Επιτιμος διδακτορας του ΔΠΘ “ο πρωθυπουργος της ειρηνης”, Jean – Claude Juncker
Σε Επίτιμο Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, αναγορεύθηκε στη διάρκεια πανηγυρικής τελετής, που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη το μεσημέρι, ο Πρωθυπουργός του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κ. Jean- Claude Juncker.
Παρόντες στην εκδήλωση ήταν ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών κ. Τάσος Γιαννίτσης εκπροσωπώντας τον Πρωθυπουργό της χώρας κ. Κ. Σημίτη, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κώστας Καραμανλής, βουλευτές της Θράκης, εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης, των τοπικών αρχών, προσωπικότητες από το χώρο του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου και των Πανεπιστημίων.
«Άνθρωπο της ειρήνης, της ελευθερίας της προόδου της ανάπτυξης της σταθερότητας της κοινωνικής δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού», χαρακτήρισε τον ηγέτη στην προσφώνηση του ο Πρύτανης του Δ.Π.Θ κ. Γιάννης Σχινάς.
«Τις κοινωνίες μας χαρακτηρίζει η πολυπολιτισμικότητα, άλλοτε αιτία εντάσεων αλλά σήμερα στοιχείο πλούτου και δύναμης. Η συμβολή και του Λουξεμβούργου και της Θράκης στην ιστορική διαμόρφωση αυτού που σήμερα αποκαλούμε Ευρώπη, υπήρξε δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την έκταση και τον πληθυσμό τους», τόνισε εμφατικά επίσης ο Πρύτανης του Δ.Π.Θ. επιχειρώντας μια ταύτιση ανάμεσα στις δύο χώρες, προσθέτοντας ότι «η συμβολή του Λουξεμβούργου κορυφώθηκε στους τομείς της πολιτικής και της οικονομίας. Όπως άλλοτε ο Ρήνος, έτσι σήμερα ο Έβρος είναι ο ακραίος προμαχώνας της Ευρώπης μας. Φυσικά, η Θράκη δεν είναι μόνο προμαχώνας. Είναι ταυτόχρονα και πύλη, καλά φυλασσόμενη αλλά ανοιχτή, αμφίδρομα ανοιχτή προς και από τις γειτονικές χώρες.
Αυτός ο παραλληλισμός Λουξεμβούργου και Θράκης, στηρίχθηκε πολύ στην ιστορία. Για οργανισμούς ζωντανούς, όπως είναι οι λαοί μας και όπως είναι η Ευρώπη μας, η ιστορία δεν είναι τελειωμένη υπόθεση. Είναι, βέβαια, παρελθόν, αλλά από πολλές και σπουδαίες απόψεις είναι επίσης και παρόν και μέλλον».
Μεγάλη μέρα για τη Σχολή και το Πανεπιστήμιο χαρακτήρισε στη συνέχεια ο κ. Σχινάς την αναγόρευση του κ. Γιούνκερ σε Επίτιμο Διδάκτορα, χαρακτηρίζοντάς την απόδοση τιμής «οφειλόμενη και επίκαιρη».
Ακολούθως η προσφώνηση του κ. Σχινά επικεντρώθηκε στην προσωπικότητα του Πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, στον οποίο η χώρα μας, είπε, οφείλει πολλά. «Η φιλία του προς την Ελλάδα, υπήρξε σταθερή, ειλικρινής και έμπρακτη. Εκδηλώθηκε σε κάθε ευκαιρία και ιδίως, πρόσφατα, κατά την ένταξη της χώρα μας στην ΟΝΕ και, πιο πρόσφατα ακόμη, κατά τη διαδικασία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στάση του έχει εξίσου μεγάλη πολιτική και ηθική διάσταση και τον ευχαριστούμε. Αλλά εδώ δεν τιμούμε απλώς ένα σπουδαίο ξένο ηγέτη φίλο της Ελλάδας. Η εμβέλεια του Juncker υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός εθνικού ευρωπαϊκού κράτους. Ο Juncker, ανήκει σήμερα στους κορυφαίους Ευρωπαίους ηγέτες. Από τη άποψη αυτή, ο Juncker, δεν είναι αλλοδαπός. Είναι ημεδαπός. Είναι ένας σπουδαίος πολιτικός της κοινής ευρωπαϊκής μας πατρίδας.
Ο Juncker δεν είναι θεωρητικός του δικαίου. Αν και έχει νομική παιδεία και την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν είναι ούτε εφαρμοστής του δικαίου, είναι όμως Νομικός με την υψηλότερη έννοια: Είναι παραγωγός δικαίου, πρωτοπόρος σχεδιαστής και οικοδόμος των ευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών. Είναι Νομικός, ως πολιτικός οραματιστής. Η οικονομική ένωση δεν είναι πάρα ενδιάμεσο στάδιο της πορείας προς την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: τελικός στόχος είναι η πολιτική Ευρώπη, με την εσωτερική και την εξωτερική της πολιτική και την άμυνά της. Λειτουργικότητα και συνοχή είναι τα επιμέρους ζητούμενα. Η πορεία αυτή βρίσκεται σήμερα σε δύσκολη και κρίσιμη καμπή.
Έτσι λοιπόν, η αναγόρευση του Juncker αποτελεί συνάμα πολιτική διακήρυξης της Σχολής και του Πανεπιστημίου μας, από τη γη της Θράκης. Διατρανώνει την ευρωπαϊκή μας ακαδημαϊκή ταυτότητα, τον ευρωπαϊκό μας προσανατολισμό. Την πίστη μας στην Ευρώπη, στον κοινό νομικό μας πολιτισμό, σε μία ορισμένη ιδέα του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και μέσα στον κόσμο».
Τη θέση ότι με την αναγόρευση του κ. Juncker σε επίτιμο διδάκτορα η Νομική Σχολή «επιθυμεί ακόμη να τιμήσει στο πρόσωπο του την ενιαία συνεχή και συνεπή ευρωπαϊκή προσπάθεια, να εξάρει την ιδιαίτερη συμβολή του, στη διαμόρφωση της σύγχρονης θεσμικής φυσιογνωμίας της Ευρώπης, στην εμβάθυνση, συνοχή και διεύρυνση της Ε.Ε και να τιμήσει τον σταθερό κι αταλάντευτο φίλο της Ελλάδας», διατύπωσε ο Πρόεδρος της Νομικής Σχολής κ. Κωνσταντίνος Καλαβρός.
«Η αναγόρευση αυτή αποτελεί φυσικά ιδιαίτερη τιμή για τον τιμώμενο πρωθυπουργό, όμως στην ίδια έκταση και στον ίδιο βαθμό αποτελεί τιμή και για το ΔΠΘ, αφού ο τιμώμενος που βρίσκεται σήμερα μαζί μας αποτελεί μία απαστράπτουσα ευρωπαϊκή προσωπικότητα».
Ο κ. Καλαβρός αναφέρθηκε στους συμβολισμούς που υπηρετεί η αναγόρευση αυτή, αποκαλύπτοντας έτσι, όπως είπε, τις απόψεις της Νομικής Σχολής. «Η Νομική Σχολή θεωρεί ότι έκλεισε πλέον ο βασικός κύκλος των ακαδημαϊκών διδασκάλων προς τους οποίους όφειλε να απονείμει και το έπραξε ήδη στο παρελθόν τον ύψιστο ακαδημαϊκό τίτλο του επίτιμου διδάκτορα της σχολής μας σε αναγνώριση της ακαδημαϊκής συνεισφοράς και υποστήριξης προς τη σχολή μας. Η Νομική μας Σχολή, που φέτος διανύει τον 30ο χρόνο λειτουργίας της, απευθύνεται σήμερα με την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα σε όλους τους πολίτες της Ευρώπης. Απευθύνεται, λοιπόν, έξω από τα σύνορα της Ελληνικής επικράτειας τιμώντας μία προσωπικότητα εκτός της νομικής ακαδημαϊκής επιστημονικής κοινότητας, επιχειρώντας έτσι να στείλει προς όλους ένα μήνυμα ειρηνικής συνύπαρξης και ενότητας. Και το μήνυμα αυτό αποκτά μία ιδιαίτερη σημασία γιατί το στέλνει ένα ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο που βρίσκεται στα ακρότατο ανατολικά σύνορα της ΕΕ. Με την αναγόρευση σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής του πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου η Νομική Σχολή επιθυμεί ακόμα να τιμήσει στο πρόσωπό του την ενιαία, συνεπή και συνεχή ευρωπαϊκή προσπάθεια, επιθυμεί να εξάρει την ιδιαίτερη συμβολή του στη διαμόρφωση της σύγχρονης φυσιογνωμίας της Ευρώπης στην εμβάθυνση, συνοχή και διεύρυνση της ΕΕ και ακόμα θέλει να τιμήσει τον σταθερό και αταλάντευτο φίλο της Ελλάδας, αλλά και της Κύπρου, του οποίου η συμπαράσταση και υποστήριξη σε αρκετές φάσεις της πρόσφατης ιστορίας της ΕΕ υπήρξε καίρια και ανεκτίμητη».
Ο κ. Καλαβρός αναφέρθηκε, επίσης, στην προσδοκία από αυτήν την αναγόρευση, τονίζοντας συγκεκριμένα ότι η Νομική Σχολή προσδοκά ότι κατά τη διάρκεια των επόμενων χρόνων της περαιτέρω ευρωπαϊκής του πορείας, ανεξάρτητα αν είναι θεσμική ή όχι, να έχει κατά νου ότι στο ακρότατο αυτό σημείο της Ευρώπης βρίσκονται φίλοι του, «άνθρωποι που μπορούν να εκτιμήσουν τη γνήσια ανθρώπινη φιλική συμπεριφορά, άνθρωποι στους οποίους πάντοτε μπορείτε να υπολογίζετε για τη συμπαράσταση και υποστήριξή τους γιατί, όπως και εσείς, και εμείς αταλάντευτα πιστεύουμε στις αέναες ανθρώπινες αξίες όπως αυτές εμπεδώνονται στη σύγχρονη Ευρωπαϊκή πραγματικότητα».
Στο πολυδιάστατο έργο και την προσφορά του τιμώμενου Πρωθυπουργού του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αναφέρθηκε ο καθηγητής της Νομικής Σχολής κ. Κωνσταντίνος Ρέμελης.
Ο κ. Ρέμελης αναφέρθηκε επίσης στο βιογραφικό του κ. Junker, ο οποίος «γεννήθηκε το 1954 στο δυτικό τμήμα του Λουξεμβούργου πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στο Νότο της χώρας, όπου ο πατέρας του εργαζόταν σε ένα από τα μεγάλα χαλυβουργεία. Η ζωή στην περιοχή της βαριάς μεταλλευτικής βιομηχανίας τoυ Λουξεμβούργου, προπύργιο των σοσιαλιστικών κινημάτων, και με έντονη την παρουσία των μεγάλων κινητικοτήτων μεταναστών, σημάδεψαν από νωρίς την προσωπικότητά του. Εξοικειώθηκε γρήγορα με τις συνθήκες και το περιβάλλον του εργασιακού κόσμου, ειδικότερα μέσω της ενεργής συμμετοχής του πατέρα του στο συνδικαλιστικό κίνημα. Γράφεται στη Νομική Σχολή του Στρασβούργου το 1975 από όπου αποκτά μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών το 1979. Τον Οκτώβριο του 1979 επιφορτίζεται με τα καθήκοντα του υπεύθυνου κοινοβουλευτικής γραμματείας του κόμματος. Από αυτή τη στιγμή αρχίζει και η έντονη πολιτική ανέλιξή του. Τον Δεκέμβρη του 1982 διορίζεται υφυπουργός στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μια θέση ιδανική για τα πολιτικά του ενδιαφέροντα. Τον Ιούλιο του 1984 εκλέγεται μέλος του Εθνικού Κοινοβουλίου για πρώτη φορά. Αναλαμβάνει καθήκοντα υπουργού εργασίας και Οικονομικών στην κυβέρνηση της οποίας ηγείται ο Ζακ Σαντέρ. Με το Λουξεμβούργο να ασκεί την Προεδρία της ΕΟΚ το 1985 ο κ. Juncker προεδρεύει του Συμβουλίου Υπουργών για τις κοινωνικές και Οικονομικές υποθέσεις. Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου του 1989 αναλαμβάνει τα χαρτοφυλάκια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Υπουργού Εργασίας. Κατά την περίοδο 1989 -1994 ο κ. Juncker καθιερώνεται ως πολιτικός πέρα από το εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 1991 ως πρόεδρος του ECOFIN ο κ. Juncker ξεχωρίζει ως ένας από τους δημιουργούς της Συνθήκης του Μάαστριχ, ειδικότερα του μέλους σχετικά με τη νομισματική και οικονομική ένωση, του οποίου μεγάλα τμήματα συνέταξε ο ίδιος. Το Φεβρουάριο του 1992 ο Juncker είναι ένας από τους πολιτικούς που υπογράφουν τη Συνθήκη του Μάαστριχ. Στο εθνικό επίπεδο αρχίζει το 1992 την προετοιμασία για τη μέγιστη φορολογική μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το Μεγάλο Δουκάτο, η οποία εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 1993. Από τον Ιανουάριο του 1990 μέχρι το Φεβρουάριο του 1995 ο κ. Juncker αναλαμβάνει επίσης την ηγεσία του Χριστιανικού Κοινωνικού κόμματος. Τον Ιούλιο του 1994 που επανεκλέγεται ως μέλος του Κοινοβουλίου και είναι ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Υπουργός Εργασίας της νέας κυβέρνησης. Με την ανάδειξη του Ζακ Σαντέρ ως προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γίνεται πρωθυπουργός της χώρας του στις 20 Ιανουαρίου του 1995. Παράλληλα, διατηρεί τις αρμοδιότητες του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθώς και του Υπουργού Εργασίας και Απασχόλησης. Από τη θέση του ως αρχηγού του κράτους ο κ. Juncker καινοτομεί με την ανάληψη έντονης δραστηριότητας στο εξωτερικό. Οι διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις του Μεγάλου Δουκάτου αναπτύσσονται και διευρύνονται όσο ποτέ, χάρη σε δικές του πρωτοβουλίες. Πραγματοποιεί πολυάριθμες επίσημες επισκέψεις και επισκέψεις εργασίας σε όλο τον κόσμο συνοδευόμενος συχνά από πολύ σημαντικές οικονομικές αντιπροσωπείες. Καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες με σκοπό την ανάπτυξη πολλών φτωχών χωρών. Έτσι το 2001 το Λουξεμβούργο συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον γενναιόδωρων κρατών ως προς την προσφορά βοήθειας για την ανάπτυξη άλλων κρατών, καταβάλλοντας προς τον σκοπό αυτό το 0,8% του Εθνικού Ακαθάριστου Προϊόντος. Τον Δεκέμβριο του 1996 ο Juncker αποκαλείται από τον διεθνή τύπο ως «ο ήρωας του Δουβλίνου» χάρη στο ρόλο του ως μεσολαβητή μεταξύ του Ομοσπονδιακού Καγκελάριου Χέλμουτ Κόλ και του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζακ Σιράκ, σχετικά με το Σύμφωνο Σταθερότητας που αποτέλεσε τη βάση της οικονομικής και νομισματικής Ένωσης. Η Λουξεμβουργιανή προεδρία της ΕΕ κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 1997 που παρέχει την ευκαιρία να δώσει στις φιλοδοξίες του για μία κοινωνικότερη Ευρώπη. Το έκτακτο ευρωπαϊκό συμβούλιο σχετικά με την απασχόληση τον Νοέμβριο του 1997 γέννησε την διαδικασία του Λουξεμβούργου, με την οποία υποχρεούνται τα κράτη μέλη να υποβάλλουν ετήσιο πλέον σχέδιο δράσης κατά της ανεργίας και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας με προσωπικά και επαληθεύσιμα στοιχεία. Ένα μήνα αργότερα η ΕΕ ανοίγει τις πύλες της προς τις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Τον Ιούλιο του 1999 το Χριστιανικό Κοινωνικό Κόμμα κέρδισε τις εθνικές εκλογές για μία ακόμη φορά και ο κ. Juncker ηγείται ξανά της κυβέρνησης που δημιουργείται με τη συνεργασία του δημοκρατικού κόμματος. Μία κυβέρνηση που βάζει τέλος στη 15ετή περίοδο κυβερνήσεων συνασπισμού μεταξύ του κόμματός του και του σοσιαλιστικού κόμματος. Ο πρωθυπουργός διατηρεί και τα χαρτοφυλάκια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Επικοινωνίας. Αφού διετέλεσε διοικητής της Παγκόσμιας Τράπεζας από το 1989 έως το 1995, αναλαμβάνει διοικητής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης το 1995».
Πολλές και σημαντικές οι διακρίσεις του Πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου, ανάμεσά τους και οι ανακηρύξεις του σε επίτιμο διδάκτορα Φιλοσοφικών Σχολών σε Γαλλία και Γερμανία, οι τιμητικές διακρίσεις σε Γαλλία και Ρουμανία.
Η περίοδος εξάλλου της Λουξεμβουργιανής προεδρίας της ΕΟΚ, το 1985, σηματοδοτεί και το ξεκίνημα έκφρασης και των υπερευρωπαϊκών θέσεων του κ. Junker.
Οπως άλλωστε τόνισε και ο κ. Ρέμελης, «ο κ. Juncker εκφράζει ανεπιφύλακτα την πεποίθηση ότι μόνο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να εγγυηθεί τη μόνιμη ειρήνευση στην Ευρώπη, ώστε να αποφευχθούν οι τραγωδίες του παρελθόντος. Αυτές τις τραγωδίες τις άκουσε από ένα πολύ οικείο του στόμα, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ο πατέρας του εντάχθηκε δια της βίας στη γερμανική Βέρμαχτ που τον έστειλε στο ρωσικό μέτωπο. Ο λόγος ύπαρξης της ΕΕ για τον κ. Juncker μπορεί να συμπυκνωθεί και να αποδοθεί με μία μόνο λέξη: Ειρήνη. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει στην πραγματικότητα μόνο δύο γενιές Ευρωπαίων έχουν βιώσει την ειρήνη και την απουσία πολέμου. Ο κ. Juncker θεωρεί πολύ σημαντική την επικοινωνία του με τις νέες γενιές. Κατά τις συζητήσεις του με τους νέους ανθρώπους της Ευρώπης δεν παύει ποτέ να διακηρύσσει και να εξηγεί ότι η ειρήνη παραμένει ο κυρίαρχος στόχος της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ότι είναι η σημαντικότερη πρόκληση στην αρχή αυτού του αιώνα. Πιστεύει ακράδαντα ότι οι ιδρυτές αυτής της Ευρώπης είχαν μόνο μία ανησυχία και ένα μόνο στόχο. Να εκδιώξουν τους δαίμονες της πολιτικής από την Ευρωπαϊκή ήπειρο. Θεωρεί πολύ αφελές να πιστεύει κανείς ότι εκείνοι οι κακοήθεις δαίμονες που έφεραν τον τρόμο και τον πόνο στους λαούς μας έχουν χαθεί για πάντα. Είναι ακόμα εκεί περιμένοντας να ξυπνήσουν από εκείνους που είναι έτοιμοι να τους επικαλεσθούν. Η ιστορική προσέγγιση και ανάλυση του κ. Juncker στα σημεία αυτά δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση. Μας καλεί να μεταφερθούμε πολύ απλά εκατό χρόνια πριν στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι Ευρωπαίοι είχαν αισθανθεί ιδιαίτερα ασφαλείς εκείνη την περίοδο αναμένοντας ένα φωτεινό και ειρηνικό μέλλον. Αλλά την περίοδο αυτή εκείνα τα τέρατα που θα ήταν υπεύθυνα αργότερα για το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων και για τον πόνο ακόμη περισσότερο εκατομμυρίων, είχαν ήδη γεννηθεί. Ο κ. Juncker τονίζει ότι Χίτλερ και Στάλιν είχαν ήδη γεννηθεί . Έτσι πώς μπορεί να είναι κανείς βέβαιος πως παρόμοια τέρατα δεν υπάρχουν μεταξύ μας και σήμερα; Το παραδείγματα της Βοσνίας και του Κόσοβου πρέπει να υπενθυμίζουν σε μας τον κίνδυνο που εξακολουθεί να υπάρχει».
Με λάβαρο και μοναδικό στόχο την ειρήνη στους κόλπους της Ευρώπης ο κ. Juncker υποδέχεται τον 21ο αιώνα. Με πίστη στο έθνος και την πολιτισμική και κοινωνική ιδιαιτερότητα του κάθε κράτους ο κ. Juncker προασπίζεται μιαν άλλη, πιο δική μας Ευρώπη. «Η διεύρυνση δεν είναι τίποτα άλλο από μία πολιτική ειρήνης. Η διεύρυνση θεωρεί ότι απαιτεί μία πολιτική και ιστορική ανάγκη. Θέλει να συμφιλιώσουμε την ευρωπαϊκή ιστορία με την ευρωπαϊκή γεωγραφία υπογραμμίζει. Συνομιλώντας με τους λαούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ο κ. Juncker διδάχθηκε κάτι πολύ σοβαρό. Ότι οι λαοί ήταν πάντα εκεί και γνώριζαν που ανήκαν. Εμείς ήμασταν αυτοί που τους είχαμε ξεχάσει. Θεωρεί ότι σαν Δύση ανακάλυψε τους ανατολικούς μας γείτονες μόνο μετά την περίοδο των ιστορικών αλλαγών το 1989-1991. Στην πραγματικότητα η ευρωπαϊκή ιστορική εξέλιξη έχει επιταχυνθεί. Η ΕΕ πρέπει να συμβαδίσει με την αλλαγή. Η αλληλεγγύη είναι μία από τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ΕΕ κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών. Καλεί τους Ευρωπαίους να πάψουν να λειτουργούν πατερναλιστικά και θεωρεί την διεύρυνση ως μία άσκηση αμοιβαίας παραχώρησης. Υπάρχουν πολλές αρετές που μπορούμε να διδαχθούμε από αυτές τις νέες δημοκρατίες. Η σεμνότητα είναι ίσως η σημαντικότερη από αυτές, Σημειώνει όμως παράλληλα ότι η διεύρυνση πρέπει να συνοδεύεται και από εμβάθυνση. Πρέπει να οικοδομήσουμε μία ακμάζουσα μία ασφαλή αλλά πάνω από όλα μία κοινωνική Ευρώπη που θα στέκεται ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση. Μόνο τότε μπορούμε να διευρύνουμε την αποδοχή από τους Ευρωπαίους πολίτες και να δώσουμε απάντηση στους επικριτές μας που λένε ότι έχουμε ήδη πάρα πολύ Ευρώπη. Η εμβάθυνση δεν είναι τίποτα άλλο από πολιτική ειρήνης. Αρκετά χρόνια πριν είχε τονίσει ότι ακόμα και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα το ΕΥΡΩ είναι πολιτική ειρήνης με διαφορετικά μέσα. Αυτό που πρέπει να είναι το κύριο μέλημα της ΕΕ κατά τον κ. Juncker είναι η εξεύρεση της κατάλληλης και αξιόπιστης απάντησης στην πανούκλα της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ενός αποκλεισμού που συνεπάγεται τρομερή απώλεια ανθρώπινου ταλέντου και ανθρώπινης ενέργειας. Δεν θα πρέπει να αποτελεί κατάπληξη ότι εκείνοι οι άνθρωποι που ζουν στην κοινωνική δυστυχία έχουν απογοητευθεί από την παραδοσιακή πολιτική και μπαίνουν στον πειρασμό να ψηφίσουν ακροδεξιά ή ακροαριστερά σχήματα. Και είναι πραγματικά διεστραμμένο, όπως μας τονίζει, να ανεβαίνει η τιμή των μετοχών μιας εταιρείας όταν η επιχείρηση αναγγέλλει προσωρινές απολύσεις ενώ οι μετοχές να πέφτουν όταν η εταιρία αναγγέλλει την δημιουργία θέσεων εργασίας. Πρέπει να αναρωτηθούμε, τονίζει ο κ. Juncker πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε και να ενθαρρύνουμε ένα είδος ευρωπαϊκότητας σε μία εποχή που ο πολίτης φοβάται ότι η παγκοσμιοποίηση και η διεύρυνση της ευρωπαϊκής οικογένειας θα οδηγήσουν στην απώλεια της ταυτότητας και της ευημερίας του. Είναι πεπεισμένος ότι το έθνος δεν είναι προσωρινό φαινόμενο στην ιστορία, Στην Ευρώπη του αύριο όπως και στην Ευρώπη του σήμερα οι εθνικές και περιφερειακές ταυτότητες πρέπει και πρόκειται να συντηρηθούν. Η αφθονία και ποικιλία των πολιτισμό, γλωσσών και των παραδόσεων είναι για αυτόν ένα καθολικό πλεονέκτημα και πηγή νέων ερεθισμάτων και ιδεών».
Σαφείς και συγκεκριμένες χαρακτήρισε τις θέσεις του Πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια ο κ. Ρέμελης, που δεν απέχουν πολύ από την πολιτική της Ελλάδος. «Χωρίς να το ομολογεί είναι ελαφρά επηρεασμένος και από την αρχαιοελληνική σκέψη. Πιστεύει στην αγάπη και στην αφοσίωση του πολίτη προς τον τόπο του». Παραλληλίζοντάς τον με τον Ισοκράτη που αναζητεί συνεχώς λύσεις θεωρώντας ως κύρια και απαραίτητη προϋπόθεση την συνεννόηση μεταξύ τω πολιτών ο κ. Ρέμελης είπε πως και ο κ Juncker προσεγγίζει την δημοκρατία όχι μόνο ως διαδικασία αλλά και ως σύμβολο ενότητας και ελευθερίας. «Όπως και στην Αθηναϊκή δημοκρατία βλέπει τον πολίτη να υπακούει στους νόμους της όπως και στις προσωπικές του αποφάσεις».
Κατόπιν αναφέρθηκε στην απάντηση σε όσα του καταλογίζουν για τα προνόμια που αναλαμβάνει σαν η μικρότερη χώρα. «Στη δημοκρατία δεν παίζουν ρόλο δημογραφικά και γεωγραφικά μεγέθη αλλά η δύναμη των επιχειρημάτων. Τα επιχειρήματα μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ισχυρά κατά περίσταση αλλά ποτέ δεν μπορεί να προβάλλονται με βάση μόνο γεωγραφικά ή δημογραφικά κριτήρια. Κυρίως δικαιοπαραγωγικό έργο. Τη νομοπαραγωγική όμως διαδικασία δεν τη βλέπει ως μία απλή τυπική διαδικασία που αδιαφορεί για την επιστήμη του ανθρώπου και παραγνωρίζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Πέρα από το κανονιστικό περιεχόμενο της νομικής ρύθμισης δείχνει απόλυτη πίστη και αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στον προτρεπτικό λόγο, στο λόγο που προτάσσει τη δύναμη των επιχειρημάτων, την πειθώ και τη συναίνεση πριν από το νομικό κανόνα Με τον τρόπο αυτό θεωρεί όπως και Πλάτωνας ότι ο νόμος καθίσταται ο ζωντανός λόγος ενός νομοθέτη φιλόσοφου».
Ν.Δ.-Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
