Ενισχυση του πρωτογενη τομεα
Με επιστολή του προς τους αρμόδιους φορείς εν όψει της σύνταξης του νέου αναπτυξιακού νόμου ο Πρόεδρος της Διευρυμένης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης κ. Χρίστος Χατζόπουλος ζητά να καταστεί πρώτιστη προτεραιότητα για την πολιτεία η ενίσχυση του πρωτογενή τομέα, και ειδικότερα της επιχορήγησης για την ίδρυση νέων μονάδων στον κτηνοτροφικό τομέα και στην φυτική παραγωγή ώστε να αναπτυχθεί ο πρωτογενής τομέας και στην περιοχή. Στην επιστολή τονίζονται τα εξής:
«Από την ψήφιση και θέση σε ισχύ του αναπτυξιακού νόμου 3299/04 ήδη έχουν παρέλθει σχεδόν δύο χρόνια. Στο διάστημα αυτό, και με βάση τα στοιχεία του ΥΠ.ΟΙ.Ο προκύπτει ότι πανελλαδικά έχουν εγκριθεί μέχρι και 22-09-2006 1.590 επενδυτικά σχέδια συνολικού προϋπολογισμού 2.498.092.235 € και συνολικής επιχορήγησης 1.049.373.088 €. Από τα παραπάνω εγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια, 85 μόνο αφορούν τον πρωτογενή τομέα, ποσοστό επί του συνόλου των εγκρίσεων της τάξης του 5,4%, συνολικού προϋπολογισμού 68.677.618 € και συνολικής επιχορήγησης 28.278.618 €. Ειδικά για την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης τα αντίστοιχα στοιχεία έχουν ως εξής:
Αριθμός εγκεκριμένων επενδύσεων: 135
Συνολικό ύψος εγκεκριμένων επενδύσεων:133.426.631,93 €
Συνολικό ποσό αιτούμενης επιχορήγησης:70.801.965,71 €
Αριθμός εγκεκριμένων επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα: 14
Ποσοστό επί του συνόλου των εγκεκριμένων επενδύσεων: 10,37%
Συνολικό ύψος εγκεκριμένων επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα:11.022.626,48 €
Συνολικό ποσό αιτούμενης επιχορήγησης για τον πρωτογενή τομέα:5.514.905,71 €.
Παρότι θεωρούμε ότι ο Ν. 3299/04 είναι προς την σωστή κατεύθυνση δημιουργώντας ένα πλέγμα κινήτρων που βοήθησαν και ενίσχυσαν την αναπτυξιακή πορεία της χώρας, εν τούτοις τα προαναφερόμενα στοιχεία εγκρίσεων επενδύσεων κυρίως στον πρωτογενή τομέα, είναι απογοητευτικά.
Με βάση το συνολικό αριθμό των μονάδων που ενισχύθηκαν τόσο πανελλαδικά αλλά κυρίως στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, προκύπτει ότι δεν υλοποιήθηκαν οι στρατηγικές επιλογές που αφορούν την αναπτυξιακή πορεία της περιοχής και οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τον πρωτογενή τομέα.
Η συρρίκνωση του αγροτικού τομέα την τελευταία πενταετία είναι δεδομένη με αντίστοιχη μείωση του αγροτικού εισοδήματος και συμμετοχή πλέον στο ΑΕΠ κατά 4,76% έναντι 6,58% το έτος 2000. Η κατάσταση επιδεινώνεται με ταχύτατους ρυθμούς εξαιτίας της έλλειψης πολιτικών που ενθαρρύνουν την αύξηση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα, μέσω ενός συνόλου ευέλικτων και αποτελεσματικών κινήτρων ανάπτυξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο αξιόλογος αριθμός επενδυτών, στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, κυρίως ενδιαφερόμενοι για την δημιουργία κτηνοτροφικών μονάδων προβατοτροφικής εκμετάλλευσης, όπως εξάλλου έχω επισημάνει και σε προγενέστερες επιστολές μου, οι οποίοι δεν έτυχαν, ή καλύτερα αποκλείστηκαν από τις ενισχύσεις του Ν.3299/04 δεδομένης της ισχύουσας απαγόρευσης για την ίδρυση νέων μονάδων στον κτηνοτροφικό τομέα. Ο παραπάνω αποκλεισμός δεν αποτελεί μόνο αποκλεισμό συγκεκριμένων παραγωγικών ομάδων αλλά και κεφαλαίων. Παρακαλούμε, όπως εν όψει της σύνταξης του νέου αναπτυξιακού νόμου, ληφθούν υπόψη τα παραπάνω και προβλεφθεί η ενίσχυση της ίδρυσης νέων μονάδων τόσο για τον κτηνοτροφικό τομέα όσο και για τον τομέα της φυτικής παραγωγής.
Οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση ως η ισχύουσα, βάσει των διατάξεων του Ν.3299/04 και της ΚΥΑ ΚΥΑ 24935/5-7-2005, οδηγεί σε ανισοκατανομή των πόρων ενισχύοντας τους ίδιους κλάδους και τις ίδιες περίπου επιχειρηματικές δραστηριότητες. Έτσι το παραγωγικό σύστημα της χώρας οδηγείται σε έναν «αντιπαραγωγικό δυϊσμό» αφού ένας σεβαστός αριθμός επιχειρηματιών αποκλείεται από το πεδίο άσκησης επενδυτικής δραστηριότητας και κατά συνέπεια ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ενώ λοιποί κλάδοι και οικονομικές μονάδες εμφανίζουν έναν υψηλό βαθμό στην συχνότητα χρήσης των αναπτυξιακών κινήτρων.
Το έλλειμμα που δημιουργείται στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας και ειδικότερα στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, είναι συνεχές και αυξανόμενο, αφού μεγάλη μερίδα του ενεργού οικονομικού πληθυσμού της περιοχής είναι κυρίως κτηνοτρόφοι και αγρότες οι οποίοι αποκλείονται βάση διατάξεων νόμου από την άσκηση επενδυτικής δραστηριότητας.
Η μέχρι τώρα αντιμετώπιση του πρωτογενή τομέα από τον εθνικό αναπτυξιακό νόμο, αντιβαίνει και δεν συνεπικουρεί την υλοποίηση των στόχων της νέας ΚΑΠ, με αποτέλεσμα η πολυπόθητη και πολύπαθη ανταγωνιστικότητα, οι υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας και ποιότητας τροφίμων, το ικανοποιητικό γεωργικό εισόδημα, η πληρέστερη ενσωμάτωση περιβαλλοντικών στόχων, η δημιουργία εναλλακτικών απασχολήσεων στις αγροτικές περιοχές, να παραμένουν στόχοι, άστοχοι αφού εργαλεία για την επίτευξή τους, όπως ο αναπτυξιακός νόμος, λειτουργούν απαγορευτικά για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού.
Η κατάσταση συρρίκνωσης και φθίνουσας πορείας του πρωτογενή τομέα θα επηρεάσει βραχυπρόθεσμα και τις επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο την μεταποίηση και παραγωγή γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.
Η πρόβλεψη για την ενίσχυση του πρωτογενή τομέα, και ειδικότερα της επιχορήγησης για την ίδρυση νέων μονάδων στον κτηνοτροφικό τομέα και στην φυτική παραγωγή, εν όψει της σύνταξης του νέου αναπτυξιακού νόμου, θα πρέπει να καταστεί πρώτιστη προτεραιότητα, για την πολιτεία. Ειδικά για τον πρωτογενή τομέα θα πρέπει στο σύνολο των επιλέξιμων προς επιδότηση δαπανών, να συμπεριληφθεί και η αγορά του ζωικού κεφαλαίου.
Στην αντίθετη περίπτωση και με δεδομένα τα στοιχεία που έχουν αναφερθεί, η πολιτική που δεν θα αντιμετωπίσει σφαιρικά, ουσιαστικά και με ποιοτικά κριτήρια την ισότιμη συμμετοχή του πρωτογενή τομέα στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του εκάστοτε επενδυτικού νόμου, θα καταστεί χύδην εφαρμογή διατάξεων για συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό αποτέλεσμα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
