Επανακαμπτει η απειλη της λειψυδριας

Την απειλή της λειψυδρίας αντιμετωπίζουν για μία ακόμη χρονιά ζωτικής σημασίας αγροτικές περιοχές της χώρας, καθώς οι έντονες χιονοπτώσεις που προηγήθηκαν φαίνεται ότι δεν είναι αρκετές, αφού δεν υπάρχουν ούτε οι αναγκαίες υποδομές, αλλ΄ακαι το διαβρωμένο πλέομν έδαφος δεν μπορεί να συγκρατήσει τα νερά, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Δυτική Ελλάδα, Φθιώτιδα και Δυτική Πελοπόννησος βρίσκονται σε δυσμενή θέση, αφού παρατηρήθηκε μεγάλη μείωση των βροχοπτώσεων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη οι βροχοπτώσεις στο επτάμηνο Σεπτεμβρίου 2001 – Μαρτίου 2002, μειώθηκαν κατά 32,6% έναντι του επταμήνου πολυετίας. Να σημειωθεί ότι είναι το τρίτο κατά σειρά έτος μείωσης των βροχοπτώσεων στην εν λόγω περιοχή, καθώς το υδρολογικό έτος 2000-2001 η μείωση ήταν 22,9% και το 1999-2000 29.5%.

Στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία η μείωση των βροχοπτώσεων το προηγούμενο επτάμηνο έναντι του επτάμήνου πολυετίας ήταν 15,2%.

Στη Θεσσαλία, όλοι οι νομοί, εκτός του νομού Μαγνησίας, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα, καθώς το ύψος των βροχοπτώσεων είναι μικρότερο όχι μόνο έναντι της πολυετίας αλλά και σε σχέση με πέρυσι. Συγκεκριμένα, σημειώθηκαν βροχοπτώσεις ύψους 413.8 mm έναντι 529,8 του αντιστοίχου επταμήνου πολυετίας και 433,9 του αντίστοιχου προηγούμενου έτους. Σε όλους τους μήνες του επταμήνου, οι μηνιαίες βροχοπτώσεις ήταν μειωμένες σε πολύ μεγάλο βαθμό έναντι των αντίστοιχων τιμών της πολυετίας, εκτός Δεκεμβρίου και Μαρτίου, οπότε παρατηρήθηκε αύξηση. Συνολικά, ο βροχοπτώσεις του εν λόγω επταμήνου παρουσίασαν μείωση κατά 21,9 % έναντι του αντίστοιχου της πολυεατίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη Φεβρουαρίου ήταν 38.9% με ύψος βροχής 281,8 mm.

Η εικόνα είναι διαφορετική σε ό,τι αφορά το νομό Μαγνησίας, αφού εκεί οι βροχοπτώσεις το προηγούμενο επτάμηνο παρουσίασαν αύξηση 18.1% έναντι του επταμήνου πολυετίας.

Οι έντονες βροχοπτώσεις στη Φθιώτιδα το Δεκέμβριο και το Μάρτιο δεν στάθηκαν ικανές να μειώσουν πολύ την τάση μείωσης. Έτσι και εκεί, οι συνολικές βροχοπτώσεις παρουσιάζουν μείωση 7,1% έναντι του επταμήνου πολυετίας, αν και πριν το Μάρτιο το ποσοστό μείωσης ανερχόταν σε 22,4%.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που διαμορφώνεται στη Δυτική Ελλάδα, καθώς το ύψος των βροχοπτώσεων ανήλθε σε 623,9 mm έναντι 1.021 μμ στο επτάμηνο πολυετίας και 678,6 mm το προηγούμενο έτος. Γεγονός που οφείλεται στο ότι όλους τους μήνες οι τιμές ήταν μειωμένες σε σχέση με τις αντίστοιχες μηνιαίες τιμές πολυετίας. Οι συνολικές βροχοπτώσεις του επτάμηνου παρουσιάζουν σοβαρή μείωση κατά 38,9% έναντι του αντίστοιχου της πολυετίας.


Στην Πελοπόννησο μεγαλύτερο πρόβλημα διαπιστώνεται στο δυτικό τμήμα της με μείωση βροχοπτώσεων έναντι τις πολυετίας 8,8%, ενώ στη βόρεια και στην ανατολική παρουσιάζεται αύξηση, 20% και 4,2% αντιστοίχως.

Υπερβολικά αυξημένες ήταν οι βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις στην Εύβοια (αν μη τι άλλο, οι εικόνες πολυήμερου αποκλεισμού λόγω του χιονιού πολλών περιοχών της Εύβοιας είναι ακόμη νωπές). Σημειώθηκαν βροχοπτώσεις ύψους 1.511,8 mm έναντι 809,8 mm του αντίστοιχου επταμήνου πολυετίας και 601,7 mm του αντίστοιχου περσινού επταμήνου.

Αποτέλεσμα: οι βροχοπτώσεις χιονοπτώσεις το επτάμηνο Σεπτεμβρίου 2001 – Μαρτίου 2001 είναι αυξημένες κατά 86,7% σε σχέση με το επτάμηνο πολυετίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, αντιθέτως με άλλες χρονιές, ενθαρρυντική είναι η εικόνα στα Δωδεκάνησα, στις Κυκλάδες καθώς και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Το σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας αποδεικνύεται και από τα στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας σχετικά με την κατάσταση των υπογείων υδατικών αποθεμάτων της χώρας κατά την έναρξη της καλλιεργητικής περιόδου.

Ειδικότερα, την 1/4/2002 στην πεδιάδα της Ξάνθης, η στάθμη των υπόγειων υδροφόρων ήταν χαμηλότερη κατά 4 μέτρα σε σχέση, με την 1.4.1999, ενώ σε τρία σημεία η στάθμη του νερού βρίσκεται κάτω και από το επίπεδο της θάλασσας.


Στην Ανατολική Θεσσαλία η στάθμη είναι χαμηλότερη κατά 0,5 έως 2,5 μέτρα, ενώ σε κάποια σημεία αυτή η μείωση μπορεί να φτάνει σε 4,5 έως 8 μέτρα.

Τέλος, πολύ μικρότερος είναι ο αποθηκευμένος όγκος νερού στους ταμιευτήρες της ΔΕΗ που χρησιμοποιείται για άρδευση, αφού ανέρχεται σε 2.915 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, έναντι 3.388 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων το 2001.

Πηγή: Εφημερίδα “Αγροτική Ελλάδα”

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.