Εξαγονται ετησιως 350.000 τονοι ελληνικου βαμβακιου
Επιχειρηματίες της ένδυσης και της κλωστοϋφαντουργίας από τη Μακεδονία και τη Θράκη κάνουν εξαγωγές με επιτυχία εδώ και χρόνια στην Τουρκία, την Ευρώπη, την Αραβία, το Πακιστάν. Παρά την κρίση στον τομέα του φασόν η κλωστοϋφαντουργία αντέχει ακόμη και ετησίως φτάνουμε στο ύψος των 350.000 τόνων ελληνικού βαμβακιού, ήτοι τζίρου 350.000 ευρώ.
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στα «Θρακικά Εκκοκκιστήρια» Σταμάτης Κουρούδης μίλησε στον ΠτΘ για τις εξαγωγές στο τομέα των εκκοκκιστηρίων και της κλωστοϋφαντουργίας γενικότερα.
Ανάμεσα στα κλωστήρια που συνεχίζουν δυναμικά την πορεία τους στον τομέα των εξαγωγών είναι και αυτά της Θράκης στην οποία παλιά ανθούσε και η βιομηχανία φασόν, λόγω του τότε φθηνού εργατικού δυναμικού, πριν εισβάλουν στην παγκόσμια αγορά οι ασιατικές χώρες. Τα κλωστήρια έχουν μειωθεί στην Ελλάδα αλλά συνεχίζουν να έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό, ειδικά στην Τουρκία, την Ιταλία, το Πακιστάν, την Ινδία, την Ιαπωνία.
• Υψηλοί τζίροι
Ο κ. Κουρούδης εξήγησε τον παραδοσιακό χαρακτήρα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας, με σημαντική παραγωγή που φτάνει τους 440 χιλιάδες τόνους ετησίως. «Τόσο τα εκκοκκιστήρια όσο και η κλωστοϋφαντουργία από τη γέννησή τους ήταν εξαγωγικός κλάδος στην Ελλάδα. Είχαμε ανεπτυγμένη κλωστοϋφαντουργία, κυρίως κλωστήρια, τα οποία κατανάλωναν το σύνολο του ελληνικού βαμβακιού. Την τελευταία δεκαετία, αφενός λόγω της μεγάλης αύξησης της βαμβακοπαραγωγής κι αφετέρου λόγω της συρρίκνωσης του κλάδου των κλωστηρίων, όλο και περισσότερο τα εκκοκκιστήρια γίνονται εξαγωγικά.
Φέτος η Ελλάδα είχε μια παραγωγή 430 – 440 χιλιάδες τόνους εκκοκκισμένο βαμβάκι, ενώ η ελληνική κατανάλωση έπεσε στις 70 με 80 χιλιάδες, ενώ πριν πέντε χρόνια ήταν διπλάσια. Κατά συνέπεια 350.000 τόνοι ελληνικού βαμβακιού εξάγονται. Από αυτούς ο πρώτος μας πελάτης είναι η Τουρκία που εισήγαγε περίπου 200.000 τόνους. Αν το υπολογίσουμε με 1 ευρώ το κιλό σημαίνει ότι περίπου 200.000 ευρώ είναι οι εξαγωγές μας προς την Τουρκία.
Το βαμβάκι με τα πετρελαιοειδή είναι τα κατεξοχήν εξαγώγιμα προϊόντα προς την Τουρκία.
Δεύτερος πελάτης μας είναι η Αίγυπτος – σε εξαγωγή βαμβακιού – ακολουθούν διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και στη συνέχεια χώρες από όλο τον κόσμο όπως το Πακιστάν, η Ινδία και η Ιαπωνία».
Ο κ. Κουρούδης εξήγησε τη μορφή που φεύγει το βαμβάκι. «Το βαμβάκι φεύγει ως μπάλες στο εξωτερικό στα κλωστήρια, εκεί γίνεται νήμα και το νήμα γίνεται ύφασμα και ένδυμα. Προορισμός του 99,6% είναι η κλωστοϋφαντουργία είτε με τη μορφή ρούχων είτε με τη μορφή υφασμάτων για διάφορες άλλες χρήσεις όπως είναι τα έπιπλα».
Επικεντρώνοντας στις εξαγωγές των εκκοκκιστηρίων της Θράκης ο κ. Κουρούδης έδωσε την εικόνα: «Στην περιοχή μας τα ποσοστά εξαγωγής είναι μικρότερα γιατί έχουμε τα κλωστήρια της Κομοτηνής τα οποία τροφοδοτούνται στο μεγαλύτερό τους ποσοστό από το βαμβάκι της Θράκης. Το υπόλοιπο εξάγεται κύρια στην Τουρκία γιατί λόγω γεωγραφικής θέσης τα εκκοκκιστήρια της περιοχής είναι τα πλησιέστερα στην Τουρκία και οι πρώτοι στους οποίους απευθύνονται τα τουρκικά κλωστήρια.
Επομένως, τα εκκοκκιστήρια της Θράκης έχουν σαν πρώτο πελάτη τα κλωστήρια της Κομοτηνής, δεύτερο αυτά της Τουρκίας και ακολουθεί ο υπόλοιπος κόσμος».
Η βελτίωση του οδικού δικτύου και η διαρκής μείωση των αποστάσεων είναι μια διευκόλυνση στο εμπόριο. «Η μεταφορά του βαμβακιού γίνεται με φορτηγά σε ό,τι αφορά τη δυτική Τουρκία, ενώ αυτό που κατευθύνεται στην Αττάλεια φορτώνεται από εδώ σε κοντέινερς και στη συνέχεια πηγαίνει στην Τουρκία με καράβια από τη Θεσσαλονίκη. Το μεγάλο μας γεωγραφικό πλεονέκτημα είναι τα φορτηγά που πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη γιατί υπάρχουν πολλά τούρκικα φορτηγά που επιστρέφουν άδεια και το κόμιστρο είναι πάρα πολύ φθηνό. Γι’ αυτό το λόγο γινόμαστε ασυναγώνιστοι έναντι όλων των υπολοίπων εκκοκκιστηρίων της Ελλάδας» εξήγησε ο Σ. Κουρούδης.
• Παρατράγουδα
Για το κατά πόσο οι πελάτες εισαγωγείς είναι καλοπληρωτές ο κ. Κουρούδης απάντησε: «Οι πελάτες μας είναι βιομηχανικοί, επομένως πρόκειται για μεγάλες επιχειρήσεις. Εξάλλου, υπάρχει και η διαδικασία ελέγχου μέσω των τραπεζών. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εμφανίζονται κατά καιρούς προβλήματα. Θα πρέπει κάποιος να είναι προσεκτικός στις συναλλαγές του και να ελέγξει τον τρόπο πληρωμής. Όταν κάποιος δεν είναι σίγουρος πελάτης θα πρέπει η πώληση να γίνεται με άνοιγμα πίστωσης μέσω μιας τράπεζας η οποία εγγυάται όλα τα σχετικά. Υπάρχουν βέβαια προβλήματα που εστιάζονται στην αξιοπιστία. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να κλείσει μια ποσότητα βαμβακιού, να πέσουν οι τιμές και ο πελάτης να μην το πάρει. Στο παρελθόν είχαμε παρόμοια φαινόμενα. Έχουμε όμως και το παράδειγμα εκκοκκιστηρίων από άλλες περιοχές που όταν ανέβηκαν οι τιμές δεν προμήθευαν το βαμβάκι τους ενώ είχαν κλείσει συμφωνία. Παρόμοια φαινόμενα υπάρχουν στην αγορά και από την πλευρά του εισαγωγέα και του εξαγωγέα. Οι τούρκοι είναι από τους πελάτες μας που έχουν τη χειρότερη φήμη σ’ αυτό το κομμάτι, αν και υπήρξαν παραδείγματα ελλήνων εκκοκκιστών που έδειξαν ασυνέπεια».
• Σε κατιούσα πορεία το φασόν
Εξαγωγές για τις ανάγκες ένδυσης γίνονται εδώ και χρόνια. Ο κ. Κουρούδης μετέφερε ότι μεγάλοι οίκοι με επώνυμα ρούχα ερχόντουσαν στη Θράκη διότι παλιά ήταν φθηνό το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα και τα ρούχα κατασκευαζόντουσαν στην Ελλάδα και στη συνέχεια κατά πλειοψηφία εξάγονταν. «Δυστυχώς ο κλάδος τείνει να εκλείψει, ο αριθμός έχει μειωθεί σημαντικά κι όσοι απέμειναν κάνουν εξαγωγές. Κατάφεραν να μείνουν όσοι εναρμονίστηκαν στις νέες συνθήκες και βρήκαν μια θέση πιο ανταγωνιστική σε σχέση με τις χώρες φθηνού εργατικού κόστους και μαζικής παραγωγής που είναι οι ασιατικές. Αυτοί είναι όσοι βρήκαν άμεση πρόσβαση στην αλυσίδα της διανομής, όσοι έδωσαν βάρος σε συγκεκριμένες διεργασίες όπως είναι το βαθύ φινίρισμα. Οι εξαγωγές μας στον τομέα του ενδύματος έχουν μειωθεί αλλά το κομμάτι που έμεινε είναι το εξαγωγικό».
Με την κλωστοϋφαντουργία ασχολούνται παραδοσιακά επιχειρήσεις στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, τη Μακεδονία και με το βαμβάκι περιοχές μέχρι και τη Λειβαδιά. Κάτω από τη Θεσσαλονίκη έχουν μείνει ελάχιστες μονάδες που ασχολούνται με την κλωστοϋφαντουργία.
Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη έχουν κλείσει πολλές μονάδες φασόν (έτοιμου ενδύματος) τα τελευταία 10 με 12 χρόνια. Η αρχή, όπως εξήγησε ο κ. Κουρούδης, έγινε στη Δράμα και την Καβάλα με μετακίνηση επιχειρήσεων σε βαλκανικές χώρες, ενώ έγινε μεγάλη μετανάστευση επιχειρήσεων και από τη Θράκη. «Ταυτόχρονα είχαμε στη ΒΙΠΕ Κομοτηνής τη δημιουργία κλωστηρίων τα οποία αντέχουν στο διεθνή ανταγωνισμό, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι η κρίση ξεπεράστηκε. Λίγο – πολύ στον κλάδο γνωρίζουμε ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι χωρίς όμως αυτό να είναι οριστικό» επεσήμανε.
Στην ερώτηση του ΠτΘ κατά πόσο ο ίδιος αισθάνεται ασφαλής, ο κ. Κουρούδης είναι σαφής: «Όποιος αισθάνεται ασφαλής με μαθηματική ακρίβεια θα κλείσει. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξελίσσεται, ν’ ακολουθεί τα μηνύματα. Για παράδειγμα, σαν εκκοκκιστήριο διαπιστώνουμε ότι η βαμβακοπαραγωγή θα μειωθεί. Επομένως, σ’ ένα κλάδο που ήδη ήμασταν περισσότεροι από όσους η πραγματικότητα απαιτούσε και δεν μάς αρκούσε η πρώτη ύλη, με τη μείωση της πρώτης ύλης θα έχουμε πρόβλημα, επομένως θα πρέπει να διαφοροποιηθούμε και να δούμε τι θα κάνουμε».
Ο κ. Κουρούδης πιστεύει ότι καθημερινά ο επιχειρηματίας παίρνει τα ρίσκα του, κάνει τις επιλογές του για να παραμείνει στην αγορά.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
