Ενας υπεροχος Ιταλος στο Φαναρι της Ροδοπης
Τριάντα χρόνια τώρα επισκέπτεται κάθε καλοκαίρι την Ελλάδα, τα είκοσι επτά εκ των οποίων, τα έχει περάσει στο Camping του Φαναρίου Ροδόπης. Ο Μπρούνο Φαλζάρι και η σύζυγός του Δέσποινα, είναι μαγεμένοι από την ομορφιά της θάλασσας και του ελληνικού καλοκαιριού. Από την Τεργέστη της Ιταλίας, στην δροσιά του Θρακικού Πελάγους. Ένας Ιταλός που δεν κρύβει το μεγάλο του έρωτα για την Ελλάδα, τον ήλιο, το καλοκαίρι, τους Έλληνες. Έχει στήσει το τροχόσπιτό του στο camping του Φαναρίου και κάθε χρόνο, γύρω από τον δικό του χώρο συγκεντρώνονται ολοένα και περισσότεροι που αναζητούν την παρέα του, την συντροφιά του, τους αστεϊσμούς, τα νόστιμα πιάτα που ξέρει να ετοιμάζει και τα φρέσκα θαλασσινά.
«Ψαρεύω αστακούς, γαρίδες και καβούρια» λέει εκείνος και παίρνοντας πόζα σύγχρονου Ποσειδώνα σημειώνει: «Εγερτήριο έχουμε στις πέντε το πρωί. Κάθε μέρα ανοίγομαι με τη βάρκα στο θρακικό πέλαγος, με τον φίλο μου τον Βαγγέλη». Λίγα μέτρα πιο εκεί το τροχόσπιτο του Βαγγέλη, του Έλληνα Αξιωματικού που μέσα από τα μάτια του Μπρούνο βλέπει διαφορετικά τις ομορφιές της Ελλάδας, του τόπου του. Κάθε καλοκαίρι, τα τελευταία 27 χρόνια, ο χρόνος κυλά διαφορετικά για τον ψηλόσωμο Ιταλό, που νοιάζεται για το περιβάλλον, για τον συνάνθρωπο, για την συνύπαρξη των λαών, τη συνεργασία των θρησκευτικών ηγετών. «Τέλος Αυγούστου θα φύγουμε και πάλι για την Ιταλία, πρώτα ο Θεός του χρόνου ξανά, θα είμαστε εδώ», δηλώνει και ανοίγει τα χέρια του σαν να θέλει να κλείσει στην αγκαλιά του την Ελλάδα. «Πώς να χωρέσεις μέσα σου τόση ομορφιά;» με ρωτά χωρίς να μπορώ να του δώσω απάντηση.
Καλός καιρός, καλό φαγητό, καλός κόσμος
Ο Μπρούνο Φαλζάρι εργάζεται στο νοσοκομείο της Τεργέστης, είναι ο υπεύθυνος του αρχείου του νοσοκομείου. Δουλειά που απαιτεί προσοχή, συνέπεια και σοβαρότητα. Μεγάλη πόλη η Τεργέστη, πολλοί άνθρωποι, με τη θάλασσα να φαίνεται πολύ μακριά από το παράθυρο του Μπρούνο. «Την αγαπώ πολύ την Ελλάδα. Καλός καιρός, καλό φαγητό, καλός κόσμος. Όλα καλά! Ειλικρινά, όταν κοιτώ από το παράθυρό μου, στην Τεργέστη, βλέπω την Ελλάδα να απλώνεται μπροστά μου». Κοιτά γύρω του και δεν μπορεί να κρύψει ότι τα κακώς κείμενα που συναντά το βλέμμα του, τον στεναχωρούν. «Αναρωτιέται κανείς, πώς μπορούν και αφήνουν τόσα χρόνια ένα camping, όπως αυτό εδώ, να ρημάζει;». Τι να απαντήσεις στον Ιταλό Μπρούνο, που γνωρίζει το camping, όσο καλά γνωρίζει τη χούφτα του; «Για να δούμε τι θα κάνει ο ΕΟΤ; Έχει εγκαταλειφθεί χρόνια τώρα, δεν έχει γίνει το παραμικρό για να συντηρηθούν οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις, να γίνουν άλλες, να νιώθει πιο άνετα ο κόσμος που έρχεται εδώ επειδή το αγαπά. Δεν έγινε το παραμικρό, όλα αυτά τα χρόνια» επαναλαμβάνει με έμφαση.
80% Έλληνας
Στη διπλανή καρέκλα κάθεται η ελληνίδα σύζυγός του, η Δέσποινα. «Δεν μπορεί να μην σας προσφέρω κάτι» προτείνει θέλοντας προφανώς να νιώσουμε όσο πιο άνετα μπορούμε στο τροχόσπιτό τους. «Ρώτησαν το γιο μας αν αισθάνεται περισσότερο Έλληνας ή Ιταλός; Και εκείνος είπε ότι αισθάνεται περισσότερο Έλληνας, «είμαι 80% Έλληνας» τους είπε και δεν έκανε πλάκα». Η Δέσποινα στάθηκε η αφορμή να γνωρίσει το camping και το Φανάρι ο Μπρούνο. Στην ουσία μέσα από τα δικά της μάτια ερωτεύτηκε εκείνος το Φανάρι και εκείνη είδε διαφορετικά, χάρη στον Μπρούνο, την Ελλάδα, το καλοκαίρι, την θάλασσα. «Μας αρέσει πολύ εδώ, παρά το γεγονός ότι έχει αφεθεί χωρίς καμία φροντίδα, το λατρεύουμε αυτό το μέρος».
Ένας Ιταλός με καρδιά μικρού παιδιού
Ο Μπρούνο μαγειρεύει, «θα δοκιμάσετε το πιο νόστιμο παστίτσιο που έχετε ποτέ φάει» λέει με καμάρι και η «γειτόνισσά» τους, η Κυριακή, που μένει στη διπλανή σκηνή, σπεύδει να προσθέσει: «πραγματικά μαγειρεύει υπέροχα»! Μαγειρεύει, ψαρεύει, βγαίνει βόλτα στο χωριό, πηγαίνει στο παζάρι της Κομοτηνής, που είναι «το καλύτερο παζάρι του κόσμου», όπως λέει. «Είναι σίγουρα το πρώτο στην Ελλάδα», δηλώνει με βεβαιότητα και εξηγεί την πρωτιά: «παρκάρεις κοντά, δεν επιβάλλονται πρόστιμα, βρίσκεις ό,τι χρειάζεσαι για την κουζίνα και το τραπέζι σου». Αγγίζει τα φρούτα, συζητά με τους παραγωγούς, μυρίζει το πεπόνι, παίρνει ρίγανη, ξεδιψά με μια παγωμένη πορτοκαλάδα και ξεγελά την πείνα του παίρνοντας κάτι από τις καντίνες που καταφθάνουν στο χώρο της λαϊκής. Αυτός είναι ο Μπρούνο, ένας άνθρωπος όλο εκπλήξεις. Ένας Ιταλός με καρδιά μικρού παιδιού που γνωρίζει να τους αγαπά όλους.
«Ο Μπρούνο είναι πολύ καλά στην Ελλάδα»
«Ο Μπρούνο είναι πολύ καλά στην Ελλάδα» λέει εκείνος και αμέσως μας χαρίζει ένα από τα ομορφότερα χαμόγελα που μας έχουν χαρίσει ποτέ. «Το Ιταλικό πιάτο που μας αρέσει είναι το παστίτσιο, δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, αν δεν δοκιμάσεις» λέει κρατώντας την ξύλινη κουτάλα. Από την Ελληνική κουζίνα προτιμά τα γεμιστά, τις πιπεριές, τις μελιτζάνες και το ιμάμ μπαϊλντί. «Εγώ το παστίτσιο, η Δέσποινα τα γεμιστά. Νομίζω ότι τα μαγειρεύει υπέροχα». Όπως λέει, τόσο η ελληνική, όσο και η ιταλική κουζίνα, είναι πολύ γευστικές. «Τα ψάρια στην Ελλάδα είναι πεντανόστιμα, όπως το παστίτσιο και οι μακαρονάδες της Ιταλίας».
«Μαζεύει» τους ήχους της θάλασσας όση ώρα στέκεται στη συντροφιά μας. Τον παρατηρώ να στρέφει το βλέμμα του, πότε προς τη δική της πλευρά, και πότε προς τη βάρκα του. «Η θάλασσα είναι απίθανη! Καθαρή, μοναδική, υπέροχη. Σ΄ αγκαλιάζει, της αφήνεσαι και εκείνη σε ταξιδεύει. Αν την αγαπάς και την σέβεσαι, σε σέβεται και σ΄ αγαπά και εκείνη».
Τι να τον ρωτήσω τώρα για την Τεργέστη; Το βλέμμα του έχει ανοίξει πανιά και η ψυχή του ταξιδεύει. «Η Τεργέστη δεν μου λείπει καθόλου. Δουλειά και ξεκούραση είναι η ζωή μου εκεί. Από το μπαλκόνι μου βλέπω τη θάλασσα, περιμένω πότε θα έρθει το καλοκαίρι για να βρεθώ στο Φανάρι. Μετρώ τους μήνες. «Σβήνω» τις μέρες τη μία μετά την άλλη στην Τεργέστη και περιμένω την Ελλάδα».
Έρωτας με την πρώτη ματιά
Η Δέσποινα ήταν το «εισιτήριο» του για την Ελλάδα. Ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά που τους οδήγησε να είναι τριάντα χρόνια παντρεμένοι. «Είμαστε από το 1970 μαζί. Είχε έρθει πολλές φορές στην Ελλάδα, έξω από την Ξάνθη, πηγαίνοντας σε φίλους του, χάλασε το αυτοκίνητό του», θυμάται η κ. Δέσποινα και προσθέτει: «Πήγαμε με μια παρέα να τους βοηθήσουμε και όταν πρωτοκοιταχτήκαμε νιώσαμε κάτι ξεχωριστό. Ήταν αυτό που λένε έρωτας με την πρώτη ματιά. Στις 7 Ιουνίου του 1970 έγινε ο γάμος μας. Έχουμε αποκτήσει και έναν γιο, τον Αλέξανδρο. Ο «Ιταλός» που αισθάνεται πιο πολύ Έλληνας από ό,τι εγώ».
Αυτή τη στιγμή βάζει τέλος στην ολιγόλεπτή σιωπή του ο Μπρούνο, θυμάται την συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον Παναγιότατο Βαρθολομαίο. «Είμαι πολύ ευτυχής που φέτος ήρθε στην Τεργέστη ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος», δηλώνει και σημειώνει: «Έχω πολλές φωτογραφίες από την συνάντησή μας. Απίθανος άνθρωπος, με πολύ μεγάλη καρδιά». Μας δείχνει τις φωτογραφίες από εκείνη τη συνάντηση. Μιλά με αγάπη για τον Παναγιότατο. Συμφωνούμε του χρόνου το καλοκαίρι να ταξιδέψουμε μαζί στην Κωνσταντινούπολη. «Του μίλησα και για την Ελλάδα στη συνάντησή μας, του είπα ότι πιο πολύ με κάνει χαρούμενο η θάλασσα». Η ζωή του είναι η θάλασσα. Το βουνό, όπως λέει, δεν τον συγκινεί. «Δέκα μήνες περιμένω στην Τεργέστη πότε θα έρθει το καλοκαίρι για να ταξιδέψω στην Ελλάδα. Δεν έχω λόγια να περιγράψω τη χαρά που νιώθω, όταν έρχομαι στην Ελλάδα. Αυτό που λέω στους φίλους μου τους Ιταλούς είναι ότι δεν βλέπω την ώρα για να έρθω στην Ελλάδα. Την αγαπώ την Ελλάδα».
Και τους Έλληνες; Μπαίνω στον πειρασμό να τον ρωτήσω και εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη απαντά: «Νομίζω ότι οι Έλληνες είναι υπέροχοι. Δεν αγαπούν τις φασαρίες και τα προβλήματα. Αντιθέτως, είναι λάτρεις της καλής παρέας, της καλής συντροφιάς. Είναι καλοί άνθρωποι οι Έλληνες, θυμώνουν εύκολα, αλλά ξεχνούν το θυμό τους γρήγορα. Ισχύει αυτό που λένε, «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα», μόνο εκεί στην Πελοπόννησο είναι διαφορετικοί, εδώ είναι πολύ καλά».
Είναι Έλληνας ο Μπρούνο
Θα τον αλλάζατε τον Μπρούνο, αν γυρνούσατε το χρόνο πίσω; Ρωτάω την κ. Δέσποινα. «Αν τον αλλάξει, θα τον πάρω εγώ» πετάγεται η Κυριακή και προσθέτει «κάνει όλες τις δουλειές». «Είναι τέλειος. Μουρμουρίζει λίγο, αλλά του περνάει γρήγορα. Είναι χρυσή καρδιά», λέει η κ. Δέσποινα και ο Μπρούνο φαίνεται να απολαμβάνει την αγάπη της.
Στην παρέα, δίπλα στο τροχόσπιτο, με το φεγγάρι στον ουρανό να λάμπει ήδη πάνω και την θάλασσα να ακούγεται δίπλα, προστίθεται και ο Βαγγέλης Ζαφειρίου, Αξιωματικός στην πολεμική αεροπορία της Μαρώνειας, πρώτη χρονιά στο κάμπινγκ, αλλά «κολλητός» φίλος με τον Μπρούνο.
«Είναι Έλληνας ο Μπρούνο! Τον στεναχωρεί ό,τι άσχημο γίνεται στην χώρα μας. Παλιότερα, όταν ερχόταν στην Ελλάδα, ήταν πιο ξένοιαστος. Νομίζω ότι θα πρέπει να διορθώσουμε πάρα πολλές δυσάρεστες καταστάσεις αρχίζοντας από το camping για να μην τον στεναχωρούμε τόσο. Είναι κρίμα να πληγώνουμε τους ανθρώπους που αγαπάνε την πατρίδα μας».
Όπως λέει ο Βαγγέλης, ο Μπρούνο είναι ένας άνθρωπος με πολύ καλή καρδιά. «Είναι αγνός, τον έζησα σε στιγμές που πάμε στην Εκκλησία μαζί. Είναι Καθολικός, αλλά δεν τον ενδιαφέρει ο διαχωρισμός αυτός, ορθόδοξοι – καθολικοί. Έχει στο μυαλό του ότι οι χριστιανοί είναι πιστοί. Πιστεύουν όλοι στον ίδιο Θεό. Πηγαίνει στην δική μας Εκκλησία και είναι σαν παιδί μέσα στο Ιερό, στέκεται δίπλα στον παπά που λειτουργεί, βγάζει το θυμιατό, όπως κάναμε εμείς παιδιά. Ο Μπρούνο είναι παιδί. Ήθελε να με βάλει και εμένα στο ιερό και μου λέει ο παπάς: «Εσύ Βαγγέλη έξω, ο Μπρούνο είναι παιδί, θα κάτσει δίπλα μου».
Πάνε μαζί για ψάρεμα, είναι ο καπετάνιός του. «Είναι ήρεμος άνθρωπος, δεν βιάζεται, είναι υπερκινητικότατος, αλλά πάντα ήρεμος. Κοιμάται λίγες ώρες και τις ώρες που είναι ξύπνιος συνέχεια κινείται. Μέσα στο ψάρεμα έχει ηρεμία και αυτή την ηρεμία τη μεταδίδει σε μένα, νομίζω και στα ψάρια, γι’ αυτό και βγάζουμε πολλά ψάρια μαζί. Είναι και σαν πατέρας ο Μπρούνο!».
Λέξεις όλο αγάπη που ξεπηδούν αβίαστα από τα χείλη ενός νεαρού αξιωματικού για έναν πολύ μεγαλύτερό του Ιταλό. «Ο Μπρούνο είναι παιδί» λέει ξανά και εκείνος, με το πρόσωπό του να κοκκινίζει από ντροπή, σηκώνεται να ρίξει μια τελευταία ματιά στο παστίτσιο. Η μυρωδιά του, ώρα τώρα, μας έχει κερδίσει…
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
