Ενας ανεκπληρωτος ερωτας… δηλαδη αληθινος
«Μα δεν θα μπορέσω ποτέ, να σηκωθώ λίγο ψηλότερα απ΄ τον εαυτό μου; Να κοιτάξω ελάχιστα πιο μακριά; Προσωπικά ημερολογιακά πάντοτε θα γράφω, ανεξαρτήτως της μορφής;».
Μαρία Πολυδούρη
Η ανησυχία μιας τόσο καταξιωμένης, όσο και παρεξηγημένης ποιήτριας, ενός ανθρώπου που δεν πρόλαβε να πατήσει τα τριάντα και, σαν να το ΄ξερε, μετρούσε τη ζωή σε λεπτά και δευτερόλεπτα. Και μετά ήρθαν «οι ξεκούραστοι, οι ατσαλάκωτοι» και κρίναν το έργο το δικό της και του αγαπημένου της ως ελλιπές και πρόχειρο, ωστόσο άξιο λόγου. Ένα κορίτσι στα 27, που δεν πρόλαβε να γίνει γυναίκα ηλικιακά, πρόλαβε όμως να ρουφήξει τη ζωή και να μας τη δώσει πίσω φιλτραρισμένη και ανέγγιχτη από την αρρώστια και το μηδενισμό. Η Μαρία Πολυδούρη. Ένα κορίτσι. Ο Κώστας Καρυωτάκης. Ένας έρωτας. 1900 και …
Πάντα η ενασχόληση με την Ποίηση της Ήττας μου προκαλούσε ένα βαθύ «γιατί», μιαν απορία γιατί δεν κατάφεραν όλοι αυτοί οι ποιητές να γίνουν η σκιά που προμηνύει το φως, το μαύρο που δηλώνει το λευκό, μια και στα ζεύγη των διαμετρικά αντίθετων το ένα προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου. Σκόρπιες φιλολογικές αναζητήσεις μου και απόπειρες αποκρυστάλλωσης μιας πιο προσωπικής γνώμης επί του θέματος, ένα άτυπο και πρόχειρο εγχείρημα διατριβής κι ένας γρήγορος αφορισμός – για να ξορκίσω τη δυσθυμία που μου προκαλούσε η ανάγνωσή του – στον Κώστα Καρυωτάκη, γι΄ αυτόν που έκανε τον πόνο δώρο, αλλά δεν τον στράγγιξε ούτε τον πάλεψε αρκετά.
«Ο πόνος είναι το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτείς για να παλέψεις, ο αγώνας είναι η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είναι μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο λίγο έδαφος, γιατί εσύ βέβαια θα εξαντληθείς και όχι η ζωή. Είναι ευγένεια το δόσιμο στην καταστροφή της ζωής. Έτσι μόνο θα αξιωθείς, όταν η μεγάλη στιγμή φτάσει να καταλάβεις βαθιά ότι έζησες, ότι τη Ζωή την πήρες όλη, ότι τόσο την εξάντλησες, ώστε αν κανείς σου πρότεινε ένα ξαναγύρισμα να αρνηθής με κάθε ειλικρίνεια και απλότητα…».
Μετά, λοιπόν, από αυτά και κυρίως μετά την μυσταγωγική επαφή μου με το «Βρέχει φως» του Κωστή Γκιμοσούλη όλα άλλαξαν. Όχι γιατί διάβασα με άλλη διάθεση την ποίηση του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη, αλλά γατί απόθεσα τον καθένα στην αληθινή του θέση, μέσα από το ξεδίπλωμα προσωπικών στιγμών και μεγαλειωδών αποκαλύψεων.
Η σχέση αυτών των δύο, ιδωμένη μέσα από έναν «αιωνόβιο» για τις ανάγκες του μυθιστορήματος συγγραφέα – αφηγητή γίνεται «σώμα σήμα της ψυχής» και απελευθερώνει τόσο τα πρόσωπα, όσο και τις εποχές. Περιήγηση σε άλλους αφηγηματικούς δρόμους, ενδοσκόπηση σε κυκλοθυμικές πτυχές της ψυχής και της ζωής των δύο που δεν γίναν μία, απέκδυσή τους από τα καλά και τα κακά της λογοτεχνικής κριτικής, γραμματειακά και βιογραφικά ντοκουμέντα, ατομική ιστορική προσέγγιση στα μεταίχμια των εποχών, αυτό είναι το «Βρέχει φως».
Είναι επίσης ένα παραμύθι αληθινό, από αυτά που ζωοδοτούν την ύπαρξή μας, από αυτά που σηματοδοτούν την αληθινή ζωή μας, από αυτά που όλοι τελικά έχουμε ανάγκη, για να ορίσουμε την ποιότητά της. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας – αφηγητής επισημαίνει, «κανείς δεν είναι κανενός»… ούτε και το ίδιο το βιβλίο…
«Μη σε τρομάζει αυτή η έλλειψη ιδιοκτησίας. Όσο αγαπάς, τόσο ελευθερώνεις. Να μη σου φέρνει ίλιγγο η παρουσία του κενού συνέχεια δίπλα σου. Είναι ο μόνος τρόπος για να κρατήσεις την καρδιά σου ξύπνια. Περπάτα μ΄ ανοιχτά τα μάτια, στην άκρη του γκρεμού σφυρίζοντας, με τα χέρια χαλαρά πιασμένα πίσω, δίχως ψεύτικα κρατήματα. Μόνο μη γελαστείς και πεις, μέσα στην υπερβολική αισιοδοξία της στιγμής, ότι γκρεμός δεν υπάρχει. Υπάρχει. […] Τελικά το μόνο που σου ανήκει είναι το περπάτημά σου».
Η Μαρία Πολυδούρη, μια γυναίκα γεμάτη αντιφάσεις και ο Καρυωτάκης, ένα «μυαλό – φαλλός» που συνεχώς γονιμοποιεί τη σκέψη και την ψυχή της. Η ζωή από τη μια και ο θάνατος από την άλλη. Ένα μυθιστόρημα γεμάτο αντανακλάσεις του φωτός, από αυτές που σε τυφλώνουν όταν τις κοιτάς κατάματα και κάθε που κλείνεις τα μάτια σου στο πρόσωπο και την ψυχή σου «πέφτουν αμέτρητες χρυσές σταγόνες. Βρέχει φως…».
Αναστασία Χατζηνικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
