…«εξυπνοι σπασικλες» & «ντενεκεδες ξεγανωτοι»…

Μήπως υπήρξα δυσλεξική για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα; Ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω ημερομηνίες, χρονολογίες, ονόματα και άσχετες μεταξύ τους πληροφορίες… Είχα πάντα την αίσθηση ότι ο εγκέφαλός μου αυτόνομα λειτουργώντας αρνιόταν διαταγές του τύπου «αποθήκευσε τούτα και τ’ άλλα σε ευπρόσιτο σημείο κι ας μην μπορείς να τα αρχειοθετήσεις». Οτιδήποτε έκρινε ως ανούσιο, ανώφελο, άχρηστο, απεχθές ή επιβαρυντικό για τη λειτουργία και διαύγειά του, το πετούσε στα σκουπίδια. Ήταν για μένα ένα δυσεπίλυτο «πρόβλημα» που σήκωσα ολομόναχη στη μαθητική μου πλάτη μέχρι τέλους… Γιατί το σύστημα απαιτούσε απομνημόνευση, αποστήθιση, «παπαγαλία», ελάχιστη κριτική ικανότητα, σκέψη κι ανάλυση, παρέχοντας περιστασιακά την ικανοποίηση για την κατανόηση και κτήση της γνώσης – ένεκα σποραδικών εμφανίσεων στην εκπαιδευτική διαδικασία τού φαινομένου που λέγεται «δάσκαλος»… Εντάξει! Κούτσουρο μπορεί να μη φαινόμουν, αλλά μια σύγχυση και ανορεξία σ’ ό,τι είχε σχέση με την άνοστη διδακτέα ύλη, την είχα…

Μήπως υπήρξα δυσλεξική για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα;

Ή μήπως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα υπήρξε ανεπαρκές για μένα;

Καιρός για ψυχαναλύσεις επί του καναπέως δεν είναι, είναι όμως ό,τι πρέπει για κοινωνιολογικές προσεγγίσεις μαθησιακών ιδιαιτεροτήτων σα τη «δυσλεξία». Αν ως άδηλος αναπνοή, μας συνόδευε στη σχολική μας ζωή εν αγνοία ημών των μαθητών, γονέων τε και εκπαιδευτικών της εποχής εκείνης, ίσως είναι χρήσιμο να το πληροφορηθούμε σήμερα για έναν και μόνο λόγο: αφενός διότι μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί μας στην περίπτωση που έχει «ξεσηκώσει» από το DNA μας το εν λόγω «ζόρικο» γονίδιο, αφετέρου διότι αποτελεί πλέον αντικείμενο προσοχής από πλευράς «υποψιασμένης» Πολιτείας και συλλογικής διαχείρισής του ως «εκπαιδευτικού προβλήματος» από πλευράς γονέων. Οι τελευταίοι, από το 2000 στην Αττική, ακολούθως σε άλλα μέρη της Ελλάδας και λίαν προσφάτως στην Ξάνθη, οργανώνουν την ατομική και οικογενειακή έκφραση του προβληματισμού τους για την «παιδική δυσλεκτική συμπεριφορά», σε σωματεία που στόχο έχουν να περάσουν στην Πολιτεία την αντίληψη, οι όποιες μαθησιακές δυσκολίες «να αντιμετωπίζονται μέσα στο κοινό σχολείο αφού η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα δε συνιστά πρόβλημα ιατρικό αλλά εκπαιδευτικό»…

Πάθηση!

Κι όμως! Αν ανοίξει κανείς στο λήμμα «δυσλεξία» το λεξικό, θα βρει την «ιατρική» ερμηνεία του όρου: «διαταραχή στην ανάγνωση κατά την οποία ένα παιδί εμφανίζει αφύσικες δυσκολίες στην εκμάθησή της και αδυνατεί να διαβάσει για πολύ και συνεχώς», ενώ στο «δυσλεκτικός» – «δυσλεξικός» θα διαβάσει ότι πρόκειται για αυτόν «που πάσχει από δυσλεξία»… Μια βολική για το σύστημα αντιμετάθεση ρόλων «πασχόντων» που όμως φαίνεται να μην αντέχει και πολύ στην κριτική! Η δυσλεξία είναι «πάθηση» αλλά όχι του παιδιού που εμφανίζει τα συμπτώματα. Είναι του δομημένου σε πεπαλαιωμένες εκπαιδευτικές αντιλήψεις συστήματος. Η δυσλεξία είναι «διαταραχή» αλλά όχι του μαθητή. Είναι της μονοκόμματης εκπαιδευτικής διαδικασίας που επιμένει στη φασόν παραγωγή καλών και κακών δεκτών του παρεχόμενου όγκου πληροφοριών. Η δυσλεξία είναι «αφύσικη δυσκολία» αλλά όχι της υπό διαμόρφωση προσωπικότητας. Είναι της εφαρμοσμένης, ανεπαρκούς παιδαγωγικής μεθόδου και του φορέα της που είτε αδυνατεί είτε δεν επιθυμεί να ασχοληθεί με το άτομο μέσα στο σύνολο.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν αυθαίρετα συμπεράσματα παρατηρητή μιας μάζωξης – της ιδρυτικής – γονέων και κηδεμόνων παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες, σαν κι αυτή που έγινε στην Ξάνθη την Κυριακή που μας πέρασε, παρουσία κάποιων «επισήμων» προσκεκλημένων, ειδικών και μη, όπου ο καθένας από τους ομιλητές έδωσε τον καλύτερό του εαυτό μπροστά στο κοινό. Είναι η περιγραφή του προβλήματος όπως αυτή γίνεται από τη σύγχρονη επιστήμη της οργανωμένης διαδικασίας μάθησης, που κατά τα ειωθότα, φθάνει στη χώρα μας με αρκετή καθυστέρηση, εισάγεται στην προβληματική της Πολιτείας για την Παιδεία με ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση για να καταλήξει κάποτε – άγνωστο πότε – να υιοθετηθεί ως κεντρική και όχι περιφερειακή ή πειραματική ιδέα μεταρρύθμισης του συστήματος…

Η λύση;

Ο Κωνσταντίνος Πατσάρας, Σχολικός Σύμβουλος στην Α΄βάθμια Εκπαίδευση Ξάνθης και η Ελένη Καζάρα, δασκάλα στο ένα από έξι λειτουργούντα σήμερα στο Νομό Τμήματα Ένταξης Παιδιών με Μαθησιακές Δυσκολίες, παρευρέθηκαν στην επίσημη «πρώτη» της Ένωσης Ξάνθης και μίλησαν στον ΠτΘ. Η λύση που δίνει άλλωστε η ελληνική Πολιτεία για τη διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος, δε μπορεί παρά να έρθει μέσα από δομές ενισχυτικού χαρακτήρα στο κύριο διδακτικό πρόγραμμα και όχι μέσα από την αναθεώρησή του:

«Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να εξομαλύνουμε τις δυσκολίες των παιδιών και προσπαθούμε καθημερινά, κυρίως στην τάξη αλλά και με τα τμήματα ένταξης, να τις αντιμετωπίσουμε. Έχουμε συναδέλφους εξαίρετους που με εξατομικευμένη διδασκαλία προσπαθούν κάθε μέρα να αναπτύξουν τις ικανότητες, τις δεξιότητες και να απορρίψουν τα αρνητικά μαθητών» θα υποστηρίξει ο κ.Πατσάρας ο οποίος στον χαιρετισμό του νωρίτερα ήταν κατηγορηματικός απευθυνόμενος στους γονείς: «η δυσλεξία δεν είναι κατά καμία έννοια, πάθηση. Είναι ιδιαιτερότητα του παιδιού στην οποία δεν ανταποκρίνεται το εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα. Γι’ αυτό και υπάρχουν τα Τμήματα Ένταξης όπου ο τρόπος διδασκαλίας και ενθάρρυνσης είναι προσαρμοσμένος στις ανάγκες του παιδιού. Σ’αυτά τα τμήματα μπορούν ν’ απασχολούνται τα παιδιά μία ώρα καθημερινά μετά το πρόγραμμα του σχολείου τους από το οποίο και δεν ξεκόβουν».

Ερωτήματα…

Και πώς μπορεί κανείς να «υποψιαστεί» ότι το παιδί του χρειάζεται άλλο σύστημα μάθησης από το «συμβατικό»; Έχουν οι εκπαιδευτικοί τα απαραίτητα εφόδια για να αντιληφθούν και να καθοδηγήσουν σωστά τέτοιες περιπτώσεις ώστε να μην αποδίδονται σε ανικανότητα και τεμπελιά του ίδιου του μαθητή που καταλήγει να περιθωριοποιείται; Είναι σε θέση ο μέσος δάσκαλος να βοηθήσει το γονέα που το παιδί του παρουσιάζει μαθησιακή δυσκολία; Βιώνουν τελικά, την περιθωριοποίηση αυτά τα παιδιά;

Στα ερωτήματα, ο Σχολικός Σύμβουλος απαντά, ξεκινώντας από το τελευταίο:

«Όπου δεν υπάρχει τμήμα ένταξης, νιώθουν συχνά περιθωριοποιημένα. Και αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία του σχολείου. Το μόνο και σημαντικό που λέμε σταθερά σε όλους τους δασκάλους, είναι αποδεκτό από τους ίδιους και κάνουν προσπάθειες, είναι να εντάξουμε ομαλά τα παιδιά αυτά στην τάξη. Γιατί είναι η μεγαλύτερη αδικία του σχολείου αυτή. Το πρόβλημα υπάρχει στο ίδιο το σύστημα όχι στα παιδιά». Αρκεί εμείς να συμπληρώσουμε για την κατανόηση του γιατί «είναι η μεγάλη δυσκολία του σχολείου», πως στο Νομό Ξάνθης σήμερα υπάρχουν ιδρυμένα δώδεκα Τμήματα Ένταξης Παιδιών με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες, δέκα στην πόλη και δύο στην περιφέρεια του Νομού (πέραν των τριών Ειδικών Σχολείων που απευθύνονται σε παιδιά με νοητική υστέρηση και κωφά). Από αυτά, λειτουργούντα είναι μόνον τα έξι εντός πόλεως, εξαιτίας έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού. Άρα, ακόμη και αυτός ο τρόπος παρουσιάζει έλλειμμα… Στο μεταξύ τι γίνεται με την πρόοδο όσων παιδιών αγνοείται η ιδιαιτερότητά τους ή δεν έχουν τη βοήθεια του ειδικού;

«Όλοι οι δάσκαλοι που εργάζονται στα τμήματα ένταξης έχουν εξειδίκευση. Έχουν μετεκπαιδευτεί στην ειδική αγωγή και είναι γνώστες όλων των προβλημάτων, όχι μόνον των «μαθησιακών δυσκολιών» που εμείς στα σχολεία τις θεωρούμε αντιμετωπίσιμες. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι δεν είναι επιμορφωμένοι. Προσπαθούμε με διάφορα σεμινάρια, όσο μπορούμε κι εμείς οι σχολικοί σύμβουλοι, να τους αναπτύξουμε τις καινούριες παιδαγωγικές μεθόδους και αρχές για να αντιμετωπίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δυσλεξικά παιδιά», δηλώνει ο κ.Πατσούρας για να σημειώσει με νόημα ότι «οι πόρτες της εκπαίδευσης για αυτά τα παιδιά είναι ορθάνοιχτες. Εμείς όμως θέλουμε, αν και πολλές φορές δεν το πετυχαίνουμε, τη συμπαράσταση αλλά και την εμπλοκή των γονιών στο σχολείο. Να τους θεωρούμε δηλαδή συνεργάτες και να μην υπάρχουν σημεία «κρυφά» για το μαθητή, γιατί οι δάσκαλοι και εχέμυθοι είναι και πρέπει όλα να τα γνωρίζουν για τα παιδιά – εκτός από αυτά που οι ίδιοι διαπιστώνουν».

Ο ίδιος πάντως, εκτιμά ότι το πρόβλημα της δυσλεξίας δεν είναι εκτεταμένο: «όταν σε ένα σχολείο με 345 παιδιά, υπάρχουν 12 παιδάκια με μαθησιακή δυσκολία, αυτό είναι στα πλαίσια των αναμενόμενων ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών σε μια μαθητική κοινότητα» και διευκρινίζει ότι η ύπαρξή του μπορεί να εντοπιστεί από τους δασκάλους στην Α΄τάξη του Δημοτικού «κυρίως μετά τα Χριστούγεννα αν μιλάμε για δυσλεξία, όταν το παιδί αρχίζει να γράφει και να διαβάζει. Στο γραπτό λόγο μπορούμε να εντοπίσουμε ευκολότερα τη μαθησιακή δυσκολία η οποία γίνεται εμφανής στα μαθηματικά και στη γλώσσα».

Ο γονιός…

Ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Παιδιών με Μαθησιακές Δυσκολίες – ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που ιδρύθηκε το 2000 στον Πειραιά και το καταστατικό του προβλέπει την ίδρυση ενός Παραρτήματος σε κάθε Νομό της χώρας – ο οποίος παραβρέθηκε ως κύριος ομιλητής στην ιδρυτική συνέλευση της Ένωσης Ξάνθης, μιλάει για την ύπαρξη μιας απίστευτης …μακαριότητας, στην οποία είναι μισοβυθισμένη η ελληνική πραγματικότητα συμπεριλαμβανομένης Πολιτείας και γονέων, σε σχέση με την Παιδεία όπου και ριζώνει το πρόβλημα της δυσλεξίας: «οφείλουμε να βοηθήσουμε τους γονείς αφενός να κατανοήσουν την ιδιαιτερότητα του παιδιού τους – γιατί περί ιδιαιτερότητας πρόκειται – και στη συνέχεια να δώσουμε κάποιες λύσεις επί των προβλημάτων, τα οποία εκκρεμούν και είναι τεράστια: αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει το Προεδρικό Διάταγμα που να εξειδικεύει πώς τα δυσλεκτικά παιδιά θα αξιολογηθούν… Από την Α΄τάξη του Δημοτικού. Πώς αξιολογούνται; Ο Νόμος λέει ότι αξιολογούνται προφορικά και μόνον. Αλλά, είναι ίδια περίπτωση ένα παιδί που έχει δυσγραφία με ένα παιδί που έχει δυσαριθμησία και ένα άλλο που έχει δυσφρασία; Κι όμως όλες οι περιπτώσεις μπαίνουν σ’ ένα τσουβάλι. Διότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο που είναι το καθύλην αρμόδιο όργανο να εισηγηθεί στο Υπουργείο Παιδείας τα απαραίτητα μέτρα, δεν προχωρά».

Η παραπαιδεία…

«Διεθνής εμπειρία και ελληνική παραπαιδεία» θα μπορούσε να τιτλοφορείται η παρακάτω ερμηνεία της αιτίας που κρατά το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σφιχτά προσκολλημένο στην εξεταστικοκεντρική του παράδοση, παράγοντας ανεπίδεκτους μαθήσεως νέους που έχουν ανάγκη «φροντιστηριακής αγωγής» για να πάρουν τα γράμματα… Το ερώτημα προς τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης κ.Δελημανώλη, είναι αν υπάρχει διεθνής εμπειρία και επιστημονική τεκμηρίωση διαθέσιμες προς άμεση «εκμετάλλευση» από το αρμόδιο εισηγητικό όργανο του Υπουργείου Παιδείας, για τις Μαθησιακές Δυσκολίες. Απάντησε με νόημα:

«Υπάρχει εμπειρία αλλά κάποιος θα πρέπει ν’ αναλάβει την πρωτοβουλία της αναζήτησης, της επεξεργασίας, των προτάσεων… Στις 24 του περασμένου Απρίλη, μας εμφάνισε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο τη χαρτογράφηση που έκανε σε επίπεδο χώρας για τα παιδιά με διαγνωσμένες ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες που είναι ένα ευρύτερο πλαίσιο σε σχέση με τις μαθησιακές δυσκολίες και περιλαμβάνει από τα αυτιστικά παιδιά και τα τυφλά, τα έχοντα νοητική υστέρηση και τα κωφά, τα παιδιά με συναισθηματικές διαταραχές, μέχρι και τα προικισμένα με υψηλό βαθμό ευφυΐας… (Ν.2817/2000) Σύμφωνα με τα στοιχεία τους, λοιπόν, αυτά τα παιδιά στη χώρα μας είναι περί τις δώδεκα χιλιάδες. Όταν διεθνώς, τα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αναγνωρίζεται στατιστικώς πως ανέρχονται στο 10% – 15% του μαθητικού πληθυσμού, πώς είναι δυνατόν στην Ελλάδα του 1,4 εκατομμυρίου μαθητών, οι 12 μόλις χιλιάδες να είναι ειδικής εκπαιδευτικής ανάγκης; Αποτελούμε στατιστικό «παράδοξο» ως χώρα; Ή μήπως ο πραγματικός πληθυσμός είναι «κρυμμένος» κάπου… Και δεν έχουμε καμία απολύτως διάθεση να τον βγάλουμε από την «κρυψώνα» του; Πιθανό, τα παιδιά αυτά να έχουν γονείς απληροφόρητους, πιθανόν το ίδιο το σύστημα να τα έχει διώξει από τη σχολική διαδικασία… Σύμφωνα πάλι με την ίδια χαρτογράφηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, τα δυσλεξικά παιδιά ανέρχονται στο 58% επί του συνόλου των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες! Τα νούμερα είναι απαράδεκτα. Αλλά όταν «μειώνεις» τον αριθμό των ατόμων που χρέος σου είναι να παρέχεις ειδική εκπαίδευση, αυτομάτως δε χρειάζεται να ενημερώσεις την πολιτική ηγεσία για το θέμα…»

Υποβαθμίζοντας την έκταση, τη σοβαρότητα και τις συνέπειές του προβλήματος στα άτομα και την κοινωνία, απομακρύνεις το επικίνδυνο για το λειτουργούν σύστημα, ενδεχόμενο, να εμφανιστεί η πολιτική βούληση που θα ξεκινήσει μια πραγματική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, με επώδυνα αποτελέσματα για την οικονομία της παραπαιδείας.

Το φάντασμα…

Τη δυσλεξία, τελικά, πώς πρέπει να τη δούμε; Ως φυσικό ή ως τεχνητό πρόβλημα; Πρόβλημα του παιδιού ή πρόβλημα του συστήματος;

«Δυστυχώς, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα απευθύνεται, κατά την άποψη μου, σ’ έναν μαθητή φάντασμα. Αυτόν που οι λεγόμενοι «αρμόδιοι» αποκαλούν «μέσο μαθητή». Ξέρετε εσείς να μου πείτε ποιος είναι ο «μέσος μαθητής»; Είναι ο μαθητής του Αρσάκειου ή ο μαθητής στο χωριό Εχίνος; Ποιος είναι ο «μέσος μαθητής»; Ας μας τον προσδιορίσουν. Εγώ τον χαρακτηρίζω «μαθητή – φάντασμα». Υπάρχει επομένως τεράστια ανάγκη να μπορέσουν οι γονείς να καταλάβουν τα πράγματα και να παρέμβουν. Χαριτολογώντας θα πω, να αφήσουν κατά μέρος τις «κουρτίνες και τα τζάμια σπίτι τους» και να στραφούν στα παιδιά τους, και κυρίως να πάψουν να είναι χειροκροτητές και συλλέκτες βαθμολογιών. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να έχει ανταγωνισμό αλλά να δίνει στο παιδί ό,τι το ίδιο μπορεί να κατανοήσει στο επίπεδο που μπορεί. Όλοι είμαστε δεκτικοί μαθήσεως. Ο τρόπος και ο χρόνος διαφέρει στον καθένα. Όχι η ικανότητα. Αν από την αρχή το εκπαιδευτικό μας σύστημα αποθαρρύνει, βαθμολογεί, βγάζει «έξυπνους» και «χαζούς», «καλούς» και «κακούς» μαθητές, περιθωριοποιεί, μειώνει τον αυτοσεβασμό και την αυτοεκτίμηση του παιδιού, ας μην αμφιβάλλει κανείς ότι αυτό ως ενήλικας θα έχει πρόβλημα κοινωνικού αποκλεισμού…»

Μαρία Β.Μπόντη

Πρώην «τούβλα» νυν «σαΐνια»…

Μιλούμε με την Ελένη Καζάρα, τη νεαρή εκπαιδευτικό Ειδικής Αγωγής στο Τμήμα Ένταξης Παιδιών με Μαθησιακές Δυσκολίες του 6ου Δημοτικού Σχολείου Ξάνθης. Στην ομάδα των εννιά παιδιών που έχει υπ’ ευθύνη της μπορεί να βρίσκεται και ο αυριανός Αϊνστάιν ή ο διάδοχος του Κυρ… Προς το παρόν όμως, δεν είναι παρά για ένα τσούρμο πιτσιρικάδων που με τη βοήθειά της ανακαλύπτουν πώς να ικανοποιούνται από τη μάθηση, να αγαπούν τα γράμματα και να κατανοούν …τ’ ακατανόητα που τόσο τους ζορίζουν στην «καθημερινή» τάξη με τον «καθημερινό» δάσκαλο… «Είναι παιδιά τα οποία έχουν πραγματικά μεγάλες ικανότητες αλλά χρειάζονται έναν διαφορετικό τρόπο διδασκαλίας», θα μας πει «με το καλημέρα» η κ.Καζάρα… Γιατί; Διότι, όσο και να μας ξενίζει δήθεν η σκέψη, ένα παιδί που χρειάζεται «ειδική διδασκαλία» δεν τον γλιτώνει εύκολα το στιγματισμό του «καθυστερημένου». Και σ’ αυτό έχει βάλει το χεράκι της, μέχρι τον αγκώνα, η άγνοια όλων ημών που απαρτίζουμε το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου παιδιού.

Τι είναι αυτό λοιπόν, που είμαστε ανίκανοι ως σύστημα να προσφέρουμε στα δυσλεξικά παιδιά;

«Καταρχήν ο τρόπος διδασκαλίας. Αυτά τα παιδιά χρειάζονται έναν ιδιαίτερο τρόπο. Στο μάθημα της ιστορίας όπως γίνεται, παραδείγματος χάριν, δύσκολα θα συγκρατήσουν ημερομηνίες ή ονόματα, δύσκολα θα μπορέσουν ν’ αποστηθίσουν τις πληροφορίες. Αυτό δε σημαίνει κάτι για την ευφυΐα τους. Ειδικά τα παιδιά με δυσλεξία έχουν μέσο ή και ανώτερο δείκτη νοημοσύνης. Πολλά από αυτά είναι πολύ πιο έξυπνα από εμάς. Απλώς χρειάζονται το δικό τους τρόπο: θέλουν να οριοθετήσουν τη γνώση, θέλουν σχεδιάγραμμα ερωταπαντήσεων. Πολλές φορές βομβαρδίζουμε τα παιδιά με πληροφορίες αλλά δεν τους δίνουμε ένα κορμό! Π.χ. όταν μιλάμε για κάποιον πόλεμο, ποιοι πολέμησαν, για ποιο λόγο πολέμησαν, ποιοι νίκησαν. Αντ’ αυτού, τους φορτώνουμε με πάρα πολλές πληροφορίες και δεν μπορούν να τις συγκρατήσουν».

Αυτή η μέθοδος που θεωρείται «ειδική», ενδείκνυται και για τα άλλα παιδιά ή είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των δυσλεξικών;

«Βεβαίως και ενδείκνυται! Θυμάμαι στο Πανεπιστήμιο, μας είχαν κάνει ένα πρότυπο μάθημα στη γεωγραφία λέγοντάς μας ότι τα παιδιά με τύφλωση μπορούν πιο εύκολα να κατανοήσουν τη γεωγραφία αν υπάρχει ένας ανάγλυφος χάρτης. Μα με έναν τέτοιο χάρτη όλα τα παιδιά θα βοηθηθούν! Θέλουμε να υπάρχουν διαφορετικές μέθοδοι γι’ αυτά τα παιδιά, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι αν εφαρμοστούν γενικευμένα, δεν θα ωφεληθεί μόνο η κατηγορία με τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αλλά το σύνολο. Ας πάρουμε παράδειγμα τον εαυτό μας: τι μας είναι πιο εύληπτο και μπορούμε εύκολα να συγκρατήσουμε στη μνήμη, ένας σωρός διαφόρων πληροφοριών π.χ. ιστορίας ή την πληροφορία που παρέχεται με σύστημα αποθήκευσης και αρχειοθέτησης στον εγκέφαλο; Δε σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε δυσλεξικοί για να μπορούμε να ωφεληθούμε από τη σωστά οργανωμένη παρεχόμενη γνώση. Αυτό είναι και δουλειά του δασκάλου που αν θέλει να είναι καλά οργανωμένος μπορεί να βοηθήσει όλους του τους μαθητές του».

Παράγει δυσλεξικά παιδιά το ίδιο το σύστημα;

«Το κάνει. Πότε; Όταν ένας εκπαιδευτικός θέλει το παιδί διαβασμένο στην Ιστορία με αποστήθιση, κατά κανόνα αποκλείει τα παιδιά που δεν μπορούν να αποστηθίσουν εύκολα. Γίνονται αυτομάτως «δυσλεξικά» από έναν αντιπαιδαγωγικό παράγοντα. Όταν ένας εκπαιδευτικός δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις λεπτομέρειες της γραμματικής ή του συντακτικού, δεν προσπαθεί να οριοθετήσει την αρχική γνώση σε πέντε βασικούς κανόνες αλλά φορτώνει με πληροφορίες, τα παιδιά δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν! Είναι δεδομένο αυτό! Αν μπορέσει ο δάσκαλος να οριοθετήσει το μάθημά του, ποια είναι τα βασικά σημεία τα οποία πρέπει να δουλέψει ένα παιδί, τότε αλλάζουν τα πράγματα… Αυτό δε σημαίνει ότι ένας δάσκαλος πρέπει να δουλέψει με έναν τρόπο για τα είκοσι από τα τριάντα παιδιά και με έναν άλλο τρόπο για τα υπόλοιπα δέκα, ακόμα κι αν τα μεν μπορούν ν’ αποστηθίζουν και τα άλλα όχι. Θα πρέπει να έχει την ευελιξία να προσαρμόζει τη μέθοδό του επ’ ωφελεία του συνόλου των μαθητών».

Έχει όμως ο μέσος δάσκαλος τα εφόδια για τη διαχείριση τέτοιων καταστάσεων;

«Χρειάζεται μόρφωση και σίγουρα πιο εξειδικευμένα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο – αφού πια μιλάμε για ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες – ώστε ένας πτυχιούχος εκπαιδευτικός να γνωρίζει πέντε βασικά πράγματα. Έπειτα είναι και θέμα προσωπικού ενδιαφέροντος. Μπορεί π.χ. να μην έχω γνώσεις ειδικής αγωγής και έρχεται στην τάξη μου ένα παιδί με δυσλεξία. Δεν πρέπει να ενημερωθώ απ’ το γονιό; Δεν πρέπει να ψάξω μόνος μου; Να πάρω ένα βιβλίο, να ρωτήσω και να μάθω ή να μπω στο διαδίκτυο, να βρω οτιδήποτε μπορεί να με βοηθήσει στη διαχείριση της κατάστασης για το καλό του παιδιού;»

Μπορεί ένας δάσκαλος να κάνει διάγνωση δυσλεξίας;

«Κανένας δάσκαλος δεν θα βγάλει διάγνωση. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Αρκεί να γνωρίζει ότι οι ενδείξεις για ένα πιθανώς δυσλεκτικό παιδί είναι οι αντιμεταθέσεις, αντιστροφές, αναγραμματισμοί, κλπ. Υποχρέωσή του είναι να ενημερώσει το γονέα για συγκεκριμένες ενδείξεις π.χ. στην ορθογραφία, και να του πει ότι πιθανόν το παιδί να έχει δυσλεξία. Από κει και πέρα αναλαμβάνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες και οι ειδικοί που θα βγάλουν τη διάγνωση».

Και η δική της εκτίμηση για τον πληθυσμό των δυσλεξικών ή δυσλεκτικών παιδιών. Διαφέρει «κατά τι» από την εκτίμηση του Σχολικού Συμβούλου:

«Υπάρχουν πολλά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Απλά δεν είναι γραμμένα στα Τμήματα Ένταξης. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί: να μην έχει αντιληφθεί ο γονέας ότι το παιδί του αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, ή να το έχει καταλάβει και να το αρνείται πιστεύοντας ότι το παιδί του θα στιγματιστεί πηγαίνοντας σε ένα τμήμα ένταξης – κάτι που πραγματικά δεν ισχύει διότι εκεί, με την εξατομικευμένη διδασκαλία που εφαρμόζουμε, τα παιδιά βελτιώνονται, ανεβαίνει η αυτοπεποίθησή τους και η αυτοεκτίμησή τους, δε φοβούνται τα βιβλία και τη γνώση, μπορούν να συμμετέχουν στο μάθημα και εν κατακλείδι βελτιώνεται και η εικόνα τους μέσα στην κανονική τους τάξη. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά»…

Μόνο που εμείς θα μπούμε στον πειρασμό να προσθέσουμε έναν ακόμη λόγο στους παραπάνω: την άγνοια των γονέων, οι οποίοι αποδίδουν (αβίαστα, μοιρολατρικά και ενίοτε με κρυφή ανακούφιση από υποψίες ενοχών) τη μαθησιακή δυσκολία του παιδιού τους στο …τούβλο που αποφασίζουν ότι διαθέτει αντί για εγκέφαλο.

Τι εστί Δυσλεξία;

Στο έντυπο της Πανελλήνιας Ένωσης Γονέων Παιδιών με Μαθησιακές Δυσκολίες, διαβάζουμε:

Στην Ελλάδα πάνω από 100.000 οικογένειες έχουν παιδιά με Μαθησιακές Δυσκολίες (Δυσλεξία). Κάποια από αυτά τα παιδιά βιώνουν την απόρριψη, το στιγματισμό, τις διακρίσεις, σ’ ένα πρόβλημα που δεν είναι ιατρικό αλλά εκπαιδευτικό. Οι προκαταλήψεις και η άγνοια μετατρέπουν μια ιδιαιτερότητα του παιδιού, σε εφιάλτη ζωής. Η σωστή ενημέρωση όμως βοηθά πάντα.

Υπάρχουν τρεις τύποι Μαθησιακών Δυσκολιών:

1) η Δυσκολία στην ανάγνωση

2) η Δυσκολία στα μαθηματικά

3) η Δυσκολία στη γραπτή έκφραση

Οι τρεις αυτοί τύποι Μαθησιακής Δυσκολίας δεν παρουσιάζονται στον ίδιο βαθμό σε κάθε παιδί. Είναι πιθανό επίσης, να συνυπάρχουν με Συναισθηματικές Διαταραχές, με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα ή με Παραπτωματική Συμπεριφορά.

Όμως αν οι Μαθησιακές Δυσκολίες δεν οφείλονται:

– σε νοητική υστέρηση ή ασθένεια

– σε δυσλειτουργία οργανική ή αναπτυξιακή ανωριμότητα ή διαταραχή

Τότε το μέλλον των παιδιών με Μαθησιακή Δυσκολία μπορεί να είναι λαμπρό, εφόσον:

– η διάγνωση γίνει έγκαιρα και αρχίσει η υποστηρικτική αγωγή αμέσως

– η οικογένεια συμμετέχει στην προσπάθεια

– η εκπαιδευτική κοινότητα κατανοήσει την ιδιαιτερότητά τους

– η Πολιτεία τους δώσει ίσες ευκαιρίες για ισότιμη συμμετοχή

Αγαπητοί γονείς, τα παιδιά με Μαθησιακή Δυσκολία είναι απόλυτα φυσιολογικά άτομα που απλώς κατανοούν το λόγο με έναν δικό τους τρόπο. Ο λόγος όμως σήμερα και ιδιαίτερα ο γραπτός, είναι το «διαβατήριο» του πολιτισμού μας. Βοηθήστε τα να «παρακάμψουν» κάποιες διαδικασίες για να περάσουν στον κόσμο της γνώσης όπως έχουν δικαίωμα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.