Ευη Κυριαζιδου, κομοτηναια πιανιστα: Η κλασικη μουσικη δεν θα εκλειψει ποτε
Στην εποχή της κρίσης – κυρίως αξιών- που βιώνει η χώρα μας είναι παρήγορο να συναντάς νέους ανθρώπους που δημιουργούν και ονειρεύονται. ‘Όπως η κομοτηναία ταλαντούχα και χαρισματική πιανίστα Εύη Κυριαζίδου, από τις πιο ελπιδοφόρες νέες παρουσίες στο ελληνικό πιανιστικό χώρο, που ξεχωρίζει για την ερμηνευτική ωριμότητά της. την τεχνική κι εκφραστική δεξιότητά της.
Στη συζήτηση που είχαμε μας μίλησε για τη σχέση της με το πιάνο και τους αγαπημένους δημιουργούς της, για τους προβληματισμούς, τις αναζητήσεις και τα όνειρά της, για τη γενέθλια πόλη της και μας εξέφρασε τις απόψεις της για την κλασική μουσική και τη μουσική εκπαίδευση, για το καθήκον της τέχνης στην εποχή της κρίσης.
Από το αρμόνιο στο πιάνο
-Ποια ήταν η αφορμή για να ασχοληθείτε με το πιάνο;
Στην πραγματικότητα μεταπήδησα στο πιάνο, από το αρμόνιο με το οποίο είχα ξεκινήσει τις μουσικές μου εξερευνήσεις. Ο φυσικός του ήχος, η μεγαλύτερη ηχοχρωματική του γκάμα αλλά και το πολύ πιο ενδιαφέρον ρεπερτόριο που υπάρχει για πιάνο ήταν αυτά που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον.
-Ποια ήταν τα πρώτα μουσικά σας ακούσματα;
Στο σπίτι, θυμάμαι, ακούγονταν ήχοι από την παραδοσιακή και τη λαϊκή και έντεχνη ελληνική μουσική. Ο πατέρας μου, θέλοντας να ψυχαγωγήσει την οικογένεια, έπαιζε με το κλαρίνο θρακιώτικα, ηπειρώτικα, τραγούδια του γάμου και με το σαξόφωνο Πάριο και Κατσαρό. Κάποιες φορές αναπολούσε τους Beatles και τον Frank Sinatra.. Με την κλασική μουσική πάντως, ήρθα σε επαφή αρκετά αργότερα.
Το πιάνο είναι εσωτερική μου ανάγκη
-Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση σας με το πιάνο και τη μουσική γενικότερα;
Η απάντηση «σχέση ζωής» ίσως ακούγεται κλισέ…Είναι ανάγκη, εσωτερική ανάγκη.
-Ποιο είναι το «γενεαλογικό» σας δέντρο, στο χώρο της κλασικής μουσικής;
Ξεκίνησα ακούγοντας Μότσαρτ, στα 14 μου έκανα μία απότομη μεταβολή στον Ραχμάνινοβ, μετέπειτα ενθουσιάστηκα με τα εθνικά στοιχεία της μουσικής του Γκριγκ και του Ντβόρζακ, ξαναεπέστρεψα στην κλασική και ρομαντική περίοδο για να ανακαλύψω πολύ αργότερα τη μουσική των νεοκλασικιστών του 20ου αιώνα και των συνθετών της ελληνικής εθνικής σχολής.
– Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συνθέτης κλασικής μουσικής που έχει γράψει για πιάνο και σας «προκαλεί» στην ερμηνεία σας;
Υπάρχουν έργα που με συγκινούν και άρα με «προκαλούν». Μπορώ να σας αναφέρω ενδεικτικά τις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» του Μπαχ, τις «Εικόνες από μια Έκθεση» του Μουσόργσκι, την Σονάτα «Hammerklavier» του Μπετόβεν, τα «Χρόνια Προσκυνήματος» του Λιστ. Για τον τελευταίο τρέφω μία ιδιαίτερη συμπάθεια κυρίως όμως, λόγω της έντονης -αμφιλεγόμενης πολλές φορές- μουσικής του προσωπικότητας.
Η σπουδή, η μέθοδος δηλαδή με την οποία καλλιεργεί κανείς το χάρισμά του, είναι σημαντικότερη
-Τι είναι σημαντικότερο, το ταλέντο ή η σπουδή;
Εξαρτάται τι θεωρούμε ταλέντο και τι σπουδή. Για μένα ταλέντο δεν είναι τόσο το χάρισμα που μπορεί να έχει κανείς σε κάποιο τομέα, όσο η αξιοποίησή του με τέτοιο τρόπο ώστε να το αναδείξει στο έπακρο. Κατά συνέπεια, η σπουδή, η μέθοδος δηλαδή με την οποία καλλιεργεί κανείς το χάρισμά του, είναι σημαντικότερη. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να συγχέουμε ή καλύτερα, να ταυτίζουμε τη σπουδή, που είναι ένα απόλυτα προσωπικό θέμα, με τις σπουδές, στις οποίες εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό και εξωγενείς παράγοντες.
-Αρκεί μόνο το ταλέντο για να κάνει κάποιος καριέρα στο χώρο σας;
Μερικές δεκαετίες πριν ίσως και να αρκούσε. Τα τελευταία χρόνια όμως οι επαγγελματίες μουσικοί, πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο. Μόνο στην Κίνα ξέρετε, υπάρχουν τόσοι πιανίστες όσοι και ο πληθυσμός ολόκληρης της Ελλάδας! Πολλοί από αυτούς έχουν εξαιρετική τεχνική κατάρτιση, έχουν κερδίσει διεθνείς διαγωνισμούς και έχουν σπουδάσει στις πιο φημισμένες σχολές του κόσμου. Για να ξεχωρίσει λοιπόν κάποιος από αυτούς, χρειάζεται, να έχει και το «κάτι ιδιαίτερο», καθώς επίσης και μια ισχυρή δόση τύχης.
-Έχετε αποπειραθεί να συνθέσετε;
Έχω γράψει κατά καιρούς κάποια έργα για πιάνο, με επιρροές από τον Ντεμπισύ και τον Γιάννη Κωνσταντινίδη, όπως επίσης και μερικά τραγούδια. Ο κάθε μουσικός, ερασιτέχνης ή μη, έχει περάσει από την φάση της συνθετικής αναζήτησης κάποια στιγμή στη ζωή του.
-Ποιους θεωρείτε σημαντικότερους σταθμούς της καλλιτεχνικής καριέρας σας;
Την γνωριμία μου με σπουδαίους μουσικούς, φημισμένους και μη.
-Έχετε συμμετάσχει σε πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ποια σας έχει μείνει αξέχαστη;
Η πρώτη μου εμπειρία σαν σολίστ το 2002, όταν ερμήνευσα το 1ο κοντσέρτο για πιάνο του Λιστ με την Ορχήστρα της Μπρατισλάβα και μαέστρο τον Κάρολο Τρικολίδη.
-Πόσο εύκολο είναι να κάνει ένας έλληνας μουσικός καριέρα στο εξωτερικό;
Δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο εύκολο από έναν διαφορετικής εθνικότητας μουσικό. Θα έλεγα ότι τον κύριο ρόλο παίζει η αγορά εργασίας. Σε κάποιες χώρες το επάγγελμα του μουσικού είναι σχεδόν κορεσμένο, ενώ, σε κάποιες άλλες, ακόμη αρκετά ανοιχτό, όπως π.χ. στην Αυστραλία, σε κάποιες χώρες της Ασίας, στην Κεντρική Αμερική.
Να καταρριφθούν τα στερεότυπα που συνοδεύουν την κλασική μουσική
-Πώς βλέπετε το μέλλον της κλασικής μουσικής;
Ένα είναι σίγουρο: ότι ακριβώς επειδή είναι «κλασική», η μουσική αυτή δεν θα εκλείψει ποτέ. Αυτό που θα ήθελα εγώ να συμβεί είναι να καταρριφθούν τα στερεότυπα που συνοδεύουν αυτού του είδους τη μουσική, ότι δηλαδή προορίζεται για την υψηλή κοινωνία, υπηρετεί τον καθωσπρεπισμό, δεν είναι ικανή να συγκινήσει τον απλό άνθρωπο κ.ά. ενώ, η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα.
-Ποια είναι η θέση της κλασικής μουσικής σήμερα στην Ελλάδα; Μπορεί να μπει στην καθημερινότητα μας;
Για να γίνει κάτι μέρος της καθημερινότητάς μας χρειάζεται να γίνει πρώτα μέρος της κουλτούρας μας. Η παράδοσή μας –και όχι μόνο η μουσική- είναι πολύ διαφορετική από αυτή των κεντροευρωπαϊκών χωρών λόγω των ιστορικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στον ελλαδικό χώρο. Είναι απόλυτα φυσικό λοιπόν, να αισθανόμαστε πολύ πιο οικεία με το άκουσμα ενός τσιφτετελιού παρά μιας συμφωνίας. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι να δοθούν περισσότερα ακουστικά ερεθίσματα στον κόσμο και κυρίως, στα νέα παιδιά. Το αυτί των νέων είναι εύπλαστο, μπορεί να εκπαιδευτεί να ακροάζεται ώστε να είναι μετά σε θέση να κρίνει και να δέχεται ή να απορρίπτει.
-Πιστεύετε ότι η κλασική μουσική είναι προνόμιο λίγων, μυημένων;
Έχει επικρατήσει να είναι. Οι ίδιοι, αυτοί οι λίγοι και μυημένοι όπως λέτε, την έχουν ανακηρύξει σε προνόμιό τους για να μπορούν να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, θυμίζοντάς τους τις κοινωνικές και ταξικές τους διαφορές. Ανέκαθεν η κοινωνική καταγωγή «επέβαλλε» –επιτρέψτε μου την λέξη- συμπεριφορές, κανόνες, μορφές τέχνης άρα και συγκεκριμένο είδος μουσικής. Η μουσική όμως είναι μία και, η τέχνη γενικότερα, είναι για όποιον την έχει ανάγκη, δεν κάνει διακρίσεις, είναι παγκόσμια και παντοτινή.
Είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι, πλέον, η μουσική, σαν μάθημα, διδάσκεται σχεδόν σε όλα τα σχολεία της χώρας
-Σε ποια θέση βρίσκεται η Ελλάδα, όσον αφορά τη μουσική παιδεία; Ποια είναι τα βασικά της μειονεκτήματα;
Είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι πλέον, η μουσική, σαν μάθημα, διδάσκεται σχεδόν σε όλα τα σχολεία της χώρας. Ακόμη πιο θετικό είναι ότι για την κάλυψη των αναγκών του μαθήματος, έχουν προσληφθεί τα τελευταία χρόνια νέοι άνθρωποι, με σοβαρές σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου, όρεξη για δουλειά και «φρέσκιες» ιδέες. Ας μην ξεχνάμε επίσης τη δουλειά που γίνεται στα μουσικά σχολεία, αν και όχι σε όλα, καθώς και στα πανεπιστήμια μουσικής. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο γονιός ήταν αναγκασμένος να ξοδέψει μια περιουσία για τη μουσική εκπαίδευση του παιδιού του. Έχουμε ένα κακό βέβαια εμείς οι ‘Έλληνες. Σνομπάρουμε ό,τι μας προσφέρεται δωρεάν! Σαφώς, αυτή την αντίληψη την έχει καλλιεργήσει και το ίδιο το κράτος, με το πελατειακό του καθεστώς αλλά, για σκεφτείτε, πόσο θα ανακούφιζε τον οικογενειακό προϋπολογισμό μια πραγματικά δωρεάν παιδεία.
Η κρίση ξέρετε δεν αφορά μονάχα στην οικονομία αλλά κυρίως στα ιδανικά
-Ποια είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση για έναν μουσικό;
Όταν κατορθώνει με τη μουσική του να εμπνέει τους ανθρώπους γύρω του.
-Ποια είναι η ιδιαίτερη πατρίδα ενός καλλιτέχνη;
Όπως και για κάθε άνθρωπο, αυτή που επιλέγει για πατρίδα του.
– Ποιο είναι το καθήκον της τέχνης στην εποχή μας, ιδιαίτερα την περίοδο αυτή της κρίσης;
Κοιτάξτε, η τέχνη δεν έχει κανένα καθήκον, απλά υπάρχει και κρίνεται από την ιστορία. Οι δημιουργοί της τέχνης φέρουν την ευθύνη των μεσολαβητών ανάμεσα στην τέχνη και την κοινωνία . Η κρίση ξέρετε δεν αφορά μονάχα στην οικονομία αλλά κυρίως στα ιδανικά. Ο καλλιτέχνης είναι λοιπόν αυτός που, με το ήθος και την ειλικρίνειά του, μπορεί και έχει χρέος να υπενθυμίσει στον κόσμο αξίες πέρα από το χρήμα, ιδανικά ξεχασμένα καθώς επίσης και να προβάλλει μια εναλλακτική, πιο αισιόδοξη και πιο ανθρώπινη στάση ζωής.
-Με τι ασχολείστε σήμερα;
Με τη μουσική δημιουργία μέσω της ερμηνείας. Παίζω σόλο κομμάτια για πιάνο, με έμφαση στην νεότερη ρωσική, αμερικάνικη και ελληνική σχολή. Συμπράττω με άλλους μουσικούς σε σχήματα μουσικής δωματίου, διδάσκω πιάνο σε μαθητές μουσικών σχολείων και προσπαθώ να αναπτύξω μία γενικότερη δραστηριότητα κινητοποιώντας συναδέλφους μου σε έναν κοινό στόχο: Την προβολή και ανάδειξη της ποιοτικής καλλιτεχνικής δημιουργίας στο ευρύ κοινό.
-Τι ονειρεύεστε;
Να ξαναβρούμε την ανθρωπιά μας.
Κομοτηνή και Ξάνθη αποτελούν πόλεις-πρότυπα συμβίωσης
-Τι σημαίνει για σας η Κομοτηνή;
Η Κομοτηνή, όπως και η Ξάνθη αποτελούν πόλεις-πρότυπα συμβίωσης πληθυσμών με διαφορετικότητα στη θρησκεία, στις παραδόσεις, στα ήθη και τα έθιμα. Είναι από τα λίγα μέρη στην Ελλάδα όπου χρώματα και αρώματα από τη δύση δένουν αρμονικά με αυτά της ανατολής.
-Τι εικόνες, τι μνήμες έχετε;
Κουβαλάω μνήμες και εικόνες κυρίως από την παιδική μου ηλικία. Ατέλειωτο παιχνίδι στις γειτονιές, πάρτι γενεθλίων στο σπίτι και αλλού, μυρωδιές από την κουζίνα της μαμάς και μια γενικότερη ανεμελιά που μόνο σαν παιδί έχει κανείς.
Η πιανίστα Εύη Κυριαζίδου
Η κομοτηναία πιανίστα Εύη Κυριαζίδου ξεκίνησε μουσική με τον πατέρα της, σε ηλικία 10 ετών. Μετά τα πτυχία Πιάνου και Θεωρητικών συνέχισε στο Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης απ’ όπου και πήρε Δίπλωμα Πιάνου με “Άριστα Παμψηφεί”, 1ο Βραβείο και Ειδική Διάκριση. Είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Πανεπιστημίου Mozarteum Salzburg από το οποίο απέκτησε τον τίτλο “Master of Arts” στο σολιστικό πιάνο. Έχει μελετήσει με τους γνωστούς έλληνες πιανίστες, Λάμπη Βασιλειάδη, Βίνια Τσόπελα και Δόμνα Ευνουχίδου, τον Rolf Plagge στο Σάλτσμπουργκ και, με τον πιανίστα, καθηγητή της Julliard School of Music, Dr. Matti Raekallio, στο Ανόβερο. Έχει επίσης παρακολουθήσει σεμινάρια πιάνου με τους A. Schiff, Υ. Solomon, J. Soriano, M. Moguilevsky, Martjin van den Hoek, Λ. Ευσταθιάδου, όπως επίσης και σεμινάρια μουσικής σύνθεσης και ανάλυσης έργων 20ου και 21ου αιώνα.
Η Εύη Κυριαζίδου υπήρξε υπότροφος του ΙΚΥ για την υψηλότερη βαθμολογία πτυχίου στο Tμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης καθώς και του Μουσικού Σωματείου «Τζίνα Μπαχάουερ», κατόπιν του ομώνυμου διαγωνισμού πιάνου (Αθήνα 2005), για σπουδές στο εξωτερικό. Η συναυλιακή της δραστηριότητα περιλαμβάνει κοντσέρτα με την ορχήστρα Δωματίου της Μπρατισλάβα, τη Συμφωνική ορχήστρα Νέων «Δημήτρης Μητρόπουλος» του ΝΩΘ, τη Συμφωνική ορχήστρα της Βράτσα της Βουλγαρίας καθώς και σόλο ρεσιτάλ στην Ελλάδα, Αυστρία, Γερμανία, Βουλγαρία. Σαν μέλος συνόλου μουσικής δωματίου, έχει δώσει αρκετές συναυλίες, μεταξύ των οποίων και για την επέτειο των 250 χρόνων από τη γέννηση του Μότσαρτ στο Σάλτσμπουργκ, ενώ, σαν πιανίστα-συνοδός, συνεργάστηκε με την όπερα Landestheater του Σάλτσμπουργκ, χορωδίες και λυρικούς τραγουδιστές σε Ελλάδα, Αυστρία και Γερμανία. Το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει μερικά από τα σημαντικότερα έργα για πιάνο και εκτείνεται από τον Bach έως τον Prokofiev, την 2η σχολή της Βιέννης και τους έλληνες και αμερικάνους συνθέτες 20ου και 21ου αιώνα.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
