Γυναικες και συνδικαλισμος στρατηγικη για να καταπολεμησουμε τις διακρισεις
Ένα σημαντικό σεμινάριο που αφορά την εμπλοκή των γυναικών στο συνδικαλιστικό κίνημα οργανώθηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στο Λονδίνο (15-17/ 10), στον κεντρικό χώρο εκδηλώσεων, από τις οργανώσεις : Intersyndicale femmes , ( G10 Solidaires, FSU, CGT ) – Γαλλία, Sertuc – Αγγλία , Sin COMBAS – Ιταλία , Ela Euskal Sindikatua – Ισπανία και Γυναίκες για μια Άλλη Ευρώπη – Ελλάδα, με συντονίστρια τη Sophie Zafari.
Οι Γαλλίδες φεμινίστριες έχουν αναλάβει την πρωτοβουλία να προωθήσουν τη συμμετοχή των γυναικών στα συνδικάτα που εξακολουθεί να παραμένει αναντίστοιχη με τον αριθμό και τις ανάγκες των εργαζομένων γυναικών εξαιτίας τόσο των ανδροκρατικών δομών των συνδικάτων όσο και των διπλών υποχρεώσεων των γυναικών. Η πρότασή τους είναι να δημιουργηθεί ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο γυναικών που ενεργοποιούνται στο συνδικαλιστικό κίνημα για τη συγκρότηση του οποίου αναλαμβάνουν την οργανωτική πρωτοβουλία.
Οι διαπιστώσεις για τη θέση των γυναικών στην εργασία όπως φάνηκε από τις ομιλίες και τις παρεμβάσεις, είναι κοινές σε όλες τις χώρες : ανεργία, επισφαλής εργασία, φτώχεια. Τα συνδικάτα υστερούν σε δομές συμμετοχής των εργαζομένων με σύγχρονες εξατομικευμένες σχέσεις εργασίας, επομένως οι δυσκολίες συμμετοχής των γυναικών έναντι του παρελθόντος πολλαπλασιάζονται.
Όλες οι γυναίκες συμφώνησαν στη γαλλική πρόταση του πανευρωπαϊκού συντονισμού και ανέλαβαν να τη γνωστοποιήσουν στις χώρες τους.
Εκ μέρους των ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ παρουσίασε την εισήγηση που ακολουθεί η Ελένη Πορτάλιου. Τα στοιχεία του κειμένου βασίζονται στη σχετική έκδοση του ΚΕΘΙ με συγγραφέα την Κατερίνα Αρβανιτάκη.
Οι ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ διένειμαν στις γυναικείες συναντήσεις κείμενο για την «Καταναγκαστική Πορνεία»
Η εισήγηση της κ. Πορτάλιου
Οι Ελληνίδες γυναίκες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου μόλις το 1952. Μέχρι τότε η ιδιότητα του πολίτη όχι μόνο έφερε ανδροκρατικά χαρακτηριστικά, πράγμα που ισχύει μέχρι σήμερα, αλλά και ανήκε αποκλειστικά στους άνδρες. Το φύλο της δημοκρατίας ήταν ένα : το ανδρικό.
Αντίστοιχα τα συνδικάτα εμφανίζονταν απρόθυμα να δεχτούν τις γυναίκες ως μέλη τους, πολύ περισσότερο ως ισότιμα μέλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1924 ιδρύεται Σύλλογος των Εργαζομένων Γυναικών στην Εθνική Τράπεζα επειδή ο Σύλλογος Υπαλλήλων δεν δέχεται γυναίκες.
Οι γυναίκες, όμως, έχουν μπει την αγορά εργασίας ήδη από την δεκαετία του 1860, αποτελούν το 1/4 περίπου του εργατικού δυναμικού και αμείβονται με το 1/2 ή 1/3 του εργατικού μισθού. Το 1892 πραγματοποιείται η πρώτη αμιγώς γυναικεία απεργία σε εργοστάσιο υφαντουργίας στον Πειραιά. Έκτοτε, με τη συνεχή είσοδο νέων κατηγοριών γυναικών στην εργασία και ενώ ο δημόσιος χώρος είναι κραυγαλέα ανδροκρατικός, αναπτύσσονται σταθερά γυναικείες παρεμβάσεις και δημιουργούνται κινήσεις που είναι φορείς της προβληματικής του φύλου και διεκδίκησης δικαιωμάτων για τις γυναίκες.
Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, που αγωνίζεται για την κατάργηση όλων των διακρίσεων φύλου, η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας, στην οποία μετέχουν δραστήρια οι γυναίκες – δασκάλες, η Επιτροπή Δημοσίων Υπαλλήλων, αλλά και ομάδες μαχητικών φεμινιστριών, αποτελούν ορισμένες από τις καταγεγραμμένες ιστορικά γυναικείες παρεμβάσεις πριν από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, που θέτουν τις κοινωνικά κατασκευασμένες διακρίσεις λόγω φύλου και διεκδικούν στοιχειώδη δικαιώματα. Μεταξύ αυτών την κατοχύρωση της γυναικείας εργασίας στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που επιτυγχάνεται μόλις το 1936.
Η Εθνική Αντίσταση και οι οργανώσεις της αριστεράς αποτέλεσαν στην διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα πεδία στα οποία πρωταγωνίστησαν οι γυναίκες, χωρίς όμως αυτή η συμμετοχή ν’ αποτελέσει την κινητήρια δύναμη ριζικών αλλαγών της θέσης τους στην κοινωνία, το κράτος και τους πολιτικούς φορείς. Άλλωστε ακολούθησαν απηνείς διώξεις των αριστερών, ανδρών και γυναικών.
Οι πριν την επταετή δικτατορία (1967 – 1974) παρεμβάσεις, κυρίως της αριστεράς και των οργανωμένων γυναικών της, στερούνται φεμινιστικής προβληματικής ενώ η συμμετοχή των γυναικών στα σωματεία και τη συνδικαλιστική δράση είναι πολύ περιορισμένη. Κλάδοι με υπερπλειοψηφική συμμετοχή γυναικών (80-90%) διοικούνται από διοικητικά συμβούλια ανδρών.
Η σύντομη αναφορά στα προηγούμενα χαρακτηριστικά, που αφορούν ή συνδέονται με τον συνδικαλισμό των γυναικών δεν έχει σκοπό να θέσει μόνο τα γενικά και, άλλωστε, υπερεθνικά προβλήματα της κοινωνικής υποτέλειας, της περιθωριοποίησης και εκμετάλλευσης των γυναικών ή της αναπαραγωγής των φυλετικών στερεότυπων και των πατριαρχικών δομών, που αποκρυσταλλώνονται και στη συνδικαλιστική απουσία των γυναικών. Θέλει, επίσης, να υπογραμμίσει, ότι τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά ενεργού εμπλοκής των γυναικών στις πολιτικές και συνδικαλιστικές διαδικασίες και ιδιαίτερα στις επώνυμες θέσεις, που αποτελούν μια από τις εκφράσεις του κοινωνικού αποκλεισμού τους, είναι διαιωνιζόμενα μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά της ελληνικής, εξόχως ανδροκεντρικής, πολιτικής και συνδικαλιστικής κουλτούρας.
Η μόνη αδιατάρακτα ειρηνική περίοδος για το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι αυτή από την πτώση της δικτατορίας, το 1974, μέχρι σήμερα. Αντίθετα τις προηγούμενες δεκαετίες οι δικτατορίες, οι πόλεμοι, οι διωγμοί, οι φυλακίσεις συνδικαλιστών/στριών και οι δικαστικές παρεμβάσεις δημιουργούν συνθήκες αστάθειας και ασφυκτικής εξάρτησης του συνδικαλιστικού κινήματος από το κράτος και τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων αυτών της αριστεράς.
Σ’ αυτό το έδαφος ήταν δύσκολη, πολύ περισσότερο απ’ ότι σε άλλες αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες , η ανάδειξη της ύπαρξης δύο εμφύλιων εργαζομένων υποκειμένων καθώς και των κοινών ή ιδιαίτερων, έναντι των ανδρών, διεκδικήσεων των γυναικών στην εργασία αλλά και ευρύτερα, καθώς αυτή δεν είναι κοινωνικά στεγανοποιημένη.
Η μεταπολίτευση αποτέλεσε μια πολλαπλά γόνιμη περίοδο για τους γυναικείους αγώνες και το φεμινιστικό κίνημα. Πολλά θεσμικά αιτήματα των γυναικών στον κοινωνικό και εργασιακό χώρο ικανοποιήθηκαν μετά από καθυστέρηση ετών. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι μέσω της φεμινιστικής προσέγγισης του «γυναικείου ζητήματος» ασκήθηκε κριτική στις πατριαρχικές δομές και αναδείχθηκε δημόσια η θέση ότι η γυναικεία υποτέλεια δεν αποτελεί αναπότρεπτη μοίρα των γυναικών αλλά είναι προϊόν μιας θεσμοθετημένης κοινωνικής ιεράρχησης.
Σ’ αυτή τη βάση αμφισβητήθηκαν από τις γυναίκες πολλά στερεότυπα που αφορούν την συμμετοχή τους στα συνδικάτα. Από τη μια, η απουσία από τα δημόσια πράγματα δεν θεωρείται πια σύμφυτη με την γυναικεία φύση και, από την άλλη, η εργασία στο σπίτι και η ανατροφή των παιδιών παύουν να εκλαμβάνονται ως αποκλειστικά γυναικείοι ρόλοι και υποχρεώσεις. Εξ’ αυτών προκύπτει ότι η μειωμένη συμμετοχή των γυναικών και η πολλαπλάσια μειωμένη συμμετοχή τους στα όργανα διοίκησης δεν οφείλονται σε δική τους επιλογή ή έλλειψη ικανοτήτων αλλά σε τελείως διαφορετικούς λόγους όπως οι διπλές τους υποχρεώσεις, το ανδροκεντρικό συνδικαλιστικό περιβάλλον και η κοινωνικά κατασκευασμένη εικόνα που προσλαμβάνουν οι ίδιες για τον εαυτό τους.
Ενώ γνωρίζουμε ότι, ιδιαίτερα στην δεκαετία του ’80, υπήρξε μια βαθιά ρωγμή στο επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού σε σχέση με τη θέση των γυναικών στην εργασία και την κοινωνία καθώς και τη συμμετοχή τους στα κοινά, που άγγιξε χιλιάδες γυναίκες, δεν έχουμε τα ακριβή στοιχεία, παρά μόνο σε επίπεδο δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, για να μετρήσουμε τη συμμετοχή των γυναικών στην οργανωμένη συνδικαλιστική δράση. Η απουσία ερευνών από την ΓΣΕΕ γι’ αυτά τα θέματα είναι χαρακτηριστική της αδιαφορίας ή του τυπικού ενδιαφέροντος των συνδικάτων για την υποεκπροσώπηση των γυναικών στο συνδικαλιστικό χώρο. Δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία για το πρωτοβάθμιο επίπεδο.
Από τα στοιχεία που διαθέτουμε η συμμετοχή των γυναικών στα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα κυμαίνεται από 0 έως (περίπου) 20 %. Αυτή η υποαντιπροσώπευση, σαφώς αναντίστοιχη της ποσοστιαίας σύνθεσης των εργαζομένων, δεν οφείλεται σε επιλογή αποχής των γυναικών αλλά σε πολλαπλά εμπόδια που συναντούν λόγω φύλου στην οικογένεια, τα συνδικάτα και την κοινωνία. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος των γυναικών για τη συλλογική δράση, στο πλαίσιο πάντα των πολλαπλών υποχρεώσεών τους, είναι ότι σε κλάδους με βασικά γυναικείο δυναμικό έγιναν μεταπολιτευτικά και συνεχίζονται μέχρι σήμερα πολύ μεγάλες κινητοποιήσεις ( μαίες, νοσηλεύτριες, εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας, αεροσυνοδοί, καθαρίστριες κ.λ.π.). Γνωρίζουμε, επίσης, εμπειρικά, ότι στο πρωτοβάθμιο επίπεδο, σε περίοδο αγώνων, όταν δηλαδή η συμμετοχή έχει νόημα, οι γυναίκες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, όπως πρόσφατα στις κινητοποιήσεις 200.000 επισφαλώς εργαζομένων υπό απόλυση για την κατοχύρωση της εργασίας τους.
Η συνδικαλιστική ενεργοποίηση των γυναικών, μεταξύ αυτών και μαχητικών φεμινιστριών, στη μεταπολιτευτική περίοδο, κατά την οποία προωθείται ο εκσυγχρονισμός των θεσμών του ελληνικού κράτους, οπωσδήποτε έφερε θετικά αποτελέσματα. Δημιουργούνται Επιτροπές Γυναικών σε συνδικάτα, Γραμματεία Γυναικών στη ΓΣΕΕ , Δίκτυο Συνδικαλιστριών στα Εργατικά Κέντρα και τις Ομοσπονδίες και συγκαλούνται ανοιχτές συνελεύσεις γυναικών. Σε πολιτικό επίπεδο δημιουργούνται η Γραμματεία Ισότητας και το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας
( ΚΕΘΙ ).
Ταυτόχρονα, το 1984, ενσωματώνεται στην ελληνική η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ισότητα στον τομέα των εργασιακών σχέσεων. Η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 1993 έχει ιστορική σημασία γιατί κατοχυρώνει σε σειρά άρθρων την ισότητα στην εργασία των δύο φύλων, περνώντας από την προσέγγιση των «αιτημάτων για τις γυναίκες» σ’ αυτή της «ισότητας των ευκαιριών».
Στα συνδικάτα τίθενται, επίσης, από τις γυναίκες, θέματα μητρότητας, συνθηκών εργασίας, επαγγελματικής εξέλιξης, σεξουαλικής παρενόχλησης. Όλ’ αυτά δεν προωθούνται χωρίς συγκρούσεις με τις καταστημένες ανδροκρατικές συνδικαλιστικές δομές αλλά και μεταξύ των θεωρητικών και πολιτικών αντιλήψεων των οποίων οι γυναίκες είναι φορείς. Γιατί είναι προφανές ότι οι συμμαχίες μεταξύ των γυναικών για την προώθηση κοινών στόχων για τις γυναίκες δεν σημαίνει ότι επικρατεί ή πρέπει να επικρατήσει η ενιαία σκέψη στην προσέγγιση του φύλου πολύ περισσότερο σε θέματα ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων.
Σήμερα η εργασιακή κατάσταση των γυναικών μετασχηματίζεται. Η θεσμική κατοχύρωση της ισότητας στο σύνολο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπίπτει με την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού ενάντια στη σταθερή, κατοχυρωμένη, και ικανοποιητικά αμειβόμενη εργασία καθώς και με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα το 1/4 του πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας και η ανεργία κυμαίνεται σε ποσοστό 12,8 % . Η επισφαλής εργασία προωθείται με ταχείς ρυθμούς στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα ενώ η συρρίκνωση ή η μη επέκταση του ισχνού ελληνικού κράτους πρόνοιας πλήττει κατά κύριο λόγο τις γυναίκες. Γνωρίζουμε ότι οι χειρότερες θέσεις στην αγορά εργασίας καλύπτονται από γυναίκες και οι πιο χειρότερες από γυναίκες μετανάστριες. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η φτώχια και η ανεργία χτυπούν πρώτα την πόρτα των γυναικών.
Σήμερα το μεγάλο πρόβλημα του συνδικαλιστικού κινήματος είναι ότι δεν έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις συσπείρωσης των νέων εργασιακών υποκειμένων, γυναικών και ανδρών, που χαρακτηρίζονται από εξατομίκευση της εργασίας τους και υφίστανται ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση. Οι γυναίκες και άνδρες της επισφαλούς απασχόλησης και της ανεργίας δεν έχουν χώρο στα συνδικάτα για να οργανωθούν και ν’ αμυνθούν.
Τούτων δεδομένων η ένταξη των γυναικών στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα γίνεται πολύ δυσκολότερη από πριν. Πολύ περισσότερο που στο δημόσιο χώρο επικρατεί ένα είδος πολιτιστικής οπισθοδρόμησης με φορέα τα ΜΜΕ και που συνίσταται στην λήθη της προβληματικής των κοινωνικών φύλων και όσων ανατροπών στη σκέψη και την πράξη αυτή συνεπάγεται. Βλέπουμε να επανέρχονται συντηρητικά πρότυπα στα θέματα της θρησκείας, της οικογένειας, της θέσης της γυναίκας, των γυναικείων και ανδρικών ρόλων, της ισότητας των δικαιωμάτων καθώς και της γυναικείας χειραφέτησης.
Το «κίνημα των κινημάτων», τα κινήματα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης παρεμβαίνουν για ν’ ανοίξουν παλιές πόρτες που έχουν κλείσει και νέες που αφορούν την σημερινή πραγματικότητα στην εργασία και το συνδικαλιστικό κίνημα.
Αλλά αυτό δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη να ξαναναθέσουμε το «γυναικείο ζήτημα» σε κάθε χώρα έχοντας συνείδηση των ιδιαίτερων, θετικών και αρνητικών, παραδόσεών της.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
