«Γιατι οχι στη Βενετια;»
Το καλοκαίρι είναι ante portas. Ήδη οι παραλίες, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της τηλεοράσεως στο κλεινόν άστυ και αλλαχού, είναι γεμάτες.
Πώς όμως είναι δυνατόν το καλοκαίρι ως καιρός σχόλης να περάσει χωρίς ανάγνωση βιβλίου «παρά θίν’ αλός» και μάλιστα εξαιρετικών βιβλίων, όπως αυτό της δημοσιογράφου και φίλης της Μαργκερίτ Ντυράς, Μισέλ Μανσό με τίτλο «Γιατί όχι στη Βενετία;», στο οποίο πρωταγωνιστεί μια ανοίκεια κατά τους πολλούς ερωτική ιστορία, σύμφωνα με την οποία και με φόντο τη Βενετία και τα μουσεία της ένας άντρας και μια γυναίκα ζουν έναν έρωτα…Με διαφορετικό τρόπο, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει, για τον καθένα..
«Εκείνος ζει τον πρώτο του έρωτα. Εκείνη έχει ζήσει έντονα τη ζωή της. Εκείνος ζει το παρόν, άπληστος να γνωρίσει τη ζωή του, από όλα όσα μαθαίνει από εκείνη τη γυναίκα που έχει σχεδόν τα διπλά του χρόνια, που έχει διαβάσει πολύ, κατέχει την τέχνη της ζωής και μπορεί να του δώσει τα κλειδιά της. Αυτή τη γυναίκα που ποτέ μέχρι τώρα δεν έχει νιώσει και εκτιμήσει την αξία του παρόντος, αλλά ζει διχασμένη ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Με περίγυρο την ονειρική Βενετία, την πόλη των ερωτευμένων, μέσα στον πλούτο των μουσείων της και στη διάχυτη μαγεία της μοναδικής της ατμόσφαιρας, η συγγραφέας έγραψε αυτή τη γεμάτη ποίηση ερωτική ιστορία, όπου όλα συμβάλλουν στο να ανοίξουν στην πρωταγωνίστρια του βιβλίου το δρόμο για ό,τι πιο μεγαλειώδες: να μεταβάλει τα γηρατειά της σε έργο τέχνης και, στην ηλικία που συνήθως οι άλλοι «αρχίζουν να απαριθμούν τις αδυναμίες», εκείνη να χαράξει μιαν αρχή που η ωριμότητα των χρόνων και το μέστωμα της πείρας θα υπογράψουν το όνειρο της συγγραφέως.»
Ένας έρωτας στη Βενετία. Με συζητήσεις για τον Μπελίνι, τον Τιτσιάνο, τον Τιντορέτο, τον Τζιορτζόνε, τους Ιταλούς αναγεννησιακούς και τους συγγραφείς που επέλεξαν να αφήσουν την τελευταία τους πνοή στη Βενετία ή να περάσουν στα στερνά τους απ’ αυτή …Νίτσε, Τόμας Μαν, ευγενείς, επαναστάτες, πλούσιοι, ξενοδοχεία και λιμνοθάλασσα.. Με μια γυναίκα- ηρωίδα που δεν θέλει να αφεθεί πλέον στον έρωτα, αποφασισμένη να κρατήσει για τα γηρατειά της τη διαρκή σιωπή της ελευθερίας του τέλους, της συγγραφής…
Οι διακοπές στη Βενετία έχουν μόλις τελειώσει και η ηρωϊδα στο πλοίο που την οδηγεί στη θάλασσα της γραφής συλλογίζεται το τέλος με τις σκιές και τις κουβέντες με τους νεκρούς και τις μνήμες, όπως αρμόζει…Σκεπτόμενη ότι θα έχει υποδεχτεί ήδη το θάνατο, λίγο πριν εκείνος επισήμως έλθει…Γράφοντας, εγκαινιάζοντας δηλαδή τη σημαντικότερη της ζωής της σχέση, τον έρωτα της γραφής, αποδεχόμενη την ελαχίστη αντιπαροχή του, τον έρωτα της ζωής…
«Μέσα στο σκάφος, γαλήνια και παραδομένη στο παραλήρημα, διώχνει τους μαύρους ανέμους της θύελλας, τα νύχια των αλλοτινών πόνων. Θα ανακαλύψει ό,τι απομένει από τη ζωή όταν ο έρωτας των ανθρώπων δεν κατέχει πια την καρδιά και το χρόνο. Ο γερός κινητήρας του πλεούμενου μουγκρίζει παρασύροντάς την. Για πρώτη φορά, θα ζήσει χωρίς να εξαρτά τη ζωή της από τον έρωτα ενός άντρα ή τον πόλεμο. Έχει υποφέρει αρκετά. Τώρα, μεσ’ από όλον αυτόν τον πόνο, θα αντλήσει το υλικό της.
Βλέπει τη Βενετία να χάνει σιγά – σιγά το περίγραμμά της. Το σκάφος κινείται πλάι στο κοιμητήρι του Σαν Μικέλε. Γιατί να μη μείνει εκεί; Γιατί να μη μείνει περιμένοντας το θάνατο με τον καλύτερο τρόπο ανάμεσα στους ίσκιους;
Θα μεταβάλει τα γηρατειά της σε πρόκληση. Από εκείνη την ηλικία που αρχίζει κανείς συνήθως να απαριθμεί τις αδυναμίες του, εκείνη θα φτιάξει την αρχή της. Διαθέτει το πλεονέκτημα να έχει γράψει τόσο λίγο στο παρελθόν, που της επιφυλάσσεται ένα μέλλον. Ηλικιωμένη ταξιδιώτισσα, καθιστή στο ορόσημο του δρόμου, θα μετρά τα άστρα χωρίς να εμπιστεύεται κανένα τους και θα σκέφτεται τις χίμαιρες κάθε ζωής εν ενεργεία.
Όχι πως ξέχασε όλα εκείνα τα αλλοτινά, αλλά όλα, όλα με την αυστηρότερη έννοια της λέξης, γίνονται μια πληγή. Θα φτιάξει τώρα μέσ’ από αυτά σύννεφα γοργόφτερα που ταξιδεύουν πάνω από τη θάλασσα. Η αγανάκτηση μπροστά στην καθημερινή αδικία θα είναι το μόνο λουλούδι που δεν θα μαραθεί στην μπουτονιέρα της.
Το πλεούμενο προχωρεί με υπερβολική ταχύτητα πλάι στο Σαν Μικέλε. Θα ήθελε να παρακάμψει και πάλι το ροδόχρωμο τείχος και τα κυπαρίσσια, να σταματήσει εκεί και να αποθέσει ένα μπουκέτο. Όταν εγκαταλείπει κανείς τον κόσμο, μπορεί να γίνεται ένα με εκείνους που εγκαταλείπει ο κόσμος. Δεν θα φοβηθεί πια το θάνατο, αυτός θα έχει ήδη έρθει. Θα μεταβληθεί σε ένα πρόσωπο εκτός συρμού, αφού δεν είναι πια του συρμού να προετοιμάζεσαι για το τέλος.
Εξάλλου, θα απευθύνεται μάλλον στους νεκρούς παρά στους ζωντανούς. Θα γράψει στους χαμένους της γονείς, στη μητέρα της από την οποία κρατά ανεξίτηλα στη μνήμη της το εσωτερικό του ματιού, το αναιμικό λευκό. Θα γράψει για να στήσει ανάμεσά στους τον ουσιώδη διάλογο που δεν έχει ποτέ, για να δείξει ότι κατάλαβε τους γέροντες, τους νεκρούς, τη σιωπή τους…».
«…Όμως, πώς να γράψει διαφορετικά; Πώς να ζήσει διαφορετικά; Έτσι μονάχα να βρει τρόπο για να περάσει την υπόλοιπη ζωή της δίχως να υποφέρει, σχεδόν δίχως έγνοιες, δραπετεύοντας ολοένα. Με άλλα λόγια, δραπετεύοντας διαρκώς θα γίνει άτρωτη. Θα δείχνει επιεικής. Όταν θα της λένε: «Θα σας διηγηθώ τη ζωή μου», θα υπομένει ακούγοντας μέχρι τέλους ό,τι θα έχει ήδη καταλάβει. Στο εξής, θα πλέει ησυχάζοντας ανάμεσα στις απατηλές επιφάσεις μιας πόλης που ποντίζεται σιγά – σιγά.
Ζωγραφισμένη από τον Μπελίνι, η Τύχη δεν μπορούσε παρά να ακολουθεί σιγανά το δρόμο της, εκεί που η αστάθεια θα γινόταν το πεπρωμένο της. Όμως, η ιδιότητα του συγγραφέα της φαινόταν απάτη, έλλειψη χιούμορ. Ο κόσμος σιωπούσε. Δεν μπορούσες παρά να σιωπάς. Η γραφή δεν ήταν παρά μια εμφατική φλυαρία. Ένα παραλήρημα. Ένας τρόπος γήρανσης. Αυτό που ορισμένοι αποκαλούσαν «μένω παιδί» που, σε τελευταία ανάλυση, είναι ίσως το ίδιο.
Ο ουρανός φαντάζει λαμπερός κάτω από το νερό. Σηκώνεται για να δεχτεί όλη τη μάνητα του ανέμου στο πρόσωπο της. Πιο ευχάριστα από τις σκέψεις της δέχεται την έντονη αίσθηση ζωής που την πλημμυρίζει. Ξαναγυρνά στον τόπο της γέννησής της, υπεράριθμη πάνω στη γη. Μέχρις εκείνη τη στιγμή δεν έπαυε να σκέφτεται και τις φορές ακόμα που βρισκόταν στους εφτά ουρανούς: «Θα όφειλα να είμαι ευτυχισμένη». Θα όφειλα. Θα όφειλα. Δεν ήξερε να κατονομάσει αυτό που έλειπε. Τώρα, το σκάφος τρέχει ολοταχώς με κέφι. Τρέχει κι αυτή μαζί του, επιτέλους γαλήνια. Κατευθύνονται σε εκείνο το χώρο του παιδιού που ονειροπολεί μες σε ένα πάρκο, στη μοναχική εκείνη θέση που τελικά αποδέχτηκε.
Όχι πως δεν θα είναι πια εκτεθειμένη στις υποτροπές, στο εφήμερο των απλών πραγμάτων. Όχι πως θα μπορεί να εμποδίζει κάπου – κάπου μια κάποια τρυφερότητά που αδιόρατη, θα ξαναγυρνά, μια νοσταλγία για κάποιον άλλο που θα αποθέσει πάνω του τη μοναξιά της…».
Μια νοσταλγία για κάποιον άλλον που θα ακουμπά πάνω του τη μοναξιά της…Μια μόνον νοσταλγία…
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
