Eυριπιδη, «Μηδεια», Καλεντης, Αθηνα 2004

Η αναμενόμενη και λογικά πολυαναφερόμενη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, παράσταση της «Μήδειας» από τον Πήτερ Στάιν στην Επίδαυρο, στάθηκε η αφορμή να ξεφυλλίσουμε την πολύ όμορφη μεταγραφή της από τον Γιώργο Χρύση σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, έναν στίχο που μας «πηγαίνει πολύ», αφού είναι ο στίχος του δημοτικού τραγουδιού, για να θυμηθούμε ξανά το κορυφαίο αυτό έργο του Ευριπίδη.

Ωραία έκπληξη και πραγματική απόλαυση η ανάγνωση από μια εξαιρετικής αισθητικής έκδοση με έγχρωμη διακόσμηση εμπνευσμένη από αρχαιοελληνικές παραστάσεις της Μαρίας Κάνονι- Ακριτίδου, η οποία σημειωτέον φιλοξενεί και το αρχαίο κείμενο.

Την έκδοση προλογίζει, εισηγούμενος τα καλύτερα, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Μ. Σηφάκης, και για την αφορμή της ο υπεύθυνος της μεταγραφής Γεώργιος Χρύσης, έλλην της διασποράς, αλλά και ο επιμελητής της, Μιχάλης Ιερωνυμίδης μάς αφηγούνται τα ακόλουθα…

Γιώργος Χ. Χρύσης, Κορυφαία η δραματικότητα και η δυναμικότητα της «Μήδειας»

Διάβασα για πρώτη φορά τη «Μήδεια» του Ευριπίδη στα γυμνασιακά μου χρόνια. Μου έκανε τότε εντύπωση η δυναμικότητα του δράματος, οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και συνάμα η επίδραση του όλου έργου στα αισθήματα και συναισθήματά μου.

Από τα μαθητικά εκείνα χρόνια, οι αρχαίοι τραγικοί ποιητές με συνάρπαζαν, όχι μόνο ως δημιουργοί λογοτεχνικών αριστουργημάτων, αλλά και ως ηθικοί πλαστουργοί του χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης.

Τελειώνοντας το πρακτικό Λύκειο, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, έφυγα στην Αμερική για σπουδές. Το όνειρό μου γίνηκε πραγματικότητα, αλλά με την πάροδο του χρόνου παρέμεινα στην Αμερική, όπου σταδιοδρόμησα, έκανα οικογένεια και ανέπτυξα όλη μου τη δραστηριότητα.

Η αγάπη μου για τα ελληνικά γράμματα και την ελληνική γλώσσα με κράτησαν δέσμιο της λογοτεχνίας. Συνέχισα να μελετώ τους Έλληνες συγγραφείς και ποιητές, αρχαίους και νεότερους, να γράφω ποίηση, δοκίμια, άρθρα και βιβλία.

Η ελληνική γλώσσα έγινε ο ομφάλιος λώρος που με κρατούσε σε συνεχή επαφή με τις ρίζες μου και την Ελλάδα.

Τη «Μήδεια» την «ξανασυνάντησα» διαβάζοντας αγγλικές μεταφράσεις και βλέποντας θεατρικές παραστάσεις του έργου. Η δραματικότητα και δυναμικότητα του έργου εξακολουθούσε να με συναρπάζει, μέχρις ότου αποφάσισα να την μεταγράψω στα νέα ελληνικά.

Πριν πιάσω την πένα, διάβασα αρκετές μελέτες, άρθρα και δοκίμια διαφόρων ειδημόνων σχετικά με τη μεταγραφή των αρχαίων τραγικών ποιητών στα νεοελληνικά, μα αντί να διαφωτιστώ συγχύστηκα ακόμα πιο πολύ!

Καθένας είχε τη δική του άποψη για μεταγραφή. Μερικοί μάλιστα υποστήριζαν ότι οποιαδήποτε μεταγραφή, όσο καλή κι αν ήταν, πρόδιδε το πρωτότυπο και επομένως «μεταγραφή ίσον άδικος κόπος».

Βέβαια, είναι αδύνατον η δευτερογενής απόδοση ενός αριστουργήματος να φτάσει ή έστω και να συγκριθεί με το πρωτότυπο, αλλά αυτό δεν πρέπει να αποκλείει τη δημιουργική αξία και πρακτικότητα της μεταγραφής.

Η νεοελληνική μεταγραφή δίνει τη δυνατότητα στον απλό πολίτη, στο λαό θα λέγαμε, να απολαύσει την ομορφιά και τα διδάγματα της αρχαίας τραγωδίας στη γλώσσα που αυτός μιλά και καταλαβαίνει. Από αυτή και μόνον τη σκοπιά, η μεταγραφή, ως λογοτεχνικό δημιούργημα, παίρνει τη θέση και την αξία που της ανήκει.

Ο Ευριπίδης έγραψε τη «Μήδεια» στο ποιητικό μέτρο και στη γλώσσα που οι άνθρωποι της εποχής του όχι μόνο καταλάβαιναν αλλά και ταύτιζαν με την «εν πράγματι» δραματική θεατρική γλώσσα.

Με αυτό το σκεπτικό και σε αναλογία με την σημερινή εποχή, αποφάσισα τελικά τη μεταγραφή της «Μήδειας» στον τονικό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο(ανομοιοκατάληκτο), δηλαδή στο κατεξοχήν δημοτικό μέτρο της νεοελληνικής στιχουργικής.

Ο Ευριπίδης έγραφε για το λαό και τα έργα του διδάσκονταν σε λαϊκά θέατρα του δήμου. Επομένως, αν έγραφε σήμερα, προφανώς να έγραφε στον τονικό δεκαπεντασύλλαβο, το μέτρο που διάλεξα για τη νεοελληνική μεταγραφή της «Μήδειας».

Επιπλέον, οι μελέτες μου για τη στιχουργική μού είχαν υποδείξει ότι και οι αρχαίοι τραγικοί συγγραφείς είχαν πειραματιστεί με τον τονικό δεκαπεντασύλλαβο στα έργα τους.

Αν και η γενική προέλευση και χρήσης του δεκαπεντασύλλαβου τοποθετείται στην περίοδο της κοσμικής βυζαντινής στιχουργίας, ο Ευστάθιος (12ος αιώνας μ.Χ.) μάς λέει ότι προέκυψε από τους αρχαίους τροχαϊκούς εξαμέτρους, τους οποίους ονομάζει «πολιτικούς» (δημοτικούς).

Ο Γεράσιμος Σπαταλάς στο βιβλίο του «Η Στιχουργική Τέχνη» αναφέρει πως ο Μάξιμος Πλανούδης (13ος αιώνας μ.Χ.) έγραψε τα εξής για το δεκαπεντασύλλαβο:

«Τους στίχους που τώρα τελευταία τους λέμε πολιτικούς, φαίνεται πως τους χρησιμοποίησαν κι οι τραγικοί, και καμιά φορά κι ο κωμικός. Όχι όμως χωρίς μέτρο, μα συνθέτοντας οι τραγικοί τροχαϊκούς κι ο κωμικός ιαμβικούς και τους όρισαν κι οι δυο να’ ναι καταληκτικοί τετράμετροι…Ενώ όμως έφτιαχναν έτσι τους στίχους, έτυχε σε μερικούς να σχηματίζεται και κάποιος ρυθμός με τόνο κι ευχάριστο συνταίριασμα του ήχου, όπως στον Ευριπίδη:

Συγκατασκάπτοις αν ημάς. Κοινά γάρ τα των φίλων.

Και στον Αισχύλο:

Ω βαθυζώνων άνασσα Περσίδων υπερτάτη

μήτερ η Ξέρξου γεραιά, χαίρε, Δαρείου γύναι

Και στον Σοφοκλή:

Ω πάτρας Θήβης ένοικοι, λεύσσετ’ Οιδίπους όδε,

όστις ου ζήλω πολιτών και τύχαις επιβλέπων

Και στον Αριστοφάνη:

Ως ήδομαι και τέρπομαι και βούλομαι χορεύσαι

μιμούμενος, και τοιν ποδοίν ωδί παρενσαλεύων.

Μερικοί φάνηκαν πως προτίμησαν ένα τέτοιο φτιάξιμο των στίχων, μα στην αρχή πρόσεχαν και τον προσωδιακό ρυθμό και δεν τον θεωρούσαν ως κάτι δευτερεύον ύστερα όμως, σιγά σιγά και λίγο λίγο – επειδή όλοι εύκολα γλιστρούμε στα χειρότερα και στα εύκολα – απέσυραν το προσωδιακό μέτρο χωρίς να κρατήσουν ούτε ίχνος αυτού στους στίχους τους και διατήρησαν μόνο το ρυθμό των τόνων».

Εδώ ο Μάξιμος Πλανούδης μας λέει καθαρά πως ο τονικός δεκαπεντασύλλαβος σχηματίστηκε από τον αριθμό των συλλαβών, την τομή και την τονική σύνθεση ορισμένων τροχαϊκών και ιαμβικών τετραμέτρων, σαν και αυτούς που παρατέθηκαν παραπάνω.

Να λοιπόν που και οι αρχαίοι έβαλαν το δεκαπεντασύλλαβο στα γραπτά τους, ίσως ασυναίσθητα στην αρχή, αλλά όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η μελωδικότητα και ο τονικός ρυθμός των στίχων έμελλε να επικρατήσει τελικά, στην δημοτική έστω ποίηση, ως ο πλέον χαρακτηριστικός στιχουργικός ρυθμός.

Πάντως, η κύρια πρόκληση που αντιμετώπισα στη μεταγραφή της «Μήδειας» στη νεοελληνική ήταν η απόδοση των χορικών. Για μένα τα χορικά όχι μόνο απαιτούσαν μια ιδιαίτερη «χορωδιακή ποίηση», αλλά συγχρόνως θα έπρεπε να περιέχουν και «θεατρική κίνηση» ανεξάρτητη από την προσωδία της κύριας τραγωδίας.

Θέλοντας να αποδώσω την «κινητικότητα» αυτή του χορού σε μέτρο, διάλεξα τον ανάπαιστο ως τον κύριο ρυθμό (πόδα) των χορικών της «Μήδειας». Πού και πού αναμιγνύω και μερικούς επτασύλλαβους ή οκτασύλλαβους ιαμβικούς στίχους (επηρεασμένος ίσως από την κρητική μαντινάδα), ειδικά σε χορικά αποφθεγματικού χαρακτήρα, ενώ ένα μικρό μέρος των χορικών το απέδωσα σε τροχαϊκό ρυθμό, ο οποίος και είχε κάποια συγγενική αναλογία με τον αρχαίο τροχαίο πόδα.

Έτσι, η νεοελληνική απόδοση των χορικών δεν χάνει ούτε τη χορωδιακή της ομορφιά, ούτε την πιστότητά της προς το αρχαίο πρότυπο. Η «κοφτή» και σύντομη εναλλαγή των στίχων αποδίδει απόλυτα το ρόλο του χορού, όπως θα το ήθελε ο Ευριπίδης.

Σε τελική ανάλυση, όλη η εργασία της μεταγραφής της «Μήδειας» βασίστηκε στην πρόθεσή μου να παραδώσω στον αναγνώστη ένα κείμενο ευανάγνωστο και ζωντανό που να ευχαριστεί και συνάμα να συναρπάζει. Για το δε θεατή σκηνικής παρουσίασης της τραγωδίας, να αισθάνεται ότι συμμετέχει έμπρακτα στην υποκριτική μα και θεματική διαδικασία του έργου.

Πριν κλείσω το επίμετρο, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους αυτούς που στάθηκαν αρωγοί στην ολοκλήρωση και τελική έκδοση αυτού του έργου….

Μιχάλης Ιερωνυμίδης, Μ’ αυτή τη μεταγραφή του Χρύση κατάλαβα τι σημαίνει «βάζω την ψυχή μου σ’ αυτό που κάνω»

Όταν μου ζητήθηκε να αναλάβω το σχεδιασμό και την επιμέλεια αυτής της έκδοσης, φαντάστηκα πως ίσως επρόκειτο για μια ακόμα προσπάθεια κάποιου να εκμεταλλευτεί ένα σπουδαίο έργο για να αναδείξει μέσω αυτού την ασημαντότητά του. Δεν είχα διαβάσει ακόμα το κείμενο και, πολύ περισσότερο, δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τον Γιώργο Χρύση. Όταν αυτά γίνανε με τη σειρά τους, κατάλαβα τι σημαίνει «βάζω την ψυχή μου σ’ αυτό που κάνω».

Κάποιος είπε πως η Ελλάδα υπάρχει και ζει πολύ πιο έντονα μέσα στους Έλληνες της διασποράς. Δεν ξέρω σε τι βαθμό ισχύει αυτό, όμως για τον Γιώργο Χρύση είμαι σίγουρος. Το έργο του δεν είναι μια απλή μεταγλώτισση ή μια εύκολη στιχοπλοκή. Μέσα από αυτό φαίνεται η κυτταρική του σύνδεση με την προγονική του ρίζα κι ακόμα πιο έντονα η κρητική του καταγωγή, που ακατάπαυστα και ποικιλότροπα την τιμά.

Δεν είμαι ειδικός για να κάνω κριτική – το έκαναν ήδη οι δύο Πανεπιστημιακοί καθηγητές και ασφαλώς θα ακολουθήσουν κι άλλοι – ωστόσο θέλω να πω ότι, στο μέτρο που οι γνώσεις και η ευαισθησία μου το επιτρέπουν, το έργο του Χρύση με συγκλόνισε. Η προσήλωσή του στην παράδοση και στην πολιτιστική κληρονομιά, η ευλαβική προσέγγιση στο κλασικό κείμενο, με υποχρέωσαν να είμαι και εγώ το ίδιο προσεκτικός στον τρόπο παρουσίασης του έργου του. Έτσι σχεδιάστηκε το βιβλίο: το μέγεθός του, το χαρτί του, η αισθητική των σελίδων, η διακόσμηση, η επιλογή της γραμματοσειράς, ο τρόπος αντιπαράθεσης των κειμένων – αρχαίου και νέου – σε διπλανές σελίδες.

Η εικονογράφηση – σημαντικό μέρος της έκδοσης – έπρεπε να ακολουθεί τον τρόπο σκέψης του συγγραφέα. Να είναι κλασική και ταυτόχρονα σύγχρονη. Ιδανική εικονογράφος η επί χρόνια καλή μου συνεργάτις και φίλη, Μαρία Κάκονι-Ακριτίδου, που ξεπερνώντας ακόμα και τον εαυτό της δημιούργησε μια σειρά «αυθεντικών» εικόνων. Συμφωνήσαμε στη θεματογραφία, που πρότεινε ο επιμελητής των κειμένων Πάρις Μπουρλάκης, και στον τρόπο σχεδίασης των εικόνων, μελετώντας αρχαίες εικονογραφήσεις.

Το έργο ευτύχησε να έχει αίσια περαίωση από τους καλύτερους στο είδος τους συνεργάτες μας και, κρυφοκαμαρώνοντας για το αποτέλεσμα, σας το παραδίδουμε.

Μ. Σηφάκης, Η «Μήδεια» του Χρύση είναι καρπός μιας διακαούς αγάπης για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα…

Ο Γιώργος Χ. Χρύσης είναι ένας από τους ευάριθμους ξενιτεμένους Έλληνες που καλλιεργούν την ελληνόφωνη μούσα της ποίησης με συνέπεια και ευαισθησία. Ύστερα από τα πολύ ωραία «Τετράστιχα του Νόστου» που μας έδωσε πριν από μερικά χρόνια, δοκιμάζει τώρα την πένα του στη μετάφραση ενός αριστουργήματος της αρχαίας δραματικής ποίησης, στην «Μήδεια» του Ευριπίδη.

Η «Μήδεια» του Χρύση – γιατί βέβαια η μετάφραση είναι «δεύτερη γραφή»- είναι καρπός μιας διακαούς αγάπης για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα και μιας αέναης προσπάθειας να κρατήσει μια δημιουργική επαφή μαζί της. Εννοώ, τόσο με την αρχαία μορφή της γλώσσας μας, όσο και με τη σύγχρονη, ομιλούμενη, μορφή της, στην οποία προσπάθησε να αποδώσει το κείμενο του Ευρυπίδη. Όσο φιλόδοξη κι αν είναι η προσπάθειά του, η πραγματική φιλοδοξία του δεν ήταν να ετοιμάσει ακόμη μια μετάφραση για το θέατρο, ούτε να αντιμετρηθεί με το έργο των καθιερωμένων μεταφραστών του αρχαίου δράματος( αν και ο χαρακτηρισμός ορισμένων μεταφραστών ή μεταφράσεων ως καθιερωμένων δεν αποτελεί αξιολογική κρίση), αλλά περισσότερο να γνωρίσει από κοντά την αρχαία γλώσσα, να βεβαιωθεί ότι την κατέχει, και να δοκιμάσει τη χαρά της αναδημιουργίας μέσα από το δικό του γλωσσικό όργανο, το οποίο διαφυλάσσει ως κόρην οφθαλμού, και με μεγάλη επιτυχία, μέσα στο πολυεθνικό περιβάλλον στο οποίο ζει, όπου κυριαρχούν οι δύο πιο διαδεδομένες γλώσσες της εποχής μας, η αγγλική και η ισπανική. Από την άποψη αυτή, το επίτευγμα του Χρύση είναι εξαιρετικής σημασίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο στίχος του είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος του δημοτικού τραγουδιού και του «Ερωτόκριτου», ο κατεξοχήν δηλαδή νεοελληνικός στίχος, δοκιμασμένος με επιτυχία και κατ’ επανάληψη στις μεταφράσεις του Ομήρου και του αρχαίου δράματος. Ο στέρεος αυτός ρυθμός τονίζεται πότε πότε, χωρίς να διακόπτεται, από κάποιους δεκατετρασύλλαβους στίχους με τόνο στην τελευταία συλλαβή και εναλλάσσεται στα χορικά με βραχύτερα μεγέθη ιαμβοαναπαιστικού χαρακτήρα. Η γλώσσα του Χρύση, όπως θα περίμενε κανείς, περιέχει λεξιλογικές (και άλλες) αναμνήσεις από τα ιδιώματα της Κρήτης, καθώς και λόγιους συντακτικούς σχηματισμούς, θεμιτούς προκειμένου για ένα ποιητικό είδος που χρωστούσε μεγάλον αριθμό αρχαϊκών στοιχείων στον Όμηρο και την παλαιότερη λυρική ποίηση.

Ελπίζω και εύχομαι τον καρπό της μεγάλης και ωραίας αυτής προσπάθειας να τον γευτούν και να τον επιδοκιμάσουν όσο το δυνατόν πιο πολλοί φίλοι της ποίησης και του αρχαίου δράματος.

Εν κατακλείδι, την απολαύσαμε στίχο με στίχο τη «Μήδεια» του Χρύση και, κυρίως, απολαύσαμε ξανά το λόγο της Μήδειας που «διορθώνει» με εξαιρετικό τρόπο το λόγο για τις γυναίκες της εποχής της, αυτόν που εκστομίζει με τρόπο απολύτως βαρβαρικό, – με συναισθήματα της εποχής μας – ο Ιάσων: «Απ’ τη ζωή ας έλειπε το γυναικείο γένος, κι ας εγεννιόνταν τα παιδιά με κάποιον άλλο τρόπο!»

Αναζητείστε τη «Μήδεια» λοιπόν … Είναι μέγιστη, καλοκαίρι καιρό, απόλαυση η μεταγραφή της…

Κείμενα – Επιμέλεια: Τ.Β.

*Ο Γιώργος Χριστοφόρου Χρύσης, γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης, όπου και τελείωσε το Γυμνάσιο. Μετανάστευσε στις ΗΠΑ για ανώτερες σπουδές και έλαβε πτυχία Bachelor και Μaster Ηλεκτρονικού Μηχανικού.

Επιτυχημένος επιχειρηματίας, ίδρυσε τρεις εταιρίες υψηλής τεχνολογίας και επίσης ασχολείται με επενδύσεις σε διάφορους τομείς.

Δραστηριοποιείται ενεργά σε κοινωνικούς, πολιτιστικούς, εκκλησιαστικούς, εκπαιδευτικούς και φιλανθρωπικούς χώρους τόσον στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα και έχει βραβευτεί κατ’ επανάληψη για τις διάφορες προσφορές του. Ασχολείται με την λογοτεχνία και ποίηση, απόρροια της αγάπης του προς την ελληνική γλώσσα, την ελληνική γραμματεία και το ελληνικό πνεύμα.

Πολυγραφότατος, έχει βραβευθεί από την Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών Καναδά και είναι ισόβιο μέλος της Διεθνούς Εταιρίας Ποιητών που εδρεύει στην Αμερική.

Ζει και εργάζεται μόνιμα στην Αμερική.

ΙΑΣΟΝΑΣ

Γυναίκα, θα ‘ναι πιο καλά να σου τα πω σταράτα:

Αγώνα κάνω να σωθώ απ’ τη φλύαρη σου γλώσσα

σαν καπετάνιος που πανιά στη θύελλα μαζεύει.

Τη χάρη που έκανες για με πολύ τη μεγαλώνεις.

Εγώ, απ’ όλους τους θεούς μαζί και τους ανθρώπους,

σωτήρα στο αργοναυτικό εκείνο το ταξίδι

την Αφροδίτη, τη θεά, μόνον αναγνωρίζω.

Παρ’ όλο που ‘σαι έξυπνη και κόβει το μυαλό σου,

δεν θέλεις να παραδεχτείς πως του Έρωτα τα βέλη

ήταν αυτά που σ’ έσπρωξαν να τρέξεις να με σώσεις.

Αλλά το γεγονός αυτό δεν θα το συζητήσω,

αν και για να’ μια ειλικρινής, με ωφέλησε, δεν λέω.

Θα στο αποδείξω κέρδισες πιότερα σώζοντάς με

παρά απ’ ό,τι εσύ θαρρείς πως έκανες για μένα.

Είναι η Ελλάδα αυτή που ζεις κι όχι βαρβάρων χώρα

και κυβερνήτης είναι εδώ ο νόμος κι όχι η βία.

Οι Έλληνες σε ξέρουνε σοφή και δοξασμένη,

ενώ στη γη σου αν έμενες καμιά δεν θα ‘χες φήμη.

Τη μοίρα μου καλύτερα τη θέλω ξακουσμένη

παρά να είμαι πλούσιος και με χρυσό γεμάτος,

ή να μπορώ να τραγουδώ γλυκύτερα του Ορφέα.

Αυτά τα λόγια εξιστορούν πώς μόχθησα για σένα.

Εξάλλου εσύ την άρχισες τέτοια λογομαχία.

Ησύχασε όμως! Και μετά πάλι θα σου αποδείξω

πως είμαι πρώτιστα σοφός και φρόνιμος συνάμα,

σε σένα, μα και στα παιδιά, καλόφιλος προστάτης

κι αν βρίζεις πως παντρεύτηκα με τη βασιλοκόρη.

Σαν ήρθα από την Ιωλκό, με συμφορές γιομάτος

κι ως ήμουνα κι εξόριστος, τι πιο καλή μου τύχη

παρά να παντρευόμουνα του βασιλιά την κόρη;

Την κλίνη σου δεν την μισώ, όπως εσύ νομίζεις,

και πόθος δεν με χτύπησε για την καινούρια νύφη,

μήτε γιατί ήθελα παιδιά κι άλλα πολλά να κάνω.

Μου φτάνουν όσα έκανα, παράπονο δεν έχω.

Να ζούμε γύρευα καλά, τίποτα να μη λείπει,

γιατί οι φίλοι τους φτωχούς κάποτε εγκαταλείπουν.

Και τα παιδιά μας ήθελα ν’ ανατραφούνε άξια

και σπέρνοντάς τους αδελφούς να ζούνε μονιασμένα

με τη δική μας τη γενιά, κι ευτυχισμένος να ’μαι.

Εσύ τι τα χρειάζεσαι κι άλλα παιδιά να κάνεις;

Είναι θαρρώ συμφέρον μου τους γιους μου να ωφελήσω

και κείνους που μελλοντικά θα φέρω εδώ στον κόσμο.

Μήπως τα σκέφτομαι στραβά; Λέξη δεν θα μιλούσες

αν δε σε έτρωγε μαθές του κρεβατιού η λάγνη.

Τη λογική των γυναικών δεν την καταλαβαίνω:

όσο κρατούν τον άντρα τους στο ερωτικό κρεβάτι

νομίζουν πως ορίζουνε όλη την οικουμένη,

μα σαν φανεί αναποδιά, το πιο καλό είναι σκάρτο.

Απ’ τη ζωή ας έλειπε το γυναικείο γένος

κι ας εγεννιόνταν τα παιδιά με κάποιον άλλο τρόπο!

Έτσι ποτέ οι άνθρωποι δεν θα ‘χαν στεναχώριες.

ΜΗΔΕΙΑ

Δίκη του Δία κι Ήλιου φως, εμπήκαμε στο δρόμο

σίγουρη νίκη και λαμπρή να πάρουμε, καλές μου.

Ελπίζω τώρα οι εχθροί σκληρά να το πληρώσουν.

Σαν το λιμάνι το καλό βρέθηκε αυτός ο άνδρας

απάνω στην ανάγκη μου για να με βοηθήσει

και παλαμάρια στη στεριά γερά εγώ θα δέσω,

όταν θα πάω τελικά στην πόλη της Παλλάδας.

Τι σχεδιάζω; Θα σου πω. Λόγια χαράς δεν είναι.

Θα στείλω στον Ιάσονα μήνυμα μ’ ένα δούλο,

να του ζητήσω εδώ να ‘ρθει, για να με συναντήσει.

Όταν θα ‘ρθει, πολύ γλυκά να του μιλήσω θέλω,

πως τάχα ορθά του βασιλιά την κόρη την επήρε.

Άσχετα κι αν με πρόδωσε, όλα σωστά γενήκαν,

αφού σκεφτόταν πάντοτε όλων μας το συμφέρον!

Θα του ζητήσω τα παιδιά στην Κόρινθο να μείνουν,

όχι για να εμπαίζονται σκληρά απ’ τους εχθρούς μου,

αλλά γιατί για δόλωμα θέλω να τα κρατήσω,

του βασιλιά την κοπελιά ύπουλα να σκοτώσω.

Αλήθεια, μηχανεύομαι στη νύφη να στα στείλω

με δώρα πλούσια και καλά στα χέρια φορτωμένα:

πέπλο λεπτό κι ολόχρυσο για τα μαλλιά στεφάνι.

Αν πάρει τα στολίδια αυτά κι ύστερα τα φορέσει

θα βρει το θάνατον αυτή κι όποιος θα την αγγίξει,

γιατί φαρμάκια δυνατά τα δώρα θα ποτίσω.

Εδώ σωπαίνω, επειδή με πιάνει μαύρος θρήνος

σαν σκέπτομαι κατοπινά την πράξη που θα κάνω.

Πρέπει να σφάξω τα παιδιά, τίποτε δεν τα σώζει!

Κι όταν όλο το σπιτικό του Ιάσονα αφανίσω,

θα φύγω απ’ αυτή τη γη, κατακυνηγημένη

που τα παιδιά μου σκότωσα, τα πολυαγαπημένα

που τόλμησα κι έκανα τέτοιαν απαίσια πράξη.

Δεν θα τ’ αντέξω, φίλες μου, εχθροί ν’ αναγελούνε.

Ποιο ‘ναι, λοιπόν, το όφελος να ζω και ν’ αναπνέω

χωρίς πατρίδα και σκεπή, δεινά πώς θα γλιτώσω;

Έκανα σφάλμα π’ άφησα το πατρικό μου σπίτι,

τα λόγια ενός Έλληνα με πείσανε να φύγω.

Με την βοήθεια του θεού θα τονε ξεπληρώσω.

Τους γιους που κάναμε μαζί εγώ θα τους σκοτώσω

κι άλλα παιδιά δεν θα χαρεί με την καινούρια νύφη

αφού με τα φαρμάκια μου θα τηνε θανατώσω.

Δειλή κανείς μη με θαρρεί και αδύναμη συνάμα,

αλλ’ ούτε και πονόψυχη. Αντίθετα, εγώ ‘μια

πολύ σκληρή για τους εχθρούς, αλλά καλή στους φίλους.

Δόξα σ’ αυτές π’ αποτολμούν και πράττουνε τα ίδια.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.