Γρηγοριος–Ευαγγελος Καλαβρος, καθηγητης Διεθνους Δικαιου στη Νομικη του ΔΠΘ: Η επισκεψη Μερκελ επικοινωνιακα ακρως επιτυχης

Άκρως ενδιαφέρουσα η συνέντευξη που παραχώρησε στον «Παρατηρητή της Θράκης» ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ κ. Γρηγόριος -Ευάγγελος Καλαβρός με αφορμή την επίσκεψη Μέρκελ. Μια συζήτηση που ξεκινά με τους προβληματισμούς για το μέλλον της Ευρώπης και περνά στο δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα εξαιτίας της οικονομικής της θέσης για να συνεχισθεί στην επίσκεψη της καγκελαρίου και στο πώς αυτή συνδέεται και εντάσσεται με την γενικότερη αλλαγή πολιτικής τόσο της Γερμανίας όσο και της ΕΕ…

Η παγκόσμια κρίση απέδειξε την ανεπάρκεια του ευρωσυστήματος

ΠτΘ: κ. Καλαβρέ ξεκινώντας θα ήθελα να μου περιγράψετε το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτούργησε το ευρωσύστημα και πώς φθάσαμε ως χώρα
Γ.Ε.-Κ:
Κεντρικός πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ευρωσύστημα, η Ευρωζώνη, δηλαδή οι δεκαεπτά που συγκροτούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίοι έχουν το κοινό νόμισμα. Το αρχιτεκτόνημα αυτό σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Βασίστηκε δε στην αντίληψη ότι εγκαθιδρύεται μια Οικονομική και Νομισματική Ένωση μέσα σε όλους τους θεσμούς που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία η μεν ΕΕ θα ασκεί μια αδύναμη ενωσιακή αρμοδιότητα συντονιστικού χαρακτήρα, ενώ την αρμοδιότητα για την οικονομική πολιτική θα την έχουν τα κράτη – μέλη. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι τα κράτη – μέλη θα έχουν τη δυνατότητα και την ευθύνη σύνταξης του προϋπολογισμού τους, ενώ σε ό,τι αφορά στη Νομισματική Ένωση, με την εγκαθίδρυση θεωρητικά από το 2000 και πρακτικά και από το 2002 με την κυκλοφορία του κοινού νομίσματος, καθιερώθηκε και η ευρωζώνη, το ευρωσύστημα, όπως λέγεται, το οποίο βασίζεται σε ένα κοινό νόμισμα, του οποίου όμως την ευθύνη την έχει αποκλειστικά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό σημαίνει ότι οι παλιές παραδοσιακές πρακτικές της νομισματικής πολιτικής, δηλαδή το τύπωμα χαρτονομίσματος για την αντιμετώπιση στενότητας που είχαν τα κράτη, παύει να υφίσταται, και υπάρχει και ασκείται μια νομισματική πολιτική που συνίσταται στο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ως αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει, εάν, πότε και σε ποιο βαθμό θα κυκλοφορεί το ενιαίο νόμισμα, το οποίο εκδίδουν τα κράτη – μέλη αλλά υπόκειται στον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το αρχιτεκτόνημα αυτό είναι φανερό ότι χρειαζόταν κάποιες δημοσιονομικές εγγυήσεις για να λειτουργήσει αλλιώς θα τιναζόταν στον αέρα. Οι εγγυήσεις αυτές ζητήθηκαν από την Γερμανία τότε, η οποία διέθετε ένα σκληρό νόμισμα, το μάρκο, και δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει ένα τέτοιο σκληρό νόμισμα για να μπει σε ένα νόμισμα, το οποίο δεν θα ήταν εξίσου σκληρό. Έτσι λοιπόν σχεδιάστηκε κατ’ αρχήν ένα σκληρό ευρώ, οι εγγυήσεις του οποίου απλώς περιελήφθησαν στο άρθρο 126 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία προβλέπει ελάχιστες προϋποθέσεις ένταξης μιας χώρας που δεν είναι μέλος του ευρωσυστήματος και παραμονής της. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπει το δημοσιονομικό της έλλειμμα, δηλαδή η διαφορά μεταξύ εκείνων που παράγει και εκείνων που ξοδεύει, δεν θα υπερβαίνει το 3% και η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι το δημόσιο χρέος της, εσωτερικό και διεθνές, δεν θα υπερβαίνει δεν θα υπερβαίνει την αξία του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος. Κυρώσεις παράβασης αυτών των ορίων για τα μεν κράτη, που δεν είναι ενταταγμένα, είναι ότι δεν εντάσσονται, και για αυτά που έχουν ενταχθεί, σε περίπτωση παράβασης, προκειμένου να παραμείνουν οι κυρώσεις αφορούν ένα σύστημα εξαιρετικά ασθενούς και αδύναμης εποπτείας, το οποίο ανατίθεται στο Συμβούλιο και το οποίο πρακτικά η αρμοδιότητά του και η υποχρέωσή του συνίσταται στο να διατυπώνει συστάσεις στις χώρες που υπερβαίνουν αυτά τα όρια για να επανέλθουν στα προβλεπόμενα συμβατικά αυτά όρια. Σε περίπτωση που τα κράτη δεν συμμορφώνονται προβλέπεται να ασκηθεί μια πιο σκληρή πίεση αυτών των συστάσεων. Η πρακτική συνέπεια της δημοσιοποίησης των συστάσεων δεν έχει την έννοια ότι τα κράτη – μέλη εγγράφονται σε μια black list κακών παιδιών, αλλά έχει την έννοια ότι επιβαρύνεται η χρηματοληπτική και χρηματοπιστωτική ικανότητα των κρατών που είναι μέλη της Ευρωζώνης, πρακτικά δηλαδή σημαίνει ότι έρχονται οι τρεις γνωστοί και καθιερωμένοι οίκοι αξιολόγησης, οι οποίοι με εκθέσεις πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών, όταν αντιληφθούν ότι δημοσιοποιήθηκε μια σύσταση προς ένα κράτος και το κράτος δεν την εφαρμόζει, να προβαίνουν σε εκτιμήσεις που επιβαρύνουν το επιτόκιο δανεισμού. Σε αυτή την κατάσταση βρέθηκε η Ελλάδα από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 2010. Ένα τρίτο στάδιο για τα κράτη που δεν συμμορφώνονται είναι η παράγραφος 9 του άρθρου 126, ότι δηλαδή το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις, δηλαδή υποχρεώνει τα κράτη για να παραμείνουν, να καταθέσουν ένα μεγάλο ποσό στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτό δεν έγινε ποτέ μέχρι τώρα. Η Γερμανία η οποία διέβλεψε ότι αυτός ο μηχανισμός των κυρώσεων εξηρτάτο από τις πολιτικές αποφάσεις των οργάνων, επεδίωξε να αυτοματοποιήσει τις κυρώσεις. Πέτυχε να περάσει ένα ψήφισμα από το Κοινοβούλιο, το οποίο όμως είναι μη δεσμευτικό, ότι οι κυρώσεις αυτές είναι υποχρεωτικές, δηλαδή το Συμβούλιο δεν μπορεί να μην αποφασίσει να στείλει συστάσεις ή να μη αποφασίσει να δημοσιοποιήσει τις συστάσεις ή να μην επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις στα κράτη που δεν συμμορφώνονται. Το σύστημα αυτό μέχρι και το 2010 λειτούργησε με διακριτικότητα, με την έννοια ότι και τα όργανα αντιμετώπιζαν με μια ελαστικότητα τις εκθέσεις που υπέβαλαν τα κράτη της Ευρωζώνη ως προς τα δημοσιονομικά μεγέθη αλλά και τα ίδια τα κράτη είχαν την αίσθηση ότι μπορούν με πολιτικές αποφάσεις να υπερβαίνουν τις συμβατικές ρυθμίσεις. Φθάσαμε όμως στο 2010 το οποίο ακολούθησε την παγκόσμια κρίση που προεκλήθη το 2008 από τη Lehman Brothers και εκεί απεδείχθη η ανεπάρκεια του συστήματος.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα υπαρκτό αλλά υπαρξιακό δίλημμα

ΠτΘ: Σήμερα κατά την άποψή σας πού οδηγείται η Ευρώπη;
Γ.Ε.-Κ:
Υπάρχει ένα γενικότερο πρόβλημα για το πού πάει πραγματικά η Ευρώπη. Η Ευρώπη αυτή τη στιγμή προφανώς πρέπει να αποφασίσει πού πρέπει να πάει. Το ζήτημα δεν είναι απλώς να εφαρμόσουμε τις συμβάσεις και το τι προβλέπουν οι κανόνες, αλλά να αποφασίσουμε αν θέλουμε μια πιο ισχυρή Ευρώπη με ένα πιο ισχυρό νόμισμα, το οποίο όμως θα βασίζεται σε μια πραγματική οικονομική ένωση, διότι μέχρι τώρα η αρμοδιότητα των Βρυξελών ήταν να συντονίζουν τους προϋπολογισμούς, επειδή οι προϋπολογισμοί για τα κράτη της ευρωζώνης πρέπει να κινούνται προς την κατεύθυνση να υλοποιηθούν οι στόχοι της Ένωσης, ή εάν θα αποκτήσουν μεγαλύτερη αρμοδιότητα οι Βρυξέλλες, με την έννοια δηλαδή να έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να επεμβαίνουν στους προϋπολογισμούς. Αυτό είναι ένα υπαρκτό ερώτημα είναι όμως υπαρξιακό. Δηλαδή θα ξεσηκωθούν πάλι οι ευρωσκεπτικιστές και θα μιλήσουν για παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, θα οραματιστούν μοναχικούς δρόμους προς την Ιθάκη ή προς το φεγγάρι ή προς κάπου άλλου, θα προτείνουν διάφορα άλλα πράγματα τα οποία είναι εντελώς ανέφικτα στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, ενώ η πραγματικότητα είναι το εξής υπαρκτόν δίλημμα: Θα αποφασίσουμε να εκχωρήσουμε εθνική κυριαρχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση της οποίας είμαστε μέλη, όλα τα 17, ώστε να επιτύχουμε ένα πραγματικά σκληρό και ισχυρό νόμισμα το οποίο θα ωφελήσει όλους τους 17 ή θα φύγουμε από την Ευρωζώνη, το Ευρωσύστημα, και πιθανώς από την ΕΕ ή σε κάθε περίπτωση μόνο από το Ευρωσύστημα, και θα εκχωρούμε κάθε μήνα εθνική κυριαρχία στις αγορές. Αυτό είναι το δίλημμα. Δηλαδή για τα κράτη τα οποία είναι στην ευρωζώνη και τα οποία έχουν πρόβλημα, διότι δεν μπορούν να επιτύχουν τους στόχους τους, το ερώτημα είναι αν θέλουν να μείνουν και να κάνουν μια προσπάθεια με την αλληλεγγύη όλων, διότι η αλληλεγγύη είναι ηθική υποχρέωση, – μάλιστα στη σχολή μας που έχουμε ανακηρύξει επίτιμο διδάκτορα ένα Γερμανό καθηγητή του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον κ. Γκερτ Νικολάιζεν, όταν θα γίνει η απονομή των διασήμων και του τίτλου, ο Γερμανός αυτός καθηγητής, που είναι και ο δάσκαλος όλων μας, θα μιλήσει για τη νομική υποχρέωση αλληλεγγύης που έχουν τα κράτη – μέλη του Ευρωσύστηματος προς εκείνους που έχουν δημοσιονομικά προβλήματα-, θα αποφασίσουμε δηλαδή να μείνουμε στην Ευρωζώνη, που κατά την γνώμη μου είναι το πιο σωστό, και να δώσουμε τη μάχη μέσα από αυτή, πόσο μάλλον τώρα που έχει ανακύψει ένας γενικότερος προβληματισμός υπαρξιακός της Ευρωζώνης και της ΕΕ, ή θα φύγουμε από την Ευρωζώνη και θα αρχίσουμε να εκχωρούμε κάθε μέρα εθνική κυριαρχία στις αγορές, δηλαδή στους ιδιώτες;

Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει το πραγματικό δίλημμα

ΠτΘ: κ. Καλαβρέ ο λαός όμως δεν κατανοεί έτσι τα γεγονότα…
Γ.Ε.-Κ:
Δεν τα κατανοεί γιατί κανείς δεν βγαίνει να τα πει έτσι όπως σας τα λέω. Εκεί είναι όλη η ουσία όλου του θέματος. Εάν η Ελλάδα φύγει από το Ευρωσύστημα θα πέσει στα νύχια των τοκογλύφων και ουαί και αλλοίμονο. Διότι μια χώρα ευρωπαϊκή δεν μπορεί να κλειστεί στον εαυτό της, διότι θέλει να εισαγάγει καύσιμα, η Ελλάδα δεν έχει πετρέλαιο, η Ελλάδα δεν παράγει πρώτες ύλες για τα φάρμακα, δεν παράγει πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες της, δεν έχει τίποτα από όλα αυτά, για να τα εισαγάγει όλα αυτά θα χρειαστεί συνάλλαγμα, διότι η δραχμή δεν πρόκειται να γίνεται δεκτή, και για να χρειασθεί συνάλλαγμα θα πέσει στα νύχια των αγορών και τότε δεν τη σώζει τίποτα. Το δίλημα είναι, αν θα εκχωρήσουμε ελεγχόμενα εθνική κυριαρχία,- τρόπος του λέγειν, διότι όλοι λίγο πολύ έχουν κατανοήσει πώς λειτουργεί η παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας μέσω του ευρωσυστήματος και της ΕΕ, λειτουργεί ελεγχόμενα,- ή θα παραχωρήσουμε βάρβαρα εθνική κυριαρχία στις αγορές, διότι αν δεν παραχωρήσουμε την άλλη μέρα η Ελλάδα θα μεταβληθεί σε ζούγκλα. Ήδη έχουμε πάρει πρόγευση τέτοιων καταστάσεων. Όταν δηλαδή τα νοσοκομεία κλείσουν, τα σχολεία κλείσουν, οι μισθοί δεν θα πληρώνονται, και όλα αυτά θα συμβούν, διότι δεν θα υπάρχει δυνατότητα συναλλάγματος, το οποίο για να αντληθεί θα πρέπει η χώρα να απευθυνθεί στις αγορές εκτός ευρωζώνης, όπου θα δανείζεται με 15% και με 20%, αν είναι δυνατόν, συν το γεγονός ότι κανείς δεν πρόκειται να τη δανείσει, διότι έχει ένα τεράστιο δημόσιο χρέος. Πρέπει δηλαδή να καταλάβει ο κόσμος ποιο είναι το πραγματικό δίλημμα. Το πραγματικό δίλημμα είναι ότι βεβαίως υπάρχει μια δύσκολη κατάσταση, η κατάσταση αυτή έχει δυνατότητα εξόδου ενώ η άλλη επιλογή δεν έχει καμία δυνατότητα εξόδου. Είναι βέβαιο αυτό και σας το λέω υπευθύνως. Ως Έλληνες να αντιληφθούμε ότι το συμφέρον μας είναι εκεί μέσα και ότι σε περίπτωση που φύγουμε θα διαπράξουμε σε μεγαλύτερο βαθμό αυτό το οποίο τώρα οι ευρωσκεπτικιστές μας κατηγορούν, ότι εκχωρούμε εθνική κυριαρχία. Αν φύγουμε θα εκχωρούμε κάθε μέρα στους τοκογλύφους γιατί η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να ζήσει χωρίς συνάλλαγμα.

Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας δεν είναι αυτοσκοπός

ΠτΘ: Με το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας όμως βλέπουμε να παίζουν τα πολιτικά κόμματα…
Γ.Ε.-Κ:
Το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας σας έχω ξαναπεί ότι δεν είναι αυτοσκοπός. Η εθνική κυριαρχία είναι ένα εργαλείο στις διεθνείς σχέσεις για να επιτυγχάνουν τα κράτη τους σκοπούς τους. Δηλαδή εθνική κυριαρχία έχει εξασφαλίσει και η Βόρειος Κορέα, η οποία όμως δεν έχει διεθνή σύμβαση με κανένα και ζει όπως ζει. Είχε εξασφαλίσει το 100% της εθνικής κυριαρχίας και η Αλβανία. Αλλά μη ξεχνάμε ότι η Βόρειος Κορέα έχει μια Κίνα δίπλα της, η δε Αλβανία είχε μια Σοβιετική Ένωση. Εδώ βλέπουμε και τα ελάχιστα κράτη τα οποία παίζουν με την ιδέα μιας κεντρικά διευθυνόμενης και ελεγχόμενης οικονομίας στην ουσία έχουν βάλει νερό στο κρασί τους και υιοθετούν μικτά μοντέλα οικονομίας. Αυτά όλα που λένε όλοι οι άλλοι είναι ανιστόρητα.

ΠτΘ: κ. Καλαβρέ κατά την άποψή σας η Ευρώπη πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό το δίλημμα;
Γ.Ε.-Κ:
Η Ευρώπη σήμερα, όπως είπα, βρίσκεται σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Ακόμη και εγώ που ανήκω σε εκείνους τους επιστήμονες που αγγίζουν το φαινόμενο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με θετικιστικό τρόπο, δηλαδή έχουν ως αφετηρία τους κανόνες του δικαίου, έτσι λειτουργούμε εμείς οι νομικοί, παραδέχομαι ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ευρύ στάδιο προβληματισμού εις το οποίο πρέπει να εισφέρουν την άποψή τους και οι σύγχρονοι φιλόσοφοι. Να αναζητήσουμε τις αιτίες της σημερινής κατάστασης και όλοι μαζί να προβληματιστούμε και να καταλήξουμε σε ένα καινούργιο μοντέλο ευρωπαϊκής ένωσης, το οποίο θα καθιστά εφικτούς τους στόχους αυτού του μορφώματος του μεταπολεμικού, που έχει εξασφαλίσει ειρήνη και ανάπτυξη σε ολόκληρη την Ευρώπη, και όχι μόνο, που έχει δημιουργήσει ένα ανταγωνιστικό πόλο για το δολάριο και τις ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία.

Η Γερμανία είναι το περισσότερο αποτελεσματικότερα και καλύτερα οργανωμένο έναντι του ναζισμού κράτος

ΠτΘ: Από την άλλη κ. Καλαβρέ η όλη κατάσταση έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ενός αντιγερμανικού κλίματος στο λαό.
Γ.Ε.-Κ:
Υπάρχει μια επίκαιρη προσπάθεια μιας συνεχούς καλλιεργείας ενός αντιγερμανικού πνεύματος και εμφανίζονται από αφελείς και ανιστόρητος διάφορες δράσεις. Γελοιογραφίες, καρικατούρες αφίσες που εμφανίζουν την καγκελάριο Μέρκελ της Γερμανίας ως ενδεδυμένη με γερμανική στολή με τη σβάστικα και όλα αυτά. Θέλω να πω ότι η σύγχρονη Γερμανία είναι το κράτος το οποίο είναι το περισσότερο αποτελεσματικότερα και καλύτερα οργανωμένο έναντι του ναζισμού. Δεν υπάρχει σήμερα αποτελεσματικότερο και καλύτερο δίκτυ προστασίας από αυτό της σύγχρονης Γερμανίας από τα φαινόμενα του ναζισμού και φασισμού. Αυτό για να ξέρουμε με ποιους συνομιλούμε. Σε ό,τι αφορά στην ίδια την καγκελάριο θέλω να σας διαβεβαιώσω και είναι και γνωστό ότι προέρχεται από την πρώην Ανατολική Γερμανία, είναι ένας εξαιρετικά μετριοπαθής πολιτικός, έχει συνηθίσει να ζει με τίποτα και με ελάχιστα, χαρακτηριστικά θα σας πω ότι πάει διακοπές με το τρένο, συνεπώς όλοι αυτοί οι ανιστόρητοι και αφελείς που δημοσιεύουν φωτογραφίες με σβάστικες είναι απλώς ανόητοι και ρίχνουν λάδι στη φωτιά σε μια χώρα η οποία δεν είναι επαρκώς θωρακισμένη έναντι εκδηλώσεων βίας, δηλαδή ακραίας μορφής πολιτικής συμπεριφοράς. Εγώ φυσικά δεν ανήκω σε εκείνους που χαρακτηρίζονται ούτε ως γερμανολάτρες, ούτε ως γερμολάγνοι, μολονότι έχω κάνει μεταπτυχιακά σε γερμανικό πανεπιστήμιο, είμαι κριτικός απέναντι των Γερμανών, πάρα πολύ συχνά εκφράζομαι κριτικά απέναντι σε πολιτικές αποφάσεις που παίρνουν και δεν είναι σωστές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να δεχθώ ανιστόρητες αξιολογήσεις για τη σύγχρονη Γερμανία, η οποία είναι ένα απολύτως δημοκρατικό κράτος που δεν έχει να κάνει σε τίποτε με την παρένθεση του ναζισμού.

Η επίσκεψη Μέρκελ επικοινωνιακά ήταν επιτυχής

ΠτΘ: Ποια κατά την άποψή σας ήταν τα αποτελέσματα της επίσκεψης της Καγκελαρίου κ. Μέρκελ στην Αθήνα;
Γ.Ε.-Κ:
Φυσικά δεν ήμουν μέσα, ούτε θα μπορούσα να ήμουν μέσα, η πληροφόρησή μου προέρχεται από τις δημοσιογραφικές εκτιμήσεις και καταλήγει η εκτίμησή μου ότι ασφαλώς η επίσκεψη ήταν επικοινωνιακά επιτυχής. Σε ποιο βαθμό ήταν ουσιαστικά επιτυχής το γνωρίζει ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών και οι άλλοι που ήταν μέσα. Έχω όμως την βεβαιότητα, -επειδή η επικοινωνία και η διαμόρφωση της κοινής γνώμης, και όταν μιλάμε για κοινή γνώμη δεν μιλάμε για της Ελλάδος, αλλά για της Ευρώπης, των 17 και των 27, δηλαδή έχει τεράστια σημασία στις πολιτικές αποφάσεις, – ότι όχι απλά ήταν επιτυχής αλλά ήταν άκρως επιτυχής στο βαθμό που είναι ακριβές, και είναι ακριβές, ότι η επικοινωνία έχει τεράστια σημασία στις πολιτικές αποφάσεις, γιατί διαμορφώνει την κοινή γνώμη, ο τύπος διαμορφώνει την κοινή γνώμη, αυτό επηρεάζει άμεσα τους πολιτικούς. Είναι βέβαιον ότι η επίσκεψη της Καγκελαρίου δεν έγινε από το πουθενά χθες στην Αθήνα. Η επίσκεψη αυτή είναι ενταγμένη σε μια διακριτική μεν, πλην ορατή, και σε κάθε περίπτωση ουσιαστική, μεταβολή της εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας από το τέλος Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου. Ο προβληματισμός που ανακύπτει από τον αντιμετώπιση των δημοσιονομικών κρίσεων που δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, είναι φαινόμενο όλου του νότου και της Ιρλανδίας, εκ μέρους της ΕΕ σε συνεργασία με το ΔΝΤ, έχει αρχίσει να κάνει ρήγματα με την έννοια δηλαδή ότι το ΔΝΤ μας προετοιμάζει σε πιστή εφαρμογή του καταστατικού, που λέει πρώτον ότι η συνδρομή του στα μέλη του θα εξαντλείται και δεν θα υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το δεκαπλάσιο της συμμετοχής κάθε κράτους, στην περίπτωση της Ελλάδος έχουμε υπερβεί κατά πολύ το δεκαπλάσιο, και θα σας πω πως το πέτυχε η ΕΕ, και δεύτερον σε πιστή εφαρμογή του κανόνα του καταστατικού ότι το ΔΝΤ δεν χρηματοδοτεί οικονομίες των οποίων το χρέος είναι μη βιώσιμο. Έγινε μια τροποποίηση του καταστατικού στην τελευταία περίπτωση της χώρας μας με την προσθήκη μιας ερμηνευτικής παραγράφου, ότι κατ’ εξαίρεσιν μπορεί να χρηματοδοτεί οικονομίες των οποίων το χρέος είναι μη βιώσιμο, εάν οι οικονομίες αυτές βρίσκονται σε τροχιά που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο το παγκόσμιο ή το περιφερειακό οικονομικό σύστημα στο οποίο είναι ενταγμένες. Με αυτή τη διάταξη το ΔΝΤ μετέχει στην χρηματοδότηση της Ελλάδας. Όμως φαίνεται ότι από το τέλος Αυγούστου έχει αρχίσει μια προετοιμασία του ΔΝΤ προς την Ευρώπη, ότι ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τη χρηματοδότηση των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρώπης και αυτό θα σκάσει μύτη μετά τις αμερικανικές εκλογές, διότι ο κυριότερος μέτοχος του Ταμείου σε βαθμό 40% είναι οι ΗΠΑ. Άρα φαίνεται ότι η Ευρώπη το έχει συνειδητοποιήσει αυτό και σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες είναι σε εξέλιξη και κυρίως αφορούν την διελκυστίνδα των Δυτικών με το Ιράν και το πρόβλημα της Συρίας, οι οποίες εξελίξεις προκαλούν μια βεβαιότητα ότι πάρα πολύ γρήγορα ο χάρτης θα αλλάξει και άρα σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να διακινδυνέψουν την Ελλάδα να καταρρεύσει οικονομικά και άρα να είναι έρμαιο χειραγώγησης από την Ρωσία και ενδεχομένως την Κίνα, αποτελούν τους δύο λόγους που επέβαλλαν την αλλαγή της γερμανικής και της ευρύτερης ευρωπαϊκής πολιτικής, η οποία είναι δυτικόστροφη ούτως ή αλλιώς. Στο πλαίσιο αυτής ενετάχθη και η επίσκεψη της κ. Μέρκελ. Πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η αλλαγή στην γερμανική εξωτερική πολιτική είναι σαφής, η εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων δεν αλλάζει δραστικά και δραματικά από τη μια στιγμή στην άλλη, όμως οι αλλαγές είναι ορατές.

 

Η εξωτερική πολιτική της χώρας μας να προβληματίζεται για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και να διαμορφώνει ανάλογα την πολιτική της

 

ΠτΘ: Η Ελλάδα πρέπει να προβληματίζεται από τα συμβαίνοντα στην Μέση Ανατολή και στη Συρία;
Γ.Ε.-Κ:
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η εμπλοκή της Τουρκίας στην Συρία που έχει τις εξηγήσεις της και από πλευράς Τουρκίας και από πλευράς ΗΠΑ και από πλευράς χρονικής στιγμής προϊδεάζει ότι πολύ γρήγορα το καθεστώς θα καταρρεύσει, θα οδηγηθούμε σε μια μεγάλη ρευστότητα στην περιοχή, η οποία ρευστότητα δημιουργεί νέες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές ισορροπίες, από τις οποίες πρέπει εγκαίρως να προβλέψει και να αντλήσει ωφελήματα η ελληνική εξωτερική πολιτική, η οποία έχει αυτή τη στιγμή προβλήματα μεν οικονομικά, αλλά έχει και πάρα πολλά συμφέροντα από τη διατήρηση ενός status quo στη διατήρηση της περιφερειακής ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή, διότι από αυτά εξαρτάται η μακροπρόθεσμη επιβίωσή της, κυρίως μέσω της αξιοποίησης των υδρογονανθράκων και του φυσικού αερίου. Πρέπει δηλαδή η Ελλάδα να προβληματίζεται για το πού πάει το πράγμα στη Μέση Ανατολή.

ΠτΘ: Πώς θα πρέπει να κινηθεί η ελληνική εξωτερική πολιτική;
Γ.Ε.-Κ:
Η ελληνική εξωτερική πολιτική όπως είπα πρέπει να αντιληφθεί ότι οι γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες μεταβάλλονται ραγδαία. Η για έκτη μέρα συμμετοχή της Τουρκίας σε συνοριακά επεισόδια τα οποία σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν συνήθη και δεν θα απέδιδε κανείς ιδιαίτερη σημασία, διότι τέτοια επεισόδια γίνονται σε πάρα πολλά διεθνή σύνορα ομόρων κρατών έχουν μια ιδιαιτερότητα, ότι δηλαδή μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη, όπως είναι η Τουρκία, με ένα πανίσχυρο στρατό, η οποία ασκεί μια αυξημένη περιφερειακή εξωτερική πολιτική, και όχι μόνο, έχει εμπλακεί με το καθεστώς το οποίον αυτή τη στιγμή κατατρύχεται και παλεύει με την αντιπολίτευση στο πλαίσιο ενός εσωτερικού εμφυλίου πολέμου, του καθεστώτος Ασαντ με την Συριακή αντιπολίτευση δηλαδή. Το γεγονός ότι όλμοι προκαλούν συνέχεια την Τουρκία και κανείς βέβαια δεν ξέρει ποιος ρίχνει αυτούς τους όλμους, το ότι προέρχονται από τη Συρία είναι βέβαιον και ότι το καθεστώς Ασάντ αναλαμβάνει την ευθύνη δεν σημαίνει ότι τις ρίχνει και αυτό, δεν αποκλείεται δηλαδή οι όλμοι να προέρχονται από την αντιπολίτευση, η οποία αντιλαμβάνεται ότι μια εμπλοκή της Τουρκίας στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, δήθεν για την δημιουργία αποστρατικοποιημένης ζώνης στα σύνορα Τουρκίας – Συρίας θα λύσει το πρόβλημα, το οποίο τείνει να χρονίσει, φυσικά από την πλευρά της η Τουρκία έχει κάθε λόγο να το κάνει διότι θέλει να προλάβει την δημιουργία Κουρδικού κράτους, την ενίσχυση των Κούρδων. Αν κανείς λάβει υπόψη ότι το Κουρδικό είναι το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα το οποίον βάζει σε δοκιμασία την ενότητα της Τουρκίας ότι οι Κούρδοι έχουν δημιουργήσει μια αυτόνομη περιοχή στην περιοχή της Μοσούλης και εκμεταλλεύονται τα πετρέλαια, στην ουσία χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα, έχουν δημιουργήσει ένα κράτος εν κράτει στο Ιράκ, από την άλλη πλευρά υπάρχει μια ισχυρή κουρδική μειονότητα μέσα στο Ιράν και τέλος ότι μέσα στη Συρία υπάρχει μια κουρδική μειονότητα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το τελευταίο που θα απευχόταν η Τουρκία θα ήταν μια κατάρρευση του Συριακού καθεστώτος του Ασαντ και η δημιουργία μιας αστάθειας στην περιοχή από την οποία θα επωφελούνταν οι Κούρδοι. Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι επίσης οι ΗΠΑ φυσικά ενδιαφέρονται για την αλλαγή του καθεστώτος στη Συρία, αλλά δεν θέλουν να βγουν μπροστά, διότι έχουν την εμπειρία του Αφγανιστάν και του Ιράκ και συν το γεγονός ότι έχουν το ανοικτό μέτωπο με το Ιράκ, καταλαβαίνει κανείς σε τι παιχνίδι έχει μπει αυτή τη στιγμή η Τουρκία, η οποία εκτιμώ ότι από την εμπλοκή της με τη Συρία μόνο κερδισμένη θα βγει. Αυτό σημαίνει ότι αν καταρρεύσει το καθεστώς και έλθει στην εξουσία ένα ασταθές διάδοχον καθεστώς, τύπου μουσουλμανικής αδελφότητας, όπως στην Αίγυπτο το πάνω χέρι θα το έχει η Τουρκία. Βεβαίως αυτό οριστικοποιεί τη ρήξη με το Ιράν, η οποία όμως περίπου έχει πραγματοποιηθεί. Αυτή τη στιγμή η Τουρκία έχει ξεγράψει το Ιράν από τις καλές διεθνές σχέσεις καλής γειτονίας και αυτή τη στιγμή έχει επικεντρώσει την προσοχή της στη Συρία, επειδή δε η τύχη του καθεστώτος Ασαντ είναι ζήτημα χρόνου κατά την γνώμη μου η Τουρκία θα βγει ενισχυμένη. Εάν όμως βγει η Τουρκία με την κατάλυση του καθεστώτος Ασαντ βγει ενισχυμένη θα αναβαθμίσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ, το οποίο βλέπει την εμπλοκή της Τουρκίας θετικά. Αυτό θα συμβεί διότι αποδυναμώνεται το Ιράν και άρα σε μια τέτοια περίπτωση, και όλα φαίνεται ότι οδηγούν προς τα εκεί, θα αναβαπτιστούν οι σχέσεις Τουρκίας- Ισραήλ. Αυτό θα πρέπει να το έχει υπόψη της η ελληνική εξωτερική πολιτική, όπως και η Κυπριακή, η οποία κάνει διάφορα ανοίγματα. Αυτά είναι διάφορα παιχνίδια που γίνονται στις διεθνείς σχέσεις και καλό είναι η εξωτερική πολιτική της χώρας μας να προβληματίζεται από τώρα για τις εξελίξεις αυτές και να διαμορφώνει ανάλογα την πολιτική της στην περιοχή δεδομένου ότι οι γεωπολιτικοί παράγοντες χαρακτηρίζονται από μια ακραία ρευστότητα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.