που ανάγεται στο Μανόλη Αναγνωστάκη και στον Ντίνο Χριστιανόπουλο της Θεσσαλονίκης των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και διακρίνεται για την έντονη βιωματικότητα, την υψηλή προφορικότητα και τη μεγάλη του διαύγεια, ενώ υπερασπίζεται τη γενιά του με το ίδιο πάθος που υπερασπίζεται και τους ποιητικούς του τρόπους. Ο Ευαγγέλου είναι γνωστός και από την «Ανθολογία» του, όπου, επιχειρώντας μια χαρτογράφηση της Β΄ Μεταπολεμικής Γενιάς, μετά από προτροπή των Σοκόλη και Αργυρίου και πρόθεση να συμπεριληφθεί και αυτή η γενιά – που «δεν είχε να δείξει παρά μόνο τα βιβλία και τις πληγές της» – θεώρησε ένα σύνολο 134 ποιητών γεννημένων εντός της δωδεκαετίας 1929-1940 και από αυτούς ανθολόγησε 44, στους οποίους, προστέθηκε δικαιωματικά και ο ίδιος.
Μόλις πέντε μέσα σε δέκα χρόνια (1979-1989) είναι οι επιστολές που ανταλλάσσουν ο Ανέστης Ευαγγέλου κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Από αυτές τις επιστολές, τρεις είναι του Ευαγγέλου και δύο του Αναγνωστάκη, αλλά μονάχα οι δύο πρώτες συνομιλούν μεταξύ τους, και οι δύο του 1979, ενώ οι άλλες αποστέλλονται με διάφορες ευκαιρίες. Δεν πρόκειται συνεπώς για συστηματική αλληλογραφία, η οποία θα επέτρεπε την ανάπτυξη ενός ουσιαστικότερου διαλόγου. Από τα γραφόμενα πάντως διαφαίνονται στοιχεία της τέχνης και του χαρακτήρα των επιστολογράφων, αλλά και η μεταξύ τους σχέση, η οποία διέπεται από μια αμοιβαία εκτίμηση. Και οι πέντε επιστολές απόκεινται στο Αρχείο του Ανέστη Ευαγγέλου (ΑΑΕ).
Όπως φαίνεται από τις λίγες αυτές επιστολές, ο Ευαγγέλου, ειλικρινής και διακριτικός, τεκμηριώνει κάθε φορά τα λεγόμενά του και εξομολογείται με τόλμη τις βαθύτερες σκέψεις του. Δεν διστάζει να αποκαλύψει στο συνομιλητή του τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην προσπάθεια να εκδώσει τα έργα του από την πρωτεύουσα και να ζητήσει τη μεσολάβησή του, αλλά και να εκφράσει τη μεγάλη συστολή που τον διακρίνει στις δημόσιες σχέσεις, συστολή που την αποδίδει στο «κλίμα» της Θεσσαλονίκης και στην απόσταση των λογοτεχνών της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του κέντρου. Τέλος, δεν του απολείπει η φιλική αλληλεγγύη, αναγνωρίζει τη μαθητεία του στον Αναγνωστάκη, ενώ παρεμπιπτόντως μας φανερώνει πολύ νωρίς και τη θρησκευτική στροφή στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο Αναγνωστάκης πάλι των επιστολών αυτών δε μας είναι άγνωστος. Είναι πρώτα πρώτα ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει τα λάθη του, ενώ σαν κοινός θνητός, αν και γιατρός, αντιμετωπίζει κι αυτός οικονομικά προβλήματα. Ως δημιουργός πάλι διακρίνεται για την ταπεινοφροσύνη και την ανασφάλεια που νιώθει αναφορικά με την αξία της κάθε του έκδοσης, παρά τη γενική αποδοχή που απολαμβάνει. Ξεχωρίζει ακόμα για την κριτική του οξυδέρκεια. Πρώτος αυτός διατυπώνει την άποψη ότι ο Ευαγγέλου δίνει προτεραιότητα στην έκφραση κι όχι στο κάλλος, ενώ ακριβής αποδεικνύεται και η διαπίστωσή του πως ανήκει στους παθιασμένους με την τέχνη του. Μαθαίνουμε τέλος πως και για τον ίδιο η ποίηση ήταν κάποτε αρρώστια, μονάχα που δεν ξέρει πια κι ο ίδιος αν, μετά την παραίτησή του από τη γραφή, αισθάνεται υγιής ή όχι, και πως δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος με το επίπεδο της λογοτεχνικής δημιουργίας του τόπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Μανόλης Αναγνωστάκης, Θεσσαλονίκη, 15-6-1979
Ένα φύλλο, 29Χ21.3, γραμμένο με μπλε μολύβι δύο αποχρώσεων. Διαγραφές και προσθήκες συχνές. Το επώνυμο του παραλήπτη σημειώνεται από τον αποστολέα στην επάνω δεξιά γωνία της πρώτης σελίδας και υπογραμμίζεται, ενώ το όνομα δηλώνεται στην προσφώνηση. Θέμα: Περιθώριο ’68 -’69 (ΑΑΕ. VII.4.223).
Θεσσαλονίκη 15-6-1979
Αγαπητέ μου Μανόλη,
Με πολλή χαρά ξαναδιάβασα κείμενα δικά σου. Το «Περιθώριο ’68-’69» έχει κομμάτια συγκλονιστικά (σελ. 9, 12, 13, 14, 19, 24, 27, 18, 35, 41) αλλά και ορισμένα, λίγα ευτυχώς, ιδίως από αυτά των 2 ή τριών στίχων, που μοιάζουν άλλοτε ανολοκλήρωτα και άλλοτε ασθενέστερα, φορτισμένα με το δραματικό παλλόμενο υλικό ζωής που ζωντανεύει τις λέξεις σου στα υπόλοιπα.
Δεν ξέρω αν λογαριάζεις τα κείμενα του «Περιθωρίου» ως συνέχεια ή προέκταση των ποιημάτων σου, εννοώ – έστω και μ’ ένα άλλο τρόπο γραφής – ως ποιήματα. (Διάβασα έναν σημείωμα του Βουρνά στην «Αυγή», που τα θεωρεί ως τέτοια αν κατάλαβα καλά και ομολογώ την διαφωνία μου). Προσωπικά (και νομίζω ότι και εσύ έτσι κάπως θα έπρεπε να τα βλέπεις – ο τίτλος του βιβλίου είναι στο έπακρο χαρακτηριστικός) μου έδωσαν την εντύπωση σημειώσεων στο «περιθώριο» των βιβλίων σου, εξομολογήσεων εις εαυτόν σε δύσκολα χρόνια, «αντικειμένων που ολοένα περισσεύουν και σε πνίγουν» και δεν απομένει παρά να καταγραφούν έτσι γυμνά όπως το κάνεις, έτσι αδυσώπητα, σαν μαρτυρία αδιάψευστη για την εποχή – πράγματα που δεν περνάνε στις επίσημες ιστορίες και μόνο μ’ αυτό τον «σπαραγμένο» τρόπο είναι ίσως δυνατό να διασωθούν και ταυτόχρονα να διασώσουν και τη βαθύτερη ουσία των «φονικών μας ημερών». Βιβλίο παράλληλο με το «Νυχτολόγιο» του Σινόπουλου ολοκληρώνει νομίζω με άλλους τρόπους, «πεζολογικούς», το «συμπέρασμά» σου για τον κόσμο και την εποχή, όπως θα έλεγε και ο Χειμωνάς.
Σου γράφω αυτά τα λίγα – πρόχειρες εντυπώσεις από μια πρώτη ανάγνωση – γιατί καταλαβαίνω απόλυτα την ανάγκη σου για επικοινωνία όταν κάθε φορά δημοσιεύσεις ένα καινούριο βιβλίο. (Και παλιότερα, όποτε, θυμάμαι, μου ‘δινες ένα κάποιο φρεσκοτυπωμένο κείμενό σου, δεν παρέλειπες να μου τονίζεις, όπως και σ’ άλλους, άλλωστε, να «το διαβάσω και να σου πω τη γνώμη μου»). Αυτή η έλλειψη «αυτοπεποίθησης» και «σιγουριάς» – ποιοι τις έχουν; Ίσως μόνο οι βλάκες ή οι αναίσθητοι – η ανασφάλειά σου η σχεδόν εφηβική, ύστερα μάλιστα από τόσα βιβλία που χάραξαν, κατά γενική παραδοχή, καίρια τη νεώτερη ποίησή μας, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό για μένα σημάδι της ανθρώπινης παρουσίας σου ανάμεσά μας, αυτό που μ’ έκανε από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα να σε ξεχωρίσω από όλους τους «λογοτέχνες» της Θεσσαλονίκης ή της Αθήνας (που άλλος λίγο άλλος πολύ «σχεδιάζουν» (όλοι τους, συχνά) μακρόπνοα έργα σε τρεις τόμους) και κρυφά να σε καμαρώνω και να σε θαυμάζω. Μην ξεχνάς, ωστόσο, Μανόλη, ότι όχι μόνο εσύ, αλλά και οι άλλοι μπορεί κάποτε να αισθάνονται ανασφαλείς* και να διψούν τον αντίλαλο, να μη βαδίζουν στο σκοτάδι. (Αρκετά είναι τα σκοτάδια που πλακώνουν τη φωνή μας, να έχουμε από πάνω και το βάσανο, τη φριχτή υποψία, ότι δεν την ακούει κανείς;). Σου έστειλα εδώ και τρεις μήνες την «Απογύμνωση» μαζί μ’ ένα γράμμα όπου σου ζητούσα 2-3 διευθύνσεις λογοτεχνών. Δεν έλαβα δυστυχώς καμιά απάντηση ούτε για το βιβλίο ούτε για τις πληροφορίες. Γιατί; Θα μου πεις: η κούραση, ο αγώνας για την επιβίωση, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος. Όμως αυτά δεν ισχύουν για όλους μας, δεν είναι η κοινή μοίρα;
Με αγάπη πάντα και φιλία αμείωτη,
Ανέστης
Χαιρετισμούς στη Νόρα
*(τρεις λέξεις δυσανάγνωστες) οι πιο πολλοί δεν έχουν την «έξωθεν καλή μαρτυρία», στο βαθμό που εσύ την έχεις.
2
Μανόλης Αναγνωστάκης, Ωραιόκαστρο, 18-5-1986
Τρία φωτοαντίγραφα Α4, διπλής όψης τα δύο πρώτα και μιας το τρίτο, από ιδιόχειρα γραμμένο κείμενο, σελιδαριθμημένα (1, 2, 4, 3, 5) και συρραμμένα επάνω αριστερά. Το επώνυμο επάνω και αριστερά στην πρώτη σελίδα, με μαύρο μελάνι και μέσα σε αγκύλες, ενώ το όνομα δηλώνεται στην προσφώνηση. Ο αποστολέας ζητά, με πολλές επιφυλάξεις, από τον παραλήπτη να βολιδοσκοπήσει τον Αλέξανδρο Κοτζιά ή το Σπύρο Τσακνιά – με την προτίμηση στον πρώτο για συγκεκριμένους λόγους που εξηγεί – για μια παρουσίαση του βιβλίου του «Το ξενοδοχείο και το σπίτι και άλλα πεζά», που θα οργανωθεί από τον εκδότη Δουβίτσα της «Νεφέλης» και στην οποία θα παρίσταται κι ο ίδιος (ΑΑΕ.VII.2.4)
Ωραιόκαστρο, 18 Μαΐου 1986
Αγαπητέ μου Μανόλη,
Χτες βράδυ, στα εγκαίνια του Φεστιβάλ Βιβλίου στην παραλία του Λ. Πύργου της Θεσσαλονίκης, συνάντησα, ύστερα από αρκετούς μήνες, τον Δουβίτσα και κουβεντιάσαμε για λίγο σχετικά με την πορεία του βιβλίου μου με τα πεζογραφήματα και με την προοπτική της έκδοσης των ποιημάτων μου. Μου είπε πως τα ποιήματα θα τα «βάλει μπρος» το Σεπτέμβρη για να κυκλοφορήσουν τα Χριστούγεννα αλλά, σε ερώτησή μου για την κυκλοφοριακή πορεία των πεζών, μου παραπονέθηκε ότι δεν είναι όπως την περίμενε, ότι δεν γράφτηκε σχεδόν τίποτε στον τύπο και ότι θα ήθελε να κάνει – στις αρχές Ιουνίου, «πριν πιάσουν οι ζέστες» – μια μικροεκδήλωση στο βιβλιοπωλείο του, μια παρουσίαση του βιβλίου (καλώντας κάποιους δημοσιογράφους και συγγραφείς), στη διάρκεια της οποίας, παρόντος και του υποφαινομένου, κάποιος να πει δυο λόγια σχετικά, αλλά και να κάνει κάποιες αναφορές και στην υπό έκδοση, συγκεντρωμένη πια, ποιητική μου εργασία.
Ο ίδιος μου είπε ότι την παρουσίαση αυτή θα μπορούσε ίσως να την κάνει ο Σπύρος Τσακνιάς – με τον οποίο, φαίνεται, έχει κάποιες φιλικές σχέσεις – ή ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, τον οποίο «εκτιμά βαθιά και υπολογίζει πολύ στη βαρύτητα της κρίσης του».
Προσωπικά, όλες αυτές οι ιστορίες με τις δημόσιες σχέσεις και το μάρκετινγκ όχι μόνο δεν με ενθουσιάζουν, αλλά μου προκαλούν – λόγω χαρακτήρα, που εσύ γνωρίζεις πολύ καλά, Μανόλη – έντονη την επιθυμία να κάνω ακριβώς το αντίθετο, να μην κάνω δηλαδή τίποτα – και ας γίνει ό,τι θέλει… Πριν πάρω την απόφαση να σου γράψω, ταλαντεύτηκα πολλές φορές. Γιατί – καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζω: δεν διαλέγει κανείς, δυστυχώς, τον χαρακτήρα του – μια ζωή κρατήθηκα μακριά από τέτοια, ίσως και συντέλεσε, δεν ξέρω, και το «κλίμα Θεσσαλονίκης», η, εκ των πραγμάτων, απομόνωσή μας από τα μέσα δημοσιότητας και προβολής. Αν κάμφθηκα τελικά και ενέδωσα – και σου το ομολογώ: με κάποια ντροπή και αισθήματα ενοχής – είναι γιατί σκέφτηκα ότι α) δεν χρωστάει τίποτα ο Δουβίτσας να βάλει τα ωραία του τα λεφτά, για να βγάλω εγώ το βιβλιαράκι μου, και τελικά να τα χάσει, και ότι β) μια οικονομική αποτυχία του βιβλίου θα λειτουργούσε αποθαρρυντικά στον εκδότη, και πιθανώς, θα οδηγούσε σε ματαίωση της έκδοσης των ποιημάτων μου – πράγμα που θα ήταν για μένα οδυνηρό πλήγμα. (Εδώ, σ’ αυτό το κρίσιμο και λεπτό σημείο, γίνεται ο συμβιβασμός, εδώ εντοπίζεται η υστεροβουλία μου, εδώ νικάει η ανθρώπινη αδυναμία μου για μια συγγραφική επιβεβαίωση σ’ ένα ευρύτερο κοινό – και από ‘δω η ντροπή και οι ενοχές, Μανόλη μου).
Όμως ας έρθω στο προκείμενο γιατί, πολύ φοβάμαι, σε ζάλισα με την μακρόσυρτη αυτή, και πιθανότατα, κουραστική εισαγωγή.
Σε παρακαλώ λοιπόν, αν σου είναι εύκολο, εννοώ αν μπορείς να το κάνεις χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, αμφιταλάντευση ή δυσκολία – αν υπάρξουν, περιττό να σε βεβαιώσω για την πλήρη κατανόησή τους εκ μέρους μου και για την αδιατάραχτη και ακλόνητη αγάπη και αφοσίωσή μου στη μακρόχρονη φιλία μας – σε παρακαλώ να βολιδοσκοπήσεις έναν από τους δύο (Κοτζιά ή Τσακνιά) αν θα ήθελε να παρουσιάσει με πολύ λίγα λόγια το βιβλίο με τα πεζογραφήματά μου σε μια τέτοια εκδήλωση, κάνοντας και κάποιες σύντομες αναφορές και στην ποίησή μου.
Προσωπικά, έχω τη γνώμη ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ευκολότερο, θεωρητικά τουλάχιστον, για τον πρώτο, μια και έχει, ήδη από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, το 1966, καταθέσει δημόσια την ευνοϊκή κρίση του (δες εφ. «Μεσημβρινή», 20/8/66, και τώρα, Αφηγηματικά κριτικά κείμενα Β΄, ΚΕΔΡΟΣ, 1984). Γιατί, όσον αφορά στον Σπύρο Τσακνιά, ομολογώ ότι δεν γνωρίζω την άποψή του για το βιβλίο, ούτε άλλωστε και την γενικότερη άποψή του για τη δουλειά μου, μια και, εκτός από την ανταλλαγή κάποιων βιβλίων μας, δεν έχω σχετικά καμιά ασφαλέστερη ένδειξη.
Τώρα, θα μου πεις, εδώ ο κόσμος καίγεται, Τσέρνομπιλ, ραδιενέργειες, το κόμμα μας, η ελπίδα μας, στην κόψη πάλι του ξυραφιού, σε θανάσιμο κίνδυνο, κι εσύ… χτενίζεσαι; – και θα ‘χεις δίκιο. Επικαλούμενος τον ποιητή Φερνάζη, ωστόσο παρακαλώ (και ελπίζω) να μου αναγνωρίσεις κάποια ελαφρυντικά…
Την αγάπη μου στη Νόρα και τον Ανέστη.
Σ’ αγκαλιάζω αδερφικά,
Ανέστης
ΥΓ. Θα σου τηλεφωνήσω στο τέλος αυτής εβδομάδα ή στις αρχές της επόμενης για να μου πεις την άποψή σου, όποια κι αν είναι.
3
Μανόλης Αναγνωστάκης, Θεσσαλονίκη, 4-6-1989
Ένα φύλλο, 21.2Χ14.4, γραμμένο από τη μια επιφάνεια με μαύρο μελάνι. Το όνομα δηλώνεται στην προσφώνηση, ενώ κάτω αριστερά και μέσα σε αγκύλες σημειώνεται το ονοματεπώνυμο: Μ. Αναγνωστάκης. Συμπαράσταση στις δύσκολες στιγμές της ασθένειας που περνά ο παραλήπτης (ΑΑΕ.VII.2.35).
Θεσσαλονίκη, 4 Ιουνίου 1989
Αγαπητέ μου Μανόλη,
Απ’ τις εφημερίδες και από φίλους πληροφορήθηκα για τις δύσκολες στιγμές που περνάς.
Η σκέψη μου και η καρδιά μου είναι από ’κείνη τη στιγμή πάντα κοντά σου, κοντά στη Νόρα, κοντά στον Ανέστη. Λογάριασέ με, σε παρακαλώ, σαν ένα από τα πνευματικά σου παιδιά της Σαλονίκης. Έτσι αισθανόμουν πάντα, και τώρα ακόμα πιο πολύ, και έτσι σου χαϊδεύω από μακριά τα μαλλιά και σε ασπάζομαι σαν πατέρα και φίλο μαζί και προσεύχομαι σιωπηλά στο Χριστό να σε βοηθήσει και να γυρίσεις ακμαίος και δημιουργικός ανάμεσά μας. Είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρεις.
Με την αγάπη μου,
Ανέστης
ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΠΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
(Ηράκλειο Αττικής) (23-6-1979)
ένα φύλλο, 28.8Χ21.3, δακτυλογραφημένο από τις δύο επιφάνειες με μαύρη ταινία. Στην πρώτη σελίδα, επάνω αριστερά, η έντυπη ταυτότητα του Ακτινολογικού Εργαστηρίου του Αναγνωστάκη, ενώ δεξιά και επάνω σημειώνεται από τον Ευαγγέλου με μαύρο μελάνι και μέσα σε αγκύλες: 23.6.1979. Στην πίσω σελίδα ο Ευαγγέλου υπογραμμίζει με κόκκινο μαρκαδόρο τον τίτλο «Απογύμνωση», ενώ ο αποστολέας υπογράφει με γκρι μελάνι. Θέμα: Ο Αναγνωστάκης αιτιολογεί γιατί άργησε να απαντήσει και μιλάει για τον ποιητή και άνθρωπο Ευαγγέλου με αφορμή τη συλλογή του «Απογύμνωση» (ΑΑΕ.VIIΙ.7.1)
ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
ΕΜΜ. Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΟΥ – ΡΑΔΙΟΛΟΓΟΥ
ΠΕΥΚΩΝ 46 – ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ – ΤΗΛ. 275564
Αγαπητέ μου Ανέστη,
Αναγνωρίζω πάντοτε τα λάθη μου και τις παραλείψεις μου (προσπαθώ δηλαδή). Έχεις απόλυτο δίκιο να με ψέγεις και να παραπονιέσαι – με τόση λεπτότητα είναι αλήθεια. Πράγματι υπήρξα ασυνεπής απέναντί σου (και μόνο σε σένα;) – αλλά ειδικά σε σένα δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να φανώ τόσο ασυνεπής. Να δικαιολογηθώ; Δικαιολογίες άφθονες και «πειστικές». Πράγματι ο ρυθμός της ζωής μου είναι τώρα τέτοιος – βλέπεις σε ηλικία που άλλοι γίνονται συνταξιούχοι με τρανταχτές συνταξάρες, εγώ αποφάσισα να λύσω στοιχειωδώς το χρόνιο οικονομικό μου πρόβλημα, που πολλοί λίγοι υποπτευόταν την οξύτητά του – ο ρυθμός λοιπόν είναι τέτοιος που μου αποκλείει και την εκπλήρωση άμεσων και πιεστικών υποχρεώσεών μου. Έχω αποδυθεί σε μια οικονομική περιπέτεια που πρέπει να πετύχει (όχι δηλαδή να με κάνει πλούσιο, αλλά να με κάνει να ζω με κάποια αξιοπρέπεια) αλλά που μου απορροφά κάθε λεπτό και κάθε «ικμάδα» που λένε. Αν αποφάσισα, μετά από δέκα χρόνια, μετά από τόσους δισταγμούς και αμφιβολίες, που τις υποπτεύεσαι ασφαλώς, να βγω και να ξαναμιλήσω ένας λόγος είναι κι αυτός: να μην κόψω κάθε γέφυρα επικοινωνίας, να αισθανθώ πάλι λίγους φίλους κοντά μου. Είναι ίσως περιττό να σου πω πόσο λίγα βιβλία μ’ ενδιαφέρουν πια και με σπρώχνουν να τα διαβάσω. Για να περιοριστούμε στα «ποιητικά», από πολλά χρόνια με αύξοντα ρυθμό, ελαχιστότατα με κάνουν να τα ξεφυλλίσω για δεύτερη φορά. Συναντώ «πρωτοτυπίες», τόσο παρελθούσης χρήσεως, «οργισμένες» φωνές, τόσο βολεμένες, «λυρικές εξάρσεις» τόσο φιλολογικές, «προσωπικές (δήθεν!) εμπειρίες, τόσο μέσα από διαβάσματα και ακούσματα φιλτραρισμένες. Για να μην είμαι άδικος, ασφαλώς κάτι γίνεται, κάτι κινείται, αλλά ίσως εγώ δεν είμαι πια σε θέση να το αντιληφθώ, γι’ αυτό και προτιμώ σχεδόν πάντα να σωπαίνω, να μην εκδηλώνομαι, να μην κρίνω.
Τα δικά σου γραφτά ξέρεις πάντα ότι ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κατηγορία που πάντα αγαπώ, ίσως γιατί βρίσκονται πιο κοντά μου και δεν μπορώ να κρίνω με την πρέπουσα αμεροληψία και ψυχραιμία. Η συνέπεια που σε χαρακτηρίζει, ξέρεις ότι είναι το μεγαλύτερο προτέρημά σου, όχι μόνο από ποιητική, αλλά και από ηθική άποψη – πράγματα που όσο περνά ο καιρός δυσκολότερα ξεχωρίζω. Είσαι ο ίδιος σε κάθε ποίημά σου, σε κάθε στίχο σου, καλό ή λιγότερο καλό, πετυχημένο ή αδύνατο. Πίσω από κάθε ποίημά σου βρίσκεται ένας άνθρωπος που κατά βάθος δεν τον ενδιαφέρει να είναι «καλός ποιητής», αλλά να μπορεί να εκφραστεί, να εκφράζεται με χίλιους τρόπους, έχοντας βρει στην ποίηση τον ειλικρινέστερο εαυτό του. Η «Απογύμνωσή» σου είναι ένα βιβλίο, που όπως και τα προηγούμενά σου, μπορεί να το διαβάσει κανείς και να αποφανθεί με σιγουριά ότι είναι δικό σου, χωρίς να έχει ανάγκη να δει στο ξώφυλλο τ’ όνομά σου. Κάποτε η υπερβολική σου αμεσότητα και ο εξομολογητικός μαζοχισμός σου, με στεναχωρούν, αλλά ξέρω πως μέσα εκεί βρίσκεται ο καλύτερος εαυτός σου. Λ.χ. το ποίημα της σελίδας 23 («Όσο περνά ο καιρός»), τα περιέχει όλα (αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα ποίημα, το ξεχωρίζω αλλά με διαφορά τρίχας από πολλά άλλα). Πάρα πολύ μ’ αρέσει και το της σελ. 25 («Πανδοχείο»), μολονότι εδώ θα είχα να κάνω μια (διόλου υποχρεωτική) παρατήρηση. Νομίζω πως οι τρεις τελευταίοι στίχοι μπορούσαν και να λείπουν. Το νόημα και η συγκίνηση ολοκληρώνονται ήδη.
Έχω την υποψία ότι και σένα σε προβλημάτισαν λίγο αυτοί οι στίχοι.
Σου γράφω λίγο βιαστικά, για να εξιλεωθώ όσο νωρίτερα γίνεται. Για όσα συγκινητικά μου γράφεις, δε λέω τίποτα. Σ’ ευχαριστώ. Και πάλι συγχώρα με για την αμέλειά μου. Δεν ήταν πάντως «έλλειψη ενδιαφέροντος» ελπίζω πως το ξέρεις.
Τους χαιρετισμούς μου και την αγάπη μου στην Ντίνα.
Με πολλή αγάπη
Μανόλης
2
(Αθήνα), 3-10-1988
Ένα φύλλο, 28.2Χ21.3, δακτυλογραφημένο από τη μια όψη με μαύρη ταινία και σε ατονικό, κατά βάση, σύστημα. Επάνω αριστερά η έντυπη ξενόγλωσση ταυτότητα των εκδόσεων «Νεφέλη», υπογραφή με γκρι μελάνι, ενώ κάτω αριστερά ο Ευαγγέλου σημειώνει με το γνωστό τρόπο (σε αγκύλες με μαύρο μελάνι και υπογράμμιση του τίτλου): Για «Τα ποιήματα (1956-1986)», 1988 (ΑΑΕ.VIIΙ.7.2).
EDITIONS
=NEPHELE=
9. MAYROMIHALI – TEL. 3607744
10679 ATHENS
Με αρκετή ικανοποίηση (και περηφάνια) γιατί να το κρύψω; είδα πρώτη πρώτη, στο αυτί του βιβλίου σου, εκείνη την παληά μου «γνώμη» – ίσως ήταν και η πρώτη που γράφτηκε για τα ποιήματά σου. Με το πέρασμα τόσων χρόνων, αποδείχτηκε πως είδα σωστά. Τα Ποιήματα σου λοιπόν τώρα, και χωρίς να τα ξαναδιαβάσω όλα προσεχτικά, είναι σα να τα ξέρω απ’ έξω, ξέρω την ενότητα της διάθεσής τους, ξέρω πως ο ίδιος τόνος τα διαπερνά, από τα πιο «εξομολογητικά» (που οφείλω να πω μ’ αρέσουν περισσότερο) ως τα σχεδόν «επικαιρικά» και γραμμένα «απ’ αφορμή» (όπως του Κομνηνού).
Σου στέλνω το γράμμα αυτό, όχι σαν κριτική, αλλά σαν ένα χαιρετισμό που με πολλή συγκίνηση σου απευθύνω. Ξέρω πως θα γράψεις και άλλα ποιήματα, ανήκεις στους αθεράπευτους. Εγώ που ξεπέρασα την αρρώστια δεν ξέρω αν ανήκω στους υγιείς.
Σ’ ευχαριστώ και σε φιλώ
(και από τη Νόρα)
Μανόλης
Επιμέλεια: Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
